Η επικείμενη συμφωνία ΗΠΑ-Ιράν, οι απειλές του Ισραήλ, ο εγκλωβισμός του Νετανιάχου και το γεωπολιτικό θρίλερ
Πώς οι παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης Τραμπ με την Τεχεράνη προκαλούν πολιτικό σεισμό στο Ισραήλ, οργή στην αμερικανική δεξιά και επανασχεδιάζουν τον χάρτη σε Λίβανο και Γάζα
Η Μέση Ανατολή βρίσκεται για άλλη μια φορά στο χείλος μιας τεράστιας γεωπολιτικής ανατροπής. Καθώς οι φήμες και οι διαρροές για μια ενδεχόμενη συμφωνία μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν πληθαίνουν, το πολιτικό σκηνικό στο Ισραήλ θυμίζει καζάνι που βράζει. Η πιθανότητα μιας διπλωματικής διευθέτησης που ενορχηστρώνεται από την πλευρά της Ουάσιγκτον, φαίνεται να παρακάμπτει πλήρως την ηγεσία του Τελ Αβίβ, δημιουργώντας ένα ρήγμα άνευ προηγουμένου ανάμεσα στους παραδοσιακούς συμμάχους.
Η περιοχή του Λιβάνου παραμένει το κύριο πεδίο όπου η κατάσταση μπορεί να εκτροχιαστεί ραγδαία. Οι συσχετισμοί δυνάμεων, οι απειλές για συνέχιση των εχθροπραξιών και οι υπόγειες διαδρομές της διπλωματίας αποκαλύπτουν μια εξαιρετικά περίπλοκη εικόνα. Σε αυτό το παιχνίδι, οι ισορροπίες είναι εξαιρετικά λεπτές, με τους σκληροπυρηνικούς του Ισραήλ να πιέζουν ασφυκτικά την κυβέρνηση Νετανιάχου, ενώ το Ιράν, λειτουργώντας με ψυχραιμία και στρατηγική υπομονή, παρακολουθεί τις εξελίξεις προσπαθώντας να εκμεταλλευτεί τις εσωτερικές αδυναμίες τόσο των ΗΠΑ όσο και του Ισραήλ.
Η Οργή της Ισραηλινής Ακροδεξιάς και η Απειλή για τον Λίβανο
Οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της ισραηλινής κυβέρνησης είναι σφοδρές, με τον Υπουργό Οικονομικών Μπεζαλέλ Σμότριχ να δίνει τον τόνο της έντασης. Ο Σμότριχ χαρακτήρισε τη διαφαινόμενη συμφωνία με το Ιράν «κακή για το Ισραήλ και για ολόκληρο τον ελεύθερο κόσμο», ξεκαθαρίζοντας ότι τα επιτεύγματα της πρόσφατης στρατιωτικής εκστρατείας δεν πρέπει να πάνε χαμένα. Η ρητορική του αποκαλύπτει την πρόθεση της ακροδεξιάς πτέρυγας να αναλάβει μονομερείς δράσεις, τονίζοντας πως το Ισραήλ θα πρέπει να συνεχίσει την προσπάθεια ανατροπής του ιρανικού καθεστώτος με «δημιουργικούς τρόπους».

Η προσοχή του Ισραήλ στρέφεται αναπόφευκτα στον βορρά. Για τον Σμότριχ και τον έτερο ακροδεξιό υπουργό Ιταμάρ Μπεν-Γκβιρ, το μέτωπο του Λιβάνου αποτελεί την απόλυτη δοκιμασία. Η απαίτηση είναι σαφής: οι Ισραηλινές Αμυντικές Δυνάμεις (IDF) πρέπει να διατηρήσουν την πλήρη ελευθερία δράσης τους, προκειμένου να συνεχίσουν να απωθούν τη Χεζμπολάχ μακριά από τα σύνορα. Η πίεση που ασκείται στον Πρωθυπουργό Νετανιάχου είναι ασφυκτική. Κανένας ηγέτης δεν θα μπορούσε να αντέξει εύκολα τη δριμεία κριτική από τα δεξιά του κόμματός του, τη στιγμή που το αφήγημα της «ολοκληρωτικής νίκης» αρχίζει να καταρρέει. Η ισραηλινή ηγεσία εμφανίζεται αποφασισμένη να συνεχίσει τον πόλεμο κατά του Λιβάνου, ανεξάρτητα από τις δημόσιες εξαγγελίες και τις προθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ.
