Τα γεράκια των ΗΠΑ πιέζουν για όπλα στην Ταϊβάν: η μάχη πριν από τη σύνοδο με τον Σι

Το Κογκρέσο ενέκρινε τα 14 δισεκατομμύρια πριν από επτά μήνες. Ο Τραμπ τα κρατά ακόμη στο συρτάρι. Και ο ίδιος εξήγησε γιατί: «το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε είναι ένας πόλεμος 9.500 μίλια μακριά».

Τα γεράκια των ΗΠΑ πιέζουν για όπλα στην Ταϊβάν: η μάχη πριν από τη σύνοδο με τον Σι
 Μαχητικά αεροσκάφη της Ταϊβάν σε πτήση ετοιμότητας· η νέα αμερικανική πώληση όπλων παραμένει σε εκκρεμότητα εν μέσω διπλωματικών πιέσεων 

Ρεπουμπλικανοί βουλευτές αυξάνουν την πίεση για νέα πώληση όπλων στην Ταϊβάν. Το πακέτο αφορά κρίσιμο υλικό αξίας δεκατεσσάρων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Δηλαδή, ένα πακέτο που το ίδιο το Κογκρέσο είχε εγκρίνει ήδη από τον Ιανουάριο. Μάλιστα, ο βουλευτής Μάικλ ΜακΚόλ δήλωσε ότι ο πρόεδρος θα το προωθήσει «σύντομα». Ωστόσο, η καθυστέρηση αυτή δεν είναι τυχαία γραφειοκρατική βραδύτητα. Έτσι, πίσω από μια απλή στρατιωτική συμφωνία κρύβεται μια βαθύτερη μάχη για την ίδια την αμερικανική στρατηγική.

σχετικά άρθρα

Το πακέτο που περιμένει στο συρτάρι

Ας δούμε πρώτα τα γεγονότα με ακρίβεια. Η καθυστέρηση μετριέται πλέον σε μήνες. Πρώτον, το Κογκρέσο ενέκρινε το πακέτο των δεκατεσσάρων δισεκατομμυρίων ήδη από τον Ιανουάριο. Δεύτερον, περιλαμβάνει προηγμένους πυραύλους αναχαίτισης και κρίσιμο αμυντικό υλικό. Μάλιστα, ο Τραμπ δεν το έχει ακόμη υποβάλει επίσημα προς υλοποίηση. Επιπλέον, ένα ξεχωριστό πακέτο άνω των δέκα δισεκατομμυρίων είχε ήδη ανακοινωθεί τον περασμένο Δεκέμβριο. Ωστόσο, ακόμη και εκείνο παραμένει σε εκκρεμότητα υλοποίησης. Γι’ αυτό η αμερικανική δέσμευση προς την Ταϊβάν μοιάζει πλέον περισσότερο υπόσχεση παρά πράξη.

Η σύνοδος του Πεκίνου

Η αιτία της καθυστέρησης εντοπίζεται σε συγκεκριμένη στιγμή. Και έχει το δικό της βάρος. Καταρχάς, τον Μάιο ο Τραμπ συναντήθηκε με τον Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο. Έπειτα, δήλωσε δημόσια ότι θα «συζητούσε» το θέμα των όπλων απευθείας με τον Κινέζο ηγέτη. Μάλιστα, ο ίδιος ο Σι έθεσε το ζήτημα της Ταϊβάν ως «το σημαντικότερο θέμα» στις διμερείς σχέσεις. Επιπλέον, σύμφωνα με τον ΜακΚόλ, στάθηκε «πολύ επιθετικός» πάνω σε αυτό το σημείο. Ωστόσο, ο Τραμπ έφυγε από τη σύνοδο χωρίς να πάρει καμία απόφαση. Γι’ αυτό δήλωσε απλώς ότι «τον άκουσε», χωρίς να σχολιάσει περαιτέρω.

