Η στοχοποίηση του Μάρκ Ράφαλο και το deal της Paramount – Γιατί η κριτική στη συγχώνευση βαφτίστηκε αντισημιτισμός

Η σφοδρή κριτική του χολιγουντιανού αστέρα στο mega-deal των 111 δισ. δολαρίων και οι πολιτικές προεκτάσεις της κυριαρχίας της οικογένειας Έλισον στο αμερικανικό μιντιακό τοπίο.

Η στοχοποίηση του Μάρκ Ράφαλο και το deal της Paramount – Γιατί η κριτική στη συγχώνευση βαφτίστηκε αντισημιτισμός

Ο βραβευμένος με Emmy Αμερικανός ηθοποιός Μαρκ Ράφαλο, γνωστός τόσο για τον ρόλο του στο κινηματογραφικό σύμπαν της Marvel όσο και για τις ερμηνείες του σε ταινίες όπως το Spotlight, βρίσκεται στο επίκεντρο μιας σφοδρής εκστρατείας αποδόμησης. Ο λόγος δεν είναι καλλιτεχνικός, αλλά βαθιά πολιτικός και οικονομικός. Ο σταρ του Χόλιγουντ κατηγορείται από συγκεκριμένους κύκλους ως “αντισημίτης”, μια βαριά κατηγορία που πηγάζει από την ανοιχτή αντίθεσή του στις στρατιωτικές επιχειρήσεις του Ισραήλ στη Λωρίδα της Γάζας, αλλά κυρίως από την ευθεία επίθεσή του στο mega-deal των 111 δισεκατομμυρίων δολαρίων για τη συγχώνευση των Paramount, Skydance και Warner Bros. Discovery.

σχετικά άρθρα

Η κριτική του Ράφαλο, η οποία απηχεί τις ανησυχίες μεγάλου μέρους της αμερικανικής και διεθνούς κοινής γνώμης, εστιάζει στην επικίνδυνη συγκέντρωση ισχύος στον χώρο των media. Το υπό διαμόρφωση εταιρικό σχήμα αναμένεται να ελέγχει πάνω από το ένα τέταρτο των ταινιών ευρείας διανομής στις ΗΠΑ. Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι μόλις τρεις διανομείς θα ελέγχουν τα τρία τέταρτα της κινηματογραφικής αγοράς, και τέσσερις θα ελέγχουν το 86%. Παράλληλα, κολοσσοί της ενημέρωσης και της ψυχαγωγίας, όπως το CBS News, το CNN, η Paramount Pictures και το HBO, θα βρεθούν κάτω από την ίδια ιδιοκτησιακή ομπρέλα, εγείροντας σοβαρά ζητήματα πολυφωνίας και ελεύθερου ανταγωνισμού.

Ο Μαρκ Ράφαλο στη μάχη εναντίον των χημικών ρύπων - ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ενστάσεις για το χρέος και τις ξένες επενδύσεις

Το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ άναψε το πράσινο φως για τη συγχώνευση τον περασμένο Ιούνιο, ωστόσο η Πολιτεία της Καλιφόρνιας, μαζί με 11 ακόμη αμερικανικές Πολιτείες, έχουν προσφύγει νομικά για να μπλοκάρουν τη συμφωνία. Οι λόγοι που παραθέτει ο Ράφαλο εδράζονται στην καθαρή οικονομική λογική: το νέο σχήμα θα φορτωθεί με χρέος άνω των 80 δισεκατομμυρίων δολαρίων, ενώ η συμφωνία μεταφράζεται σε άμεση απώλεια χιλιάδων θέσεων εργασίας – υπολογίζονται περίπου 4.500 άμεσες απώλειες στην παραγωγή και άλλες 10.000 σε παρεμφερείς κλάδους.