Η Στρατηγική της Τεχεράνης και το Σχέδιο “Αποσύνδεσης”
Από την άλλη πλευρά, η Τεχεράνη διαβάζει τα δεδομένα με μια εντελώς διαφορετική οπτική. Ιρανοί αξιωματούχοι και κορυφαίοι αναλυτές εκτιμούν πως ένας ευρύτερος, άμεσος πόλεμος μεταξύ Ιράν και Ισραήλ είναι πλέον αναπόφευκτος. Στο επίκεντρο των αμερικανικών και ισραηλινών σχεδιασμών βρίσκεται η προσπάθεια αποσύνδεσης της Χεζμπολάχ από το Ιράν. Οι ΗΠΑ επιχειρούν να εμπλέξουν τη λιβανέζικη κυβέρνηση και τον στρατό του Λιβάνου ως «εγχώριους ρυθμιστές», σε μια προσπάθεια να σπάσουν την επιρροή της σιιτικής οργάνωσης. Ωστόσο, η πολυπλοκότητα της δημογραφίας του Λιβάνου και η δημοφιλία της αντίστασης καθιστούν αυτό το σχέδιο εξαιρετικά εύθραυστο.
Η ιρανική ηγεσία παρακολουθεί με ικανοποίηση το ρήγμα που διαφαίνεται στις σχέσεις ΗΠΑ-Ισραήλ. Αναγνωρίζουν πως ο Τραμπ είναι απρόβλεπτος, αλλά κατανοούν βαθιά την αμερικανική πολιτική πραγματικότητα. Γνωρίζουν ότι το Ισραήλ μετατρέπεται σταδιακά σε ένα «τοξικό ζήτημα» στο εσωτερικό των ΗΠΑ και ότι αυτό θα παίξει ρόλο στις επερχόμενες ενδιάμεσες εκλογές. Ταυτόχρονα, επενδύουν στις εσωτερικές πολιτικές αδυναμίες του Νετανιάχου, ο οποίος δέχεται πυρά επειδή απέτυχε να ολοκληρώσει τους στόχους του: η Χαμάς διατηρεί δυνάμεις στη Γάζα, η Χεζμπολάχ συνεχίζει να χτυπά με drones, και το καθεστώς της Τεχεράνης παραμένει εδραιωμένο. Το Ιράν, αντί να υποχωρεί, περιμένει να δει πώς το πολεμικό μένος του Ισραήλ θα συγκρουστεί με τη διπλωματική ατζέντα του Τραμπ.

Η Κατάρρευση του «Κυρίου Ασφάλεια»: Η Επίθεση Λαπίντ
Το ρήγμα στο Ισραήλ, ωστόσο, δεν περιορίζεται μόνο στη δεξιά. Ο ηγέτης της αντιπολίτευσης, Γιαΐρ Λαπίντ, εξαπέλυσε μια πρωτοφανή, μετωπική επίθεση κατά του Νετανιάχου, η οποία καταδεικνύει την ευρύτερη θεσμική κρίση. Ο Λαπίντ έκανε λόγο για μια συμφωνία που έκλεισε πάνω από το κεφάλι του Ισραήλ, ενώ περιέγραψε τον πρωθυπουργό ως «αδύναμο, άρρωστο, απομονωμένο και ανίσχυρο». Σύμφωνα με την ισραηλινή αντιπολίτευση, ο Νετανιάχου επιτρέπει μια συμφωνία που διατηρεί ανέπαφο το πυρηνικό και βαλλιστικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, διοχετεύοντας παράλληλα δισεκατομμύρια στο καθεστώς των Αγιατολάχ.
