Εκλογικός σεισμός στη Γερμανία: Η άνοδος του AfD και το πολιτικό αδιέξοδο
Οι κρίσιμες κάλπες στα ανατολικά κρατίδια, το ριζοσπαστικό κυβερνητικό πρόγραμμα των 100 ημερών και οι συνέπειες για την καγκελαρία.
Ο Σεπτέμβριος φέρνει ξανά τη Γερμανία αντιμέτωπη με τις κάλπες, προκαλώντας έντονη ανησυχία στα παραδοσιακά κόμματα. Αν και δεν πρόκειται για εθνικές εκλογές, οι επερχόμενες αναμετρήσεις σε τρία γερμανικά κρατίδια αναμένεται να καθορίσουν σε μεγάλο βαθμό τις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις. Στις 6 Σεπτεμβρίου ψηφίζει η Σαξονία-Άνχαλτ, ενώ στις 20 Σεπτεμβρίου ακολουθούν το Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και το Βερολίνο. Για όσους αναρωτιούνται γιατί οι τοπικές εκλογές έχουν τόση σημασία, η απάντηση κρύβεται στις ιστορικά χαμηλές δημοτικότητες της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και του αρχηγού των Χριστιανοδημοκρατών (CDU), Φρίντριχ Μερτς. Ένα αρνητικό αποτέλεσμα σε αυτές τις περιφέρειες θα μπορούσε να πυροδοτήσει αλυσιδωτές αντιδράσεις στο κέντρο λήψης αποφάσεων, θέτοντας ενδεχομένως τέλος ακόμα και στις φιλοδοξίες για την ίδια την καγκελαρία, καθώς το πολιτικό τοπίο στη χώρα αναδιαμορφώνεται βίαια.
Η ραγδαία δημοσκοπική άνοδος και η πιθανότητα αυτοδυναμίας
Η βασική αιτία αυτού του πολιτικού πανικού δεν είναι άλλη από το κόμμα της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), το οποίο καταγράφει πρωτοφανή άνοδο, σαρώνοντας στις μετρήσεις. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, οι δημοσκοπήσεις το φέρνουν κοντά στο 36%, ενώ στη Σαξονία-Άνχαλτ το ποσοστό αγγίζει το ιλίγγιωδες 42%. Ακόμα και στο Βερολίνο, μια πόλη που παραδοσιακά ψηφίζει προοδευτικά και με έντονα κοινωνικά χαρακτηριστικά, το κόμμα συγκεντρώνει περίπου 17%. Το 42% στη Σαξονία-Άνχαλτ έχει τεράστια πολιτική βαρύτητα. Ανάλογα με την τελική επίδοση των μικρότερων κομμάτων, το ποσοστό αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί σε απόλυτη πλειοψηφία εδρών για το AfD, ένα σενάριο που θα προκαλούσε πραγματικό πολιτικό σεισμό. Κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι το κόμμα θα μπορούσε να κυβερνήσει το κρατίδιο μόνο του, χωρίς την ανάγκη κανενός κυβερνητικού εταίρου. Αυτός είναι και ο απώτερος στόχος τους, καθώς με μια απόλυτη πλειοψηφία, ο επικεφαλής τους, Ούλριχ Ζίγκμουντ, θα μπορούσε να γίνει ο πρώτος πρωθυπουργός κρατιδίου προερχόμενος από το AfD, συγκεντρώνοντας στα χέρια του πραγματική εκτελεστική εξουσία.