Πέραν των εργασιακών και οικονομικών επιπτώσεων, στο μικροσκόπιο μπαίνει και η δομή της χρηματοδότησης. Μεταξύ των επενδυτικών εταίρων της νέας κοινοπραξίας φέρονται να βρίσκονται κρατικά επενδυτικά ταμεία χωρών όπως η Σαουδική Αραβία. Αλλά το πιο επίμαχο σημείο για τον ηθοποιό είναι η ταυτότητα της οικογένειας που θα ελέγχει πλέον τη νέα υπερ-οντότητα των media: η οικογένεια Έλισον. Ο Ντέιβιντ Έλισον και ο πατέρας του, Λάρι Έλισον (ιδρυτής της Oracle), διατηρούν στενούς δεσμούς με το πολιτικό κατεστημένο, ενώ έχουν χαρακτηριστεί ανοιχτά από τον Ντόναλντ Τραμπ ως «φίλοι του». Ήδη, από την εμπλοκή των Έλισον στο CBS News, αναλυτές διαπιστώνουν μια αισθητή μετατόπιση της κάλυψης του δικτύου προς ευνοϊκότερες θέσεις για την πλευρά Τραμπ.

Η σύνδεση της Oracle με τον ισραηλινό στρατό

Η κριτική του Μαρκ Ράφαλο, ωστόσο, πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, συνδέοντας την ιδιοκτησία των αμερικανικών media με τη γεωπολιτική της Μέσης Ανατολής και τη βιομηχανία της τεχνολογίας. Η εταιρεία Oracle, υπό την ηγεσία του Λάρι Έλισον, διατηρεί ιστορικούς και βαθιούς δεσμούς με το κράτος του Ισραήλ. Για δεκαετίες, προμηθεύει με προηγμένο λογισμικό τον ισραηλινό στρατό, την αστυνομία και την κυβέρνηση. Ο Ράφαλο ανέδειξε αυτές τις διασυνδέσεις, αναρτώντας στα κοινωνικά δίκτυα ένα βίντεο με τη Σάφρα Κατζ, Ισραηλινή εκτελεστική αντιπρόεδρο της Oracle και μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Paramount.

Γιατί ξαφνικά όλοι μιλούν για την Oracle | Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Στο εν λόγω βίντεο, η Κατζ εμφανίζεται να περιγράφει με υπερηφάνεια την άμεση ανταπόκριση της εταιρείας μετά τα γεγονότα της 7ης Οκτωβρίου. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, η Oracle δεν αρκέστηκε σε μια τυπική δήλωση συμπαράστασης, αλλά διέθεσε «βαθιά τρομακτική τεχνολογία» (profoundly scary technology) για να υποστηρίξει τις προσπάθειες του ισραηλινού στρατιωτικού κατεστημένου, το οποίο διεξάγει επιχειρήσεις που πληθώρα διεθνών οργανισμών και ανεξάρτητων παρατηρητών του ΟΗΕ περιγράφουν πλέον με νομικούς όρους ως εγκλήματα πολέμου.

Η προειδοποίηση για την τεχνολογία παρακολούθησης

Ο πυρήνας του επιχειρήματος του Αμερικανού ηθοποιού εστιάζει στον κίνδυνο που ελλοχεύει από τη συγχώνευση τέτοιων τεχνολογικών και μιντιακών κολοσσών. Ο Ράφαλο προειδοποίησε δημόσια πως αυτή η «τρομακτική τεχνολογία» –στην οποία αναφέρθηκε η ηγεσία της Oracle– ενδέχεται να ενσωματωθεί σε έναν από τους μεγαλύτερους ομίλους μέσων ενημέρωσης στον κόσμο και, τελικά, να χρησιμοποιηθεί εις βάρος του απλού πολίτη. Περιέγραψε τον Λάρι Έλισον ως έναν «κλασικό ολιγάρχη», υπογραμμίζοντας πως αυτή η συνένωση πλούτου και τεχνολογικής ισχύος συνθλίβει τους εργαζομένους και συγκεντρώνει ανεξέλεγκτη δύναμη.

