Το πανεπιστήμιο ως πεδίο μάχης: το «Υπουργείο Πολέμου» των ΗΠΑ διατάζει έλεγχο 30 ιδρυμάτων για δεσμούς με την Κίνα

Τριάντα αμερικανικά πανεπιστήμια καλούνται να ελέγξουν πλήρως τις ερευνητικές τους συνεργασίες με κινεζικά ιδρύματα μέσα σε μόλις δύο εβδομάδες. Η εντολή έρχεται από φορέα που μόλις άλλαξε όνομα, σε μια ακόμη ένδειξη της κλιμάκωσης του τεχνολογικού ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας.

Το πανεπιστήμιο ως πεδίο μάχης: το «Υπουργείο Πολέμου» των ΗΠΑ διατάζει έλεγχο 30 ιδρυμάτων για δεσμούς με την Κίνα
 Το κτίριο του Πενταγώνου στην Ουάσιγκτον· το υπουργείο, πλέον με την ονομασία «Υπουργείο Πολέμου», διέταξε έλεγχο ερευνητικών δεσμών 30 πανεπιστημίων με κινεζικά ιδρύματα. (Φωτογραφία: αρχείο.)

Το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας, το οποίο πλέον χρησιμοποιεί επίσημα την ονομασία «Υπουργείο Πολέμου», διέταξε τη Δευτέρα τριάντα αμερικανικά πανεπιστήμια να διενεργήσουν σαρωτικούς ελέγχους στις διεθνείς ερευνητικές τους συνεργασίες. Ειδικότερα, τα ιδρύματα καλούνται να επανεξετάσουν ακαδημαϊκές, οικονομικές και ερευνητικές σχέσεις με ξένες «οντότητες που προκαλούν ανησυχία», συμπεριλαμβανομένων κινεζικών φορέων συνδεδεμένων με πρώην Ινστιτούτα Κομφούκιου. Παράλληλα, οφείλουν να προσδιορίσουν αν έχει εκτεθεί ευαίσθητη ή ελεγχόμενη εξαγωγικά έρευνα. Το υπουργείο δεν κατονόμασε δημόσια τα τριάντα πανεπιστήμια, ούτε διευκρίνισε πόσες από τις ειδοποιήσεις αφορούν συγκεκριμένα δεσμούς με την Κίνα, σε αντιδιαστολή με τη Ρωσία ή το Ιράν.

σχετικά άρθρα

Το πανεπιστήμιο ως πεδίο μάχης

Η σημερινή εντολή δεν προέκυψε ξαφνικά, αλλά αποτελεί κλιμάκωση μιας ήδη υπαρκτής πολιτικής. Έχει συγκεκριμένη νομική βάση. Το άρθρο 1286 του αμερικανικού νόμου περί εθνικής άμυνας οικονομικού έτους 2019 προβλέπει ετήσια δημοσίευση λίστας ξένων ακαδημαϊκών και ερευνητικών φορέων που θεωρούνται επικίνδυνοι για την αμερικανική έρευνα και πνευματική ιδιοκτησία. Η λίστα αυτή έχει πλέον διευρυνθεί σε εκατόν τριάντα ιδρύματα, με σχεδόν το εβδομήντα τοις εκατό να προέρχεται από την Κίνα, και το υπόλοιπο από Ρωσία και Ιράν. Ωστόσο, το πιο σημαντικό στοιχείο της φετινής ενημέρωσης της λίστας, στις είκοσι τρεις Ιουλίου, αφορά την ποιοτική της μεταστροφή. Μέχρι πρόσφατα, η λίστα κάλυπτε κυρίως στρατιωτικές ακαδημίες και ιδρύματα άμεσα συνδεδεμένα με την κινεζική αμυντική βιομηχανία. Τώρα, όμως, προστέθηκαν για πρώτη φορά κορυφαία, καθαρά πολιτικά πανεπιστήμια της Κίνας, ανάμεσά τους το Πανεπιστήμιο Φουντάν, το Σανγκάη Τζιάο Τονγκ και το Πανεπιστήμιο Σαντόνγκ.