Η κριτική του Λαπίντ αγγίζει τον πυρήνα του πολιτικού μύθου του Νετανιάχου. Τον κατηγόρησε ότι, ενώ χρόνια πουλούσε στο κοινό την εικόνα του «Κυρίου Ασφάλεια», στην πραγματικότητα εξελίχθηκε στον αρχιτέκτονα της μεγαλύτερης στρατηγικής αποτυχίας στην ιστορία της χώρας. Η κατηγορία ότι ο Νετανιάχου είναι καλός για τη Χαμάς, καλός για τη Χεζμπολάχ και καλός για το Ιράν, αλλά καταστροφικός για το Ισραήλ, απηχεί ένα ευρύτερο αίσθημα απογοήτευσης. Ακόμη και οι πολίτες, μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα και το Telegram, εκφράζουν την οργή τους, κάνοντας λόγο για τον «πρώτο πόλεμο που χάνει το Ισραήλ» και εκφράζοντας την ελπίδα να απεξαρτηθούν στο μέλλον από τους «Αμερικανούς ηλίθιους».
Εσωτερική Πολιτική των ΗΠΑ: Το Παιχνίδι Επίρριψης Ευθυνών
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η αμερικανική εσωτερική πολιτική παίζει το δικό της παιχνίδι. Αναλυτές και σχολιαστές με τεράστια επιρροή, όπως ο Μαρκ Λέβιν –τον οποίο συχνά επικροτεί δημόσια ο Τραμπ– προειδοποιούν έντονα κατά της συμφωνίας. Ο Λέβιν κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, υποστηρίζοντας ότι εάν το Ισραήλ αναγκαστεί να αμυνθεί προληπτικά κατά της Χεζμπολάχ, το Ιράν θα βρει την τέλεια δικαιολογία για να ισχυριστεί ότι οι Ισραηλινοί παραβίασαν τη συμφωνία. Η θέση της συντηρητικής πτέρυγας είναι ξεκάθαρη: η Χεζμπολάχ δεν πρέπει να αποτελεί μέρος καμίας συμφωνίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση των κορυφαίων Ρεπουμπλικανών, όπως ο Λίντσεϊ Γκράχαμ. Προσπαθώντας να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί, ο Γκράχαμ απέφυγε να ασκήσει άμεση κριτική στον Ντόναλντ Τραμπ. Αντιθέτως, φρόντισε να στοχοποιήσει τον Αντιπρόεδρο Τζέι Ντι Βανς ως τον «αρχιτέκτονα της συμφωνίας». Πρόκειται για μια σαφή προσπάθεια πολιτικής τοποθέτησης ενόψει του 2028. Εάν η συμφωνία αποτύχει ή θεωρηθεί ενδοτική, οι νεοσυντηρητικοί θα μπορούν να κατηγορήσουν τον Βανς και τη διαπραγματευτική ομάδα, προστατεύοντας τον Τραμπ και υποστηρίζοντας πως εάν βρισκόταν ο ίδιος στο τραπέζι, τα αποτελέσματα θα ήταν ριζικά διαφορετικά.

Ο Συμβιβασμός του Τραμπ και το Φιάσκο των Διαπραγματεύσεων
Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι αμείλικτη για τη διπλωματία του Τραμπ. Όταν ξεκίνησε αυτός ο κύκλος έντασης, οι απαιτήσεις της Ουάσιγκτον ήταν μαξιμαλιστικές: πλήρης εξάλειψη του ιρανικού βαλλιστικού προγράμματος, οριστικός τερματισμός της υποστήριξης προς τις περιφερειακές οργανώσεις, ακόμα και η φυσική απομάκρυνση του πυρηνικού υλικού από το Ιράν από αμερικανικές δυνάμεις. Το αφήγημα περιλάμβανε μέχρι και την ανατροπή του καθεστώτος.