Ο ηθοποιός έθεσε ένα θεμελιώδες ερώτημα: Πώς είναι δυνατόν μια τέτοια συνένωση να περνάει κάτω από το ραντάρ των ρυθμιστικών αρχών, όταν συνδυάζει τον απόλυτο έλεγχο της ενημέρωσης (CNN, HBO, Warner) με εταιρείες που στηρίζονται σε συμβόλαια μαζικής παρακολούθησης και στρατιωτικής τεχνολογίας; Η απάντηση που έλαβε ήταν μια άμεση, συντονισμένη επίθεση από την ίδια την Paramount, η οποία χαρακτήρισε τη χρήση όρων όπως «γενοκτονία» και «απαρτχάιντ» στο πλαίσιο μιας εταιρικής διαφωνίας ως προσφυγή σε αντισημιτικά στερεότυπα.

Η εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού ως ασπίδα

Η ανακοίνωση της Paramount συνοδεύτηκε από επιθέσεις οργανώσεων που αυτοπροσδιορίζονται ως ομάδες προάσπισης των εβραϊκών δικαιωμάτων, όπως το Κέντρο Σιμόν Βίζενταλ (Simon Wiesenthal Center) και η Anti-Defamation League (ADL). Ο επικεφαλής της ADL, Τζόναθαν Γκρίνμπλατ, χαρακτήρισε τις αναρτήσεις του Ράφαλο ως «κυνικές και αηδιαστικές», κατηγορώντας τον ότι εισάγει το εβραϊκό κράτος σε μια εντελώς άσχετη συζήτηση για να προωθήσει αντισημιτική ρητορική.

Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ματιά στο ιστορικό αυτών των οργανώσεων αναδεικνύει την πάγια τακτική τους να ταυτίζουν την όποια κριτική προς το κράτος του Ισραήλ με τον αντισημιτισμό. Είναι χαρακτηριστικό πως το 2016, το Κέντρο Βίζενταλ είχε κατατάξει ως «το νούμερο ένα αντισημιτικό περιστατικό παγκοσμίως» την αποχή της κυβέρνησης του Μπαράκ Ομπάμα από ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ που καταδίκαζε τους παράνομους ισραηλινούς εποικισμούς στη Δυτική Όχθη. Για την εν λόγω οργάνωση, η μη άσκηση βέτο εκ μέρους των ΗΠΑ για την προστασία παράνομων εποικισμών θεωρήθηκε πιο αντισημιτική πράξη ακόμη και από τις συγκεντρώσεις ακροδεξιών νεοναζί που αμφισβητούσαν την ίδια την ανθρώπινη υπόσταση των Εβραίων.

Οικογένεια Έλισον: Βαθιοί δεσμοί με την ηγεσία Νετανιάχου

Ο ισχυρισμός ότι η κριτική του Ράφαλο δεν έχει βάση στην πραγματικότητα καταρρίπτεται από τα ίδια τα δημόσια δεδομένα. Οι δεσμοί της οικογένειας Έλισον με το κράτος του Ισραήλ και την ηγεσία του είναι ισχυρότατοι και πολυεπίπεδοι. Ο Λάρι Έλισον έχει δωρίσει δημοσίως δεκάδες εκατομμύρια δολάρια στην οργάνωση «Φίλοι των Ισραηλινών Αμυντικών Δυνάμεων» (FIDF), προσφέροντας 10 εκατ. δολάρια το 2014 και επιπλέον 16,6 εκατ. το 2017. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του ισραηλινού Τύπου, όπως η Jerusalem Post, οι κρυφές ιδιωτικές δωρεές της οικογένειας προς το κράτος του Ισραήλ και τις ένοπλες δυνάμεις είναι πολύ μεγαλύτερες.