Η προσθήκη αυτή δεν είναι συμβολική. Έχει άμεσες, χειροπιαστές συνέπειες. Από την αρχή του τρέχοντος οικονομικού έτους, το υπουργείο απαγορεύεται να χρηματοδοτεί θεμελιώδη έρευνα που εμπλέκει οποιαδήποτε οντότητα της λίστας, απαγόρευση που καλύπτει επιχορηγήσεις, συμβόλαια και κάθε μορφή ομοσπονδιακής στήριξης. Επιπρόσθετα, η απαγόρευση αφορά ακόμη και τη χρήση εξοπλισμού από τα συγκεκριμένα ιδρύματα, ενώ ισχύει για το σύνολο του προσωπικού τους. Χαρακτηριστικά, το Υφυπουργείο Πολέμου για Έρευνα και Ανάπτυξη, μέσω του Υφυπουργού Έμιλ Μάικλ, δήλωσε ότι «το Υπουργείο έχει μηδενική ανοχή σε ακαδημαϊκές συνεργασίες που θέτουν σε κίνδυνο την εθνική μας ασφάλεια». Παράλληλα, ο Βοηθός Υπουργού για Επιστήμη και Τεχνολογία, Δρ. Τζόζεφ Τζούελ, τόνισε ότι «τα πανεπιστήμια αποτελούν κρίσιμους εταίρους» σε ερευνητικά προγράμματα του υπουργείου, εξ ου και η ανάγκη προστασίας αυτών των επενδύσεων από ξένη εκμετάλλευση.

Πολιτική πίεση ή πραγματικός κίνδυνος

Η σημερινή εξέλιξη, ωστόσο, δεν μπορεί να αξιολογηθεί πλήρως χωρίς το ιστορικό της. Υπάρχει σοβαρή, τεκμηριωμένη κριτική. Τα Ινστιτούτα Κομφούκιου, εκπαιδευτικές συνεργασίες κινεζικών και αμερικανικών ιδρυμάτων που προσέφεραν μαθήματα κινεζικής γλώσσας και πολιτισμού, βρίσκονταν στο επίκεντρο ανάλογων ανησυχιών ήδη από το 2018, όταν το Κογκρέσο περιόρισε ομοσπονδιακή χρηματοδότηση σε σχολεία που τα διατηρούσαν. Ειδικότερα, έκθεση της αμερικανικής Υπηρεσίας Λογιστικού Ελέγχου κατέγραψε ότι ο αριθμός τέτοιων ινστιτούτων έπεσε από περίπου εκατό το 2019 σε λιγότερα από πέντε σήμερα, με τα ίδια τα σχολεία να αναφέρουν ως κύριο λόγο κλεισίματος τον φόβο απώλειας χρηματοδότησης, όχι τεκμηριωμένες ανησυχίες παρέμβασης. Αντίστοιχα, ανάλυση του ινστιτούτου Μπρούκινγκς είχε επισημάνει ότι πάνω από τριάντα πανεπιστήμια έκλεισαν τα ινστιτούτα τους «υπό πολιτική πίεση που απειλούσε απώλεια ομοσπονδιακών κονδυλίων, όχι εξαιτίας ανησυχιών για κινεζική παρέμβαση ή μειωμένο ενδιαφέρον».

Η σημερινή εντολή, μάλιστα, δεν στοχεύει πλέον τα ίδια τα Ινστιτούτα Κομφούκιου, τα οποία έχουν ήδη σχεδόν εξαφανιστεί. Στοχεύει ρητά «οργανισμούς συνδεδεμένους με πρώην Ινστιτούτα Κομφούκιου», δηλαδή διάδοχους ή μετονομασμένους φορείς που προέκυψαν μετά τα κλεισίματα. Ωστόσο, η ίδια η ασάφεια γύρω από το τι ακριβώς συνιστά τέτοιο «διάδοχο» φορέα αφήνει σημαντικό περιθώριο ερμηνείας στα ίδια τα πανεπιστήμια, τα οποία καλούνται να αποφασίσουν μόνα τους ποιες συνεργασίες θεωρούνται προβληματικές, με το κόστος λανθασμένης εκτίμησης να είναι η απώλεια κρίσιμης ομοσπονδιακής χρηματοδότησης. Παράλληλα, τα ιδρύματα που λαμβάνουν χρηματοδότηση από το υπουργείο υποχρεούνται πλέον να δηλώνουν κάθε συμμετοχή ερευνητών τους σε ξένα προγράμματα προσέλκυσης ταλέντων, μηχανισμό που έχει επίσης προκαλέσει ανησυχίες για υπερβολική επιτήρηση ξενόγλωσσων ή διεθνών ερευνητών στο παρελθόν.