Η απώλεια εμπιστοσύνης και το αφήγημα της μετανάστευσης
Για να κατανοήσουμε πώς το 42% στη Σαξονία-Άνχαλτ έγινε ρεαλιστική πιθανότητα, πρέπει να εξετάσουμε τη βάση των ψηφοφόρων και την ψυχολογία τους. Μια τέτοια δυναμική δεν δημιουργείται ποτέ από το πουθενά. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ξεκάθαρα ένα δομικό στοιχείο: την απόλυτη απώλεια εμπιστοσύνης στο πολιτικό σύστημα. Κυριαρχεί η αίσθηση ότι οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι αδιαφορούν πλήρως για τα καθημερινά προβλήματα των πολιτών. Οι ψηφοφόροι αναρωτιούνται ανοιχτά γιατί η Γερμανία δαπανά δισεκατομμύρια για τη φιλοξενία προσφύγων ή για τη στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη της Ουκρανίας, όταν στο εσωτερικό της χώρας τα σχολεία, οι υποδομές, οι δρόμοι και οι τοπικές αρχές αντιμετωπίζουν σοβαρότατη έλλειψη πόρων. Το AfD εκμεταλλεύεται απόλυτα αυτό το κενό εκπροσώπησης. Σήμερα, μόλις το 16% των πολιτών δηλώνει ότι εμπιστεύεται το CDU για την επίλυση των προβλημάτων του κρατιδίου, ενώ για το AfD το αντίστοιχο ποσοστό αγγίζει το 36% (από μόλις 9% που ήταν πριν από πέντε χρόνια). Το κεντρικό ζήτημα που συσπειρώνει αυτούς τους ψηφοφόρους παραμένει η μετανάστευση, η οποία αποτελεί τον πυρήνα του προγράμματος του κόμματος.
Το πρόγραμμα των 100 ημερών και η δημόσια ραδιοτηλεόραση
Το AfD αποφεύγει συστηματικά τον όρο «εκλογικό πρόγραμμα», προτιμώντας να μιλά για το κυβερνητικό του πρόγραμμα, καλλιεργώντας την εικόνα ενός κόμματος έτοιμου να αναλάβει τα ηνία. Μάλιστα, έχει δημοσιεύσει ένα λεπτομερές σχέδιο έκτακτης ανάγκης 10 σημείων για τις πρώτες 100 ημέρες εξουσίας, με το κεντρικό σύνθημα ότι «όλα είναι δυνατά». Ωστόσο, η πραγματικότητα της διακυβέρνησης απέχει πολύ από τις εύκολες υποσχέσεις. Στην κορυφή της ατζέντας βρίσκεται η δημόσια ραδιοτηλεόραση. Στη Γερμανία, κάθε νοικοκυριό πληρώνει περίπου 18 ευρώ τον μήνα για τη χρηματοδότηση των δημόσιων καναλιών. Το AfD επιθυμεί να αποσύρει τη Σαξονία-Άνχαλτ από το σύστημα που χρηματοδοτεί τον περιφερειακό ραδιοτηλεοπτικό φορέα MDR. Αν και τεχνικά μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία στο τοπικό κοινοβούλιο θα επέτρεπε αυτή την αποχώρηση, το γερμανικό Σύνταγμα προστατεύει αυστηρά τον θεσμό της δημόσιας ραδιοτηλεόρασης. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι το κρατίδιο θα έπρεπε να δημιουργήσει άμεσα έναν δικό του αντικαταστάτη, ο οποίος προφανώς θα κόστιζε επίσης χρήματα στους φορολογούμενους.
Τα όρια της κρατιδιακής εξουσίας στις απελάσεις

Το δεύτερο μεγάλο κεφάλαιο του προγράμματος είναι η μετανάστευση, με το AfD να υπόσχεται εμφατικά απελάσεις από το πρώτο λεπτό. Μπορεί όμως μια κρατιδιακή κυβέρνηση να ξεκινήσει άμεσα μαζικές απελάσεις κατά το δοκούν; Η αυστηρή νομική απάντηση είναι όχι. Θα μπορούσε, ωστόσο, να αυξήσει τον αριθμό τους, καθώς τα γερμανικά κρατίδια είναι πράγματι υπεύθυνα για την πρακτική εκτέλεση των απελάσεων. Μια κυβέρνηση του AfD θα μπορούσε να διαθέσει περισσότερο προσωπικό σε αυτόν τον τομέα, να συντονίσει πιο επιθετικά τις υποθέσεις και να αλλάξει τις διοικητικές προτεραιότητες. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να σταματήσει να αναγνωρίζει το λεγόμενο εκκλησιαστικό άσυλο, μια παραδοσιακή γερμανική πρακτική όπου οι εκκλησίες προσφέρουν προσωρινό καταφύγιο σε άτομα που κινδυνεύουν με απέλαση, μέχρι να επανεξεταστεί νομικά η υπόθεσή τους. Όμως, υπάρχουν σαφή όρια. Άτομα με έγκυρη άδεια παραμονής ή αναγνωρισμένο καθεστώς προστασίας δεν μπορούν απλώς να απελαθούν με απόφαση του κρατιδίου. Ειδικοί νομικοί που ανέλυσαν τις 56 μεταναστευτικές προτάσεις του προγράμματος, διαπίστωσαν ότι οι 21 από αυτές μπορούν να αποφασιστούν μόνο σε ομοσπονδιακό ή ενωσιακό επίπεδο (ΕΕ), ενώ 18 κρίνονται ευθέως αντισυνταγματικές.