Λάρι Ελισον: ο «Πολίτης Κέιν» του Νετανιάχου

Ο Λάρι Έλισον διατηρεί επίσης στενή προσωπική φιλία με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου, εις βάρος του οποίου εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης από το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο. Ο Νετανιάχου φέρεται να έκανε διακοπές στο ιδιωτικό νησί του Έλισον στη Χαβάη το 2021, ενώ ισραηλινά μέσα έχουν αποκαλύψει πως ο Αμερικανός δισεκατομμυριούχος είχε προτείνει στον Νετανιάχου μια θέση στο διοικητικό συμβούλιο της Oracle. Η στενή αυτή ιδεολογική και οικονομική ευθυγράμμιση καταδεικνύει ότι οι ενστάσεις του Ράφαλο για την εκχώρηση τόσης μιντιακής δύναμης σε συγκεκριμένα συμφέροντα, βασίζονται σε πραγματικά, καταγεγραμμένα γεγονότα.

Στρατηγική ελέγχου μέσω της αμερικανικής κουλτούρας

Αυτό που προκαλεί μεγαλύτερη ανησυχία για τους επικριτές της συγχώνευσης είναι η στοχευμένη προσπάθεια επιρροής της αμερικανικής κοινής γνώμης εκ των έσω. Σε email που είχε αποστείλει το 2015 η Σάφρα Κατζ της Oracle προς τον πρώην Ισραηλινό πρωθυπουργό Εχούντ Μπάρακ, σημείωνε την ανάγκη να καταπολεμηθεί το κίνημα μποϊκοτάζ (BDS) στα αμερικανικά πανεπιστήμια. Η Κατζ τόνιζε χαρακτηριστικά: «Πιστεύουμε ότι πρέπει να ενσωματώσουμε την αγάπη και τον σεβασμό για το Ισραήλ στην αμερικανική κουλτούρα. Αυτό σημαίνει να περάσουμε το μήνυμα στον αμερικανικό λαό με έναν τρόπο που μπορεί να το καταναλώσει».

Υπό αυτό το πρίσμα, ο απόλυτος έλεγχος τεράστιων κομματιών της αμερικανικής βιομηχανίας ενημέρωσης και θεάματος –όπως προβλέπει η συγχώνευση της Paramount– συνιστά τον ιδανικό δίαυλο για την υλοποίηση αυτής της στρατηγικής. Όπως σωστά επισημαίνουν ανεξάρτητοι αναλυτές, πρόκειται για δισεκατομμυριούχους ακτιβιστές υπέρ συγκεκριμένων κρατικών συμφερόντων, οι οποίοι ετοιμάζονται να ασκήσουν μαζική εξουσία στα διεθνή μέσα ενημέρωσης. Η διαπίστωση αυτής της αλυσίδας επιρροής δεν συνιστά ρητορική μίσους, αλλά στοιχειώδη πολιτική και οικονομική ανάλυση.

Η απάντηση του Ράφαλο και το μέτωπο της λογικής

Ο ίδιος ο Μαρκ Ράφαλο, μη κάνοντας πίσω, απάντησε στις επιθέσεις με μια ξεκάθαρη δήλωση, διαχωρίζοντας πλήρως την πολιτική κριτική από τη μισαλλοδοξία. Ξεκαθάρισε πως το να ασκείς κριτική στις πράξεις της ισραηλινής κυβέρνησης και στα συμβόλαια στρατιωτικής τεχνολογίας, δεν ταυτίζεται σε καμία περίπτωση με την κριτική απέναντι στον εβραϊκό λαό. Τόνισε μάλιστα πως η εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού έχει ως στόχο να «αποκλείσει τον αναγκαίο διάλογο», επισημαίνοντας την ανάγκη για ρυθμιστικό έλεγχο απέναντι σε αποφάσεις που υποκινούνται εν μέρει από ξένα κεφάλαια, με επιρροή που ουδέποτε έχει εξηγηθεί επαρκώς στο ευρύ κοινό.