Παράλληλα, υπάρχει και η αντίθετη, εξίσου σοβαρή πλευρά του επιχειρήματος. Δεν είναι αμελητέα. Το ίδιο το Πανεπιστήμιο Φουντάν, για παράδειγμα, φέρεται να διατηρεί σχολή μικροηλεκτρονικής που επικαλείται ρητά στόχους «στρατιωτικοπολιτικής σύντηξης» και «μείζονες εθνικές στρατηγικές ανάγκες», σύμφωνα με ανάλυση ειδικευμένου ερευνητικού οργανισμού. Το ίδιο ίδρυμα συνδέεται με έρευνα τσιπ σε κρατικά χρηματοδοτούμενα εργαστήρια, μέσα στο ευρύτερο βιομηχανικό συγκρότημα της Σαγκάης που η Κίνα θεωρεί κρίσιμο για την αυτάρκειά της σε ημιαγωγούς. Η ύπαρξη τέτοιων, τεκμηριωμένων δεσμών σε τουλάχιστον ορισμένα από τα νέα ιδρύματα της λίστας δείχνει ότι η αμερικανική ανησυχία δεν είναι εξ ολοκλήρου αβάσιμη, ακόμη κι αν η συνολική πολιτική έχει ιστορικό υπερβολών.

Δύο εβδομάδες για τριάντα πανεπιστήμια

Η πρακτική πίεση χρόνου, τέλος, προσθέτει ακόμη μια δύσκολη διάσταση σε όλη αυτή τη διαδικασία. Δεν πρόκειται για άνετο χρονοδιάγραμμα. Τα τριάντα πανεπιστήμια οφείλουν να ολοκληρώσουν πλήρη έλεγχο των διεθνών τους συνεργασιών, να αξιολογήσουν πιθανή έκθεση ευαίσθητης έρευνας και να προτείνουν συγκεκριμένα μέτρα μετριασμού, συμπεριλαμβανομένου ενδεχόμενου τερματισμού προβληματικών συνεργασιών, έως τις τριάντα μία Αυγούστου. Πρακτικά, αυτό σημαίνει λιγότερο από δύο εβδομάδες για διαδικασία που, σε ήρεμες συνθήκες, θα απαιτούσε μήνες προσεκτικής νομικής και ακαδημαϊκής αξιολόγησης. Το ίδιο το υπουργείο περιέγραψε τον στόχο της πρωτοβουλίας ως προσπάθεια καλύτερης πρόβλεψης «αναδυόμενων απειλών» και προσαρμογής σε «εξελισσόμενες αντίπαλες τακτικές», διατηρώντας παράλληλα την αμερικανική ηγετική θέση στην παγκόσμια καινοτομία.

Το ευρωπαϊκό διακύβευμα

Η υπόθεση αυτή έχει έμμεσες, αλλά πραγματικές συνέπειες και για την ευρωπαϊκή ακαδημαϊκή κοινότητα. Καταρχάς, πολλά ευρωπαϊκά πανεπιστήμια διατηρούν παράλληλες ερευνητικές συνεργασίες με τα ίδια κινεζικά ιδρύματα που πλέον βρίσκονται στο επίκεντρο του αμερικανικού ελέγχου. Παράλληλα, η αυστηροποίηση της αμερικανικής πολιτικής συχνά λειτουργεί ως πρότυπο ή πίεση για ανάλογες συζητήσεις εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως σε ζητήματα τεχνολογιών διπλής χρήσης. Επιπρόσθετα, η ένταση αυτή εντάσσεται στην ίδια, ευρύτερη εικόνα ανταγωνισμού ΗΠΑ-Κίνας για τεχνολογική υπεροχή που έχουμε ήδη καταγράψει επανειλημμένα, από τους δασμούς έως τις σπάνιες γαίες και τα ημιαγωγικά τσιπ.

Το συμπέρασμα

Στο τέλος της εξέτασης αυτής μένει μια εικόνα με σαφή, αντικρουόμενα στοιχεία. Μια πολιτική με τεκμηριωμένο ιστορικό υπερβολών, δίπλα σε συγκεκριμένα, πραγματικά τεκμηριωμένους δεσμούς ορισμένων ιδρυμάτων με στρατιωτικές εφαρμογές. Πρώτον, η μετονομασία του ίδιου του υπουργείου σε «Υπουργείο Πολέμου» αντανακλά ήδη μια πιο επιθετική στάση απέναντι στον τεχνολογικό ανταγωνισμό με την Κίνα. Ωστόσο, η ασάφεια γύρω από τα κριτήρια και η ασφυκτική προθεσμία αφήνουν τα ίδια τα πανεπιστήμια εκτεθειμένα σε δύσκολες, βιαστικές αποφάσεις. Το iaxia.gr θα συνεχίσει να παρακολουθεί πώς θα εξελιχθεί αυτή η διαδικασία μετά την προθεσμία της τριάντα μίας Αυγούστου, και ποιο μέρος της αμερικανικής ακαδημαϊκής κοινότητας θα επηρεαστεί τελικά περισσότερο.