Ριζικές αλλαγές στο εκπαιδευτικό σύστημα
Ένας τομέας όπου η κρατιδιακή κυβέρνηση διαθέτει εκ του νόμου ουσιαστική δύναμη είναι η εκπαίδευση. Εδώ, το AfD υποστηρίζει ότι θα αντικαταστήσει τις «αμόρφωτες» πολιτικές των παλιών κομμάτων με μια «μορφωμένη» πολιτική. Μία από τις πιο χαρακτηριστικές προτάσεις τους είναι η ουσιαστική κατάργηση της υποχρεωτικής φυσικής παρουσίας στο σχολείο, ανοίγοντας νομοθετικά τον δρόμο για την κατ’ οίκον εκπαίδευση (homeschooling). Αυτή η κίνηση σχεδόν σίγουρα θα κατέληγε σε σφοδρή σύγκρουση στα δικαστήρια, καθώς το Συνταγματικό Δικαστήριο της Γερμανίας έχει στο παρελθόν υπερασπιστεί σθεναρά την υποχρεωτική σχολική εκπαίδευση. Όσον αφορά όμως το περιεχόμενο των μαθημάτων, η Σαξονία-Άνχαλτ έχει μεγάλη αυτονομία. Το AfD επιθυμεί το μάθημα της ιστορίας να εστιάζει κατά κύριο λόγο στην «ιστορία επιτυχίας» της Γερμανικής Αυτοκρατορίας. Παράλληλα, θέλει να επεκτείνει τη διδασκαλία της ρωσικής γλώσσας στα σχολεία και να επανεκκινήσει τα προγράμματα ανταλλαγής μαθητών με τη Ρωσία. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το κόμμα στοχεύει να επαναφέρει τα παλιά παραδοσιακά γερμανικά πτυχία (Magister και Diplom), απομακρυνόμενο από τα Bachelor και Master, κάτι που θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο λόγω της ευρωπαϊκής συνθήκης της Μπολόνια.
Παροχές, επιδόματα και το δημοσιονομικό κενό
Το πιο συζητημένο ίσως κομμάτι του προγράμματος του AfD αφορά την οικονομική του πολιτική. Το κόμμα μοιράζει απλόχερα προεκλογικές υποσχέσεις, στοχεύοντας ειδικά στη στήριξη των οικογενειών. Υπόσχεται ένα μπόνους 2.000 ευρώ για κάθε νεογέννητο, με την προϋπόθεση ότι τουλάχιστον ο ένας γονέας έχει γερμανική υπηκοότητα, επιπλέον 2.000 ευρώ για το δεύτερο παιδί και το ποσό των 4.000 ευρώ από το τρίτο παιδί και μετά. Εξαγγέλλει επίσης ένα νέο μηνιαίο κρατικό οικογενειακό επίδομα, δωρεάν παιδικούς σταθμούς, δωρεάν γεύματα σε νηπιαγωγεία και σχολεία, φθηνότερα δάνεια για νέες οικογένειες που χτίζουν ή αγοράζουν σπίτι, και επιδότηση έως 1.500 ευρώ για την απόκτηση διπλώματος οδήγησης για νέους σε επαγγελματική κατάρτιση. Το μεγάλο ερώτημα που προκύπτει είναι πώς ακριβώς θα χρηματοδοτηθούν όλα αυτά. Ερευνητές υπολόγισαν ότι μόνο 10 από τις 41 παροχολογικές προτάσεις του κόμματος θα κόστιζαν περίπου 913 εκατομμύρια ευρώ ετησίως. Αυτό το ποσό θα διπλασίαζε σχεδόν το ετήσιο έλλειμμα της Σαξονίας-Άνχαλτ, εκτοξεύοντάς το στα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Αντί για αύξηση εσόδων, το AfD προτείνει ταυτόχρονα μειώσεις φόρων, όπως η ελάφρυνση του φόρου μεταβίβασης ακινήτων και η πλήρης κατάργηση του φόρου μπίρας. Οι προτεινόμενες περικοπές στο άσυλο και τη διοίκηση θα εξοικονομούσαν μόλις 200 εκατομμύρια, αφήνοντας μια τεράστια τρύπα στον προϋπολογισμό.