Το προηγούμενο που έσπασε

Η ίδια αυτή στιγμή, όμως, αγγίζει κάτι πολύ πιο θεμελιώδες. Ξεπερνά τη συγκεκριμένη συμφωνία. Πρώτον, από το 1982 ισχύουν οι λεγόμενες «Έξι Διαβεβαιώσεις» του προέδρου Ρίγκαν προς την Ταϊβάν. Δεύτερον, η δεύτερη από αυτές ορίζει ρητά ότι οι ΗΠΑ «δεν συμφώνησαν ποτέ να διαβουλεύονται με την Κίνα» για πωλήσεις όπλων στο νησί. Μάλιστα, αναλυτές επισήμαναν ότι η δημόσια δέσμευση του Τραμπ να «το συζητήσει» με τον Σι ενδέχεται να παραβιάζει ακριβώς αυτή την αρχή. Επιπλέον, καμία προηγούμενη αμερικανική κυβέρνηση δεν είχε δεσμευτεί τόσο ανοιχτά σε τέτοια διαβούλευση. Ωστόσο, ο Λευκός Οίκος δεν διέψευσε ποτέ επίσημα αυτή την ερμηνεία. Γι’ αυτό το προηγούμενο αυτό θεωρείται από πολλούς αναλυτές ιστορική ρήξη, ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του πακέτου.

Η προειδοποίηση του Πεκίνου

Το παρασκήνιο της σύνοδο αποκαλύπτει, μάλιστα, πόσο κοντά ήταν η πλήρης αναστολή. Δεν ήταν απλή υπόθεση. Καταρχήν, εκπρόσωποι του Σι προειδοποίησαν εκ των προτέρων τους συνεργάτες του Τραμπ. Ακολούθως, τους ανέφεραν ότι η ανακοίνωση της συμφωνίας θα μπορούσε να «τορπιλίσει» ολόκληρη τη σύνοδο κορυφής. Μάλιστα, ο Λευκός Οίκος επέλεξε τελικά να κρατήσει την ανακοίνωση παγωμένη πριν από τη συνάντηση. Επιπλέον, η ίδια η σύνοδος πραγματοποιήθηκε τελικά κανονικά, με τους δύο ηγέτες να μιλούν για πρόοδο στις σχέσεις. Ωστόσο, το θέμα της Ταϊβάν παρέμεινε εκκρεμές ως αντάλλαγμα αυτής της «σταθεροποίησης». Γι’ αυτο η Ταϊβάν βίωσε από πρώτο χέρι τι σημαίνει να είσαι διαπραγματευτικό χαρτί μεγάλων δυνάμεων.

Η πρόταση για τα πυρηνικά

Στο ίδιο τραπέζι, εξάλλου, τέθηκε και ένα ακόμη φιλόδοξο σχέδιο. Δείχνει το ευρύτερο πλαίσιο της συνάντησης. Πρώτον, ο Τραμπ πρότεινε τριμερή συμφωνία ΗΠΑ, Ρωσίας και Κίνας για πλαφόν πυρηνικών κεφαλών. Δεύτερον, το κινεζικό οπλοστάσιο υπολογίζεται σε πάνω από εξακόσιες κεφαλές, πολύ μακριά από τις πέντε χιλιάδες των άλλων δύο δυνάμεων. Μάλιστα, το Πεκίνο έχει ιστορικά αποφύγει τέτοιες συμφωνίες, ακριβώς λόγω αυτής της ασυμμετρίας. Επιπλέον, ο Τραμπ ισχυρίστηκε ότι ο Σι φάνηκε «δεκτικός» στην ιδέα. Ωστόσο, καμία επίσημη κινεζική επιβεβαίωση δεν ακολούθησε αυτόν τον ισχυρισμό. Γι’ αυτο η πρόταση παραμένει προς το παρόν εξαγγελία, όχι δέσμευση.

«Πόλεμος 9.500 μίλια μακριά»