Σήμερα, οι όροι που συζητούνται βρίσκονται πολύ μακριά από αυτές τις κόκκινες γραμμές. Ο Τραμπ πλέον φέρεται να αποδέχεται ότι το πυρηνικό υλικό μπορεί να καταστραφεί ή να αραιωθεί εντός της χώρας, μια θέση που εξ αρχής είχε θέσει η Τεχεράνη ως δική της κόκκινη γραμμή. Το Ιράν είχε προτείνει ένα μορατόριουμ 10 ετών στον εμπλουτισμό ουρανίου πάνω από 3,6% και την αραίωση του υλικού που ξεπερνά το 20%. Επί της ουσίας, μετά από έναν καταστροφικό πόλεμο 100 ημερών που κόστισε δισεκατομμύρια, ανθρώπινες ζωές και γεωπολιτικό κεφάλαιο, οι ΗΠΑ φαίνεται να επιστρέφουν στους όρους που βρίσκονταν στο τραπέζι λίγο πριν την έναρξη των εχθροπραξιών. Αυτό καταδεικνύει μια κολοσσιαία διπλωματική και στρατηγική αποτυχία, που καθιστά τον κόσμο και τις ΗΠΑ λιγότερο ασφαλείς, αναδεικνύοντας ταυτόχρονα τα όρια της αμερικανικής ισχύος στην περιοχή.
Το Μεγάλο Ερώτημα: Γιατί ο Λίβανος και Όχι η Γάζα;
Ένα από τα πιο πιεστικά ερωτήματα που προκύπτουν είναι γιατί το Ιράν εστίασε τόσο στενά στο μέτωπο του Λιβάνου, αφήνοντας τη Γάζα έξω από τη συγκεκριμένη διπλωματική ομπρέλα. Σύμφωνα με Ιρανούς αξιωματούχους και κορυφαίους αναλυτές, η κατάσταση στην Παλαιστίνη διέπεται από διαφορετικούς διπλωματικούς κανόνες, παλαιότερες συμφωνίες με το Ισραήλ και ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Η Τεχεράνη υποστηρίζει ότι δεν διαθέτει τη διπλωματική μόχλευση για να εντάξει τη Γάζα στις τρέχουσες διαπραγματεύσεις, καθώς κάτι τέτοιο θα άνοιγε ζητήματα όπως οι παράνομοι οικισμοί και η κατοχή στη Δυτική Όχθη, απαιτώντας ένα εντελώς ξεχωριστό μέτωπο διαπραγματεύσεων.
Επιπλέον, η άμεση εμπλοκή της Χεζμπολάχ στον πόλεμο, σε συνδυασμό με την επιθετικότητα του Ισραήλ, λειτούργησε ως συναγερμός για την Τεχεράνη. Το Ιράν θεώρησε πως βρισκόταν προ μιας κρίσιμης καμπής («D-Day») όπου έπρεπε να τραβήξει μια κόκκινη γραμμή για να υπερασπιστεί τον στρατηγικό του σύμμαχο στον Λίβανο, αλλιώς κινδύνευε να χάσει οριστικά την επιρροή του στην περιοχή. Αυτό καταρρίπτει επίσης τον μύθο ότι η Χαμάς ελέγχεται απόλυτα από το Ιράν. Αν συνέβαινε αυτό, η Τεχεράνη θα είχε θέσει πολύ πιο σκληρούς όρους για τη Γάζα.
Εν τω μεταξύ, η ανθρωπιστική τραγωδία στη Γάζα ξεπερνά κάθε λογική. Είναι χαρακτηριστικό πως το Ισραήλ έχει σκοτώσει περισσότερους Παλαιστινίους από την υπογραφή της εκεχειρίας τον περασμένο Οκτώβριο, από όσους Ισραηλινούς αμάχους έχασαν τη ζωή τους στις επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου. Με αυτά τα δεδομένα στο τραπέζι, η προοπτική μιας αμερικανο-ιρανικής συμφωνίας, κομμένης και ραμμένης στα μέτρα του Τραμπ, προκαλεί βαθύτατη καχυποψία σε όλους τους εμπλεκόμενους παίκτες, αφήνοντας το μέλλον της Μέσης Ανατολής να ακροβατεί σε τεντωμένο σχοινί.