Ο ρόλος στο ομοσπονδιακό συμβούλιο και η απειλή για τον Μερτς

Αν το AfD καταφέρει να κερδίσει την απόλυτη πλειοψηφία στη Σαξονία-Άνχαλτ, οι αλλαγές στο εσωτερικό του κρατιδίου θα είναι άμεσες και αισθητές στους τομείς των σχολείων, της αστυνομίας, του πολιτισμού και της δημόσιας διοίκησης. Σε ομοσπονδιακό επίπεδο, η άμεση θεσμική εξουσία τους θα είναι σαφώς πιο περιορισμένη, καθώς το κρατίδιο διαθέτει μόνο 4 από τις 69 ψήφους στο Μπούντεσρατ (Άνω Βουλή της Γερμανίας), όπου οι περισσότερες αποφάσεις απαιτούν ευρύτερες πλειοψηφίες. Ωστόσο, η πολιτική σημειολογία θα ήταν απολύτως συντριπτική. Θα σπάσει για πρώτη φορά ένα τεράστιο πολιτικό ταμπού, δίνοντας στο AfD την ιστορική ευκαιρία να αποδείξει στους ψηφοφόρους ότι έχει την ικανότητα να κυβερνήσει. Το ίδιο το κόμμα βλέπει το κρατίδιο ως το ιδανικό εφαλτήριο για τη διεκδίκηση της ομοσπονδιακής εξουσίας. Όλο αυτό αποτελεί τον χειρότερο εφιάλτη για τον Φρίντριχ Μερτς. Ο ηγέτης του CDU είχε δεσμευτεί δημόσια να μειώσει στο μισό την επιρροή του AfD, μια υπόσχεση που έχει αποτύχει παταγωδώς. Εθνικά, το κόμμα προηγείται των συντηρητικών σε πολλές μετρήσεις, και ο Μερτς δέχεται πλέον ασφυκτικές πιέσεις από το ίδιο του το κόμμα. Μια νίκη του AfD στα κρατίδια θα έθετε σε ευθεία αμφισβήτηση τη στρατηγική του, αποτελώντας ίσως το πρώτο καρφί στο πολιτικό του φέρετρο.
Το μεγάλο δίλημμα και ο κίνδυνος για τη δημοκρατία
Ακόμα όμως και στο ευνοϊκότερο σενάριο για το κατεστημένο, όπου το AfD χάνει οριακά την αυτοδυναμία, ο Μερτς και συνολικά το γερμανικό πολιτικό σύστημα βρίσκονται μπροστά σε ένα πρωτοφανές στρατηγικό πρόβλημα. Εφόσον κανένα παραδοσιακό κόμμα δεν προτίθεται να συγκυβερνήσει με αυτούς, το CDU ενδέχεται να αναγκαστεί να σχηματίσει έναν τεράστιο συνασπισμό στη Σαξονία-Άνχαλτ συνεργαζόμενο με το SPD, τους Πράσινους, ακόμα και με την Αριστερά, με μοναδικό και αποκλειστικό σκοπό να κρατήσει το AfD εκτός κυβέρνησης. Όμως, όταν πάνω από το 40% του πληθυσμού ενός κρατιδίου ψηφίζει ένα συγκεκριμένο κόμμα και η απάντηση του πολιτικού συστήματος είναι μια ετερόκλητη συμμαχία αποκλεισμού, η οργή και η απογοήτευση των πολιτών αναπόφευκτα θα γιγαντωθούν. Αυτό μεταφράζεται νομοτελειακά σε περαιτέρω απώλεια εμπιστοσύνης προς τα συστημικά κόμματα, επιβεβαιώνοντας στα μάτια των ψηφοφόρων το αφήγημα του AfD. Τελικά, μια τέτοια εξέλιξη υπονομεύει την ίδια την ουσία της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Το αδιέξοδο αυτό φαντάζει πιο επικίνδυνο από ποτέ, καθώς το ρήγμα ανάμεσα στην κοινωνία και τα κέντρα εξουσίας βαθαίνει, αφήνοντας το μέλλον της γερμανικής πολιτικής σκηνής σε αχαρτογράφητα νερά.