Η στάση του ηθοποιού βρίσκει αντίκρισμα σε μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Σύμφωνα με δημοσκοπήσεις, η πλειοψηφία των Αμερικανών πολιτών, καθώς και ένα σημαντικό ποσοστό Αμερικανοεβραίων –κυρίως στις ηλικίες κάτω των 35 ετών– εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις ή και καταδικάζουν ανοιχτά τις συνεχιζόμενες στρατιωτικές πρακτικές. Όμως, η συστημική απόπειρα καταστολής της όποιας αντίθετης φωνής βασίζεται στον φόβο και στην απειλή της επαγγελματικής εξόντωσης, επιχειρώντας να εμποδίσει τη μετάφραση της δημόσιας γνώμης σε πραγματική πολιτική πίεση.

Η κατασκευασμένη οργή και το «κόκκινο χέρι»

Στο πλαίσιο αυτής της εκστρατείας λάσπης, διάφοροι αρθρογράφοι στα διεθνή μέσα επιδόθηκαν σε ανιστόρητες συνδέσεις, φτάνοντας στο σημείο να κατηγορήσουν τον Ράφαλο για μια καρφίτσα που φορούσε στο πέτο του. Η καρφίτσα, που έφερε το σύμβολο ενός πορτοκαλί χεριού με μια καρδιά (το επίσημο σήμα της κίνησης Artists for Ceasefire για την άμεση κατάπαυση του πυρός), παρουσιάστηκε από ορισμένους επικριτές ως υποτιθέμενη αναφορά στο λιντσάρισμα δύο Ισραηλινών στρατιωτών στη Ραμάλα το 2000, τα πρώτα 24ωρα της δεύτερης Ιντιφάντα.

Ακόμα και φιλοϊσραηλινές ιστοσελίδες αναγκάστηκαν να παρέμβουν για να διαψεύσουν τον ισχυρισμό, προειδοποιώντας ότι η διάδοση τέτοιων θεωριών συνωμοσίας (“fake news”) πλήττει την αξιοπιστία της δικής τους πλευράς. Η πραγματικότητα είναι πως το σύμβολο της καρφίτσας εκφράζει την επείγουσα ανάγκη για προστασία της ανθρώπινης ζωής, ανεξαρτήτως εθνικότητας, καλώντας τη διεθνή κοινότητα να ηγηθεί με γνώμονα την ανθρωπιά και όχι τις πολεμικές βιομηχανίες.

Ο νέος Μακαρθισμός στον 21ο αιώνα

Η περίπτωση του Μαρκ Ράφαλο δεν είναι ένα μεμονωμένο συμβάν στα χρονικά του σύγχρονου Χόλιγουντ. Αντανακλά αυτό που πολλοί αναλυτές περιγράφουν ως τη μεγαλύτερη επίθεση στην ελευθερία του λόγου στη Δύση από την εποχή του Μακαρθισμού τη δεκαετία του 1950. Βλέπουμε μια μεθοδευμένη προσπάθεια ακύρωσης (cancel culture) και επαγγελματικού αποκλεισμού εις βάρος όσων τολμούν να αμφισβητήσουν το κυρίαρχο αφήγημα, είτε πρόκειται για πανεπιστημιακούς, είτε για δημοσιογράφους, είτε για καλλιτέχνες διεθνούς βεληνεκούς.

Ο έλεγχος των μέσων ενημέρωσης και της μαζικής ψυχαγωγίας από ολιγαρχικά σχήματα που διαπλέκονται ανοιχτά με την τεχνολογία της επιτήρησης και τις στρατιωτικές μηχανές, δεν απειλεί απλώς τον υγιή ανταγωνισμό στην αγορά. Απειλεί ευθέως την ίδια τη δομή της δημοκρατικής πληροφόρησης. Η στοχοποίηση φωνών όπως αυτή του Ράφαλο λειτουργεί παραδειγματικά, στέλνοντας ένα μήνυμα υποταγής προς τους υπόλοιπους. Όμως, απέναντι σε τεκτονικές αλλαγές και σε εν εξελίξει ανθρωπιστικές τραγωδίες, η σιωπή όσων διαθέτουν δημόσιο βήμα δεν είναι απλώς επιλογή· είναι ιστορική συνενοχή.