Η πιο αποκαλυπτική στιγμή, ωστόσο, ήρθε σε μια απλή δήλωση του ίδιου του προέδρου. Και εξηγεί τα πάντα. Καταρχάς, ερωτηθείς για την καθυστέρηση, ο Τραμπ απάντησε ότι «το τελευταίο πράγμα που χρειαζόμαστε τώρα είναι ένας πόλεμος εννιά χιλιάδες πεντακόσια μίλια μακριά». Έπειτα, η φράση αυτή αναφερόταν ξεκάθαρα στην απόσταση της Ταϊβάν από τις ΗΠΑ. Μάλιστα, η δήλωση συμπίπτει με την περίοδο έντονης αμερικανικής εμπλοκής στον πόλεμο με το Ιράν. Επιπλέον, ακριβώς αυτό το δίλημμα είχαμε περιγράψει σε προηγούμενο άρθρο μας: η αμερικανική προσοχή και οι πόροι μοιράζονται πλέον ανάμεσα σε δύο θέατρα ταυτόχρονα. Ωστόσο, τώρα το δίλημμα αυτό επιβεβαιώνεται όχι μόνο σε επίπεδο υλικού, αλλά και σε επίπεδο πολιτικής βούλησης του ίδιου του προέδρου. Γι’ αυτο η φράση του λειτουργεί ως έμπρακτη απόδειξη μιας θεωρίας που είχαμε ήδη αναλύσει.

Τα γεράκια πιέζουν

Απέναντι σε αυτή τη διστακτικότητα, όμως, στέκεται ισχυρή εσωτερική αντίδραση. Και δεν προέρχεται μόνο από έναν βουλευτή. Καταρχήν, η Ταϊβάν απολαμβάνει παραδοσιακά ισχυρή διακομματική στήριξη στο Κογκρέσο. Ακολούθως, ο ΜακΚόλ δήλωσε ρητά ότι οι ΗΠΑ πρέπει να «οπλίσουν την Ταϊβάν ώστε να μπορεί να αμυνθεί μόνη της απέναντι στον Πρόεδρο Σι». Μάλιστα, ερωτηθείς γιατί ο πρόεδρος δεν έχει ακόμη αποφασίσει, απάντησε λακωνικά πως «θα έπρεπε να υπάρχει» απόφαση. Επιπλέον, η δεύτερη σύνοδος Τραμπ-Σι αναμένεται τον Σεπτέμβριο, αυτή τη φορά σε αμερικανικό έδαφος. Ωστόσο, κέντρο μελετών στην Ουάσιγκτον προειδοποίησε ότι το πακέτο ίσως μείνει «σε αιώνιο εκκρεμές», με τον πρόεδρο να συνηθίζει να διαπραγματεύεται τέτοιες πωλήσεις απευθείας με τον Σι. Γι’ αυτο η πίεση των «γερακιών» στοχεύει να αποτρέψει ακριβώς αυτό το ενδεχόμενο.

Το ρίσκο για την Ταϊβάν

Το διακύβευμα, εξάλλου, ξεπερνά κατά πολύ τη μία συγκεκριμένη συμφωνία. Αγγίζει την ίδια την πολιτική σταθερότητα του νησιού. Πρώτον, η Ταϊβάν οδεύει σε προεδρικές εκλογές τον Ιανουάριο του 2028. Δεύτερον, παρατεταμένη αμερικανική αμφιταλάντευση θα μπορούσε να ενισχύσει φωνές που τάσσονται υπέρ συνεννόησης με το Πεκίνο. Μάλιστα, στελέχη της αντιπολίτευσης έχουν ήδη υιοθετήσει τέτοια ρητορική. Επιπλέον, σύμμαχοι των ΗΠΑ στην περιοχή παρακολουθούν στενά αν η Ουάσιγκτον στέκεται πράγματι δίπλα στους εταίρους της. Ωστόσο, η ίδια η ταϊβανέζικη κυβέρνηση επιμένει δημόσια στη σταθερότητα της συμμαχίας. Γι’ αυτο η καθυστέρηση δοκιμάζει την εμπιστοσύνη πολύ πέρα από τα σύνορα του νησιού.

Το ελληνικό και ευρωπαϊκό διακύβευμα

Και τώρα η οπτική που αφορά έμμεσα εμάς. Η υπόθεση αυτή έχει ευρύτερα διδάγματα. Πρώτον, δείχνει πόσο εύκολα μια υπερδύναμη μπορεί να μετατρέψει δεσμεύσεις προς συμμάχους σε διαπραγματευτικό χαρτί. Δεύτερον, το ίδιο ερώτημα αφορά κάθε σύμμαχο των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων ευρωπαϊκών κρατών. Μάλιστα, η στρατηγική υπερέκταση ανάμεσα σε πολλαπλά μέτωπα αποτελεί κοινό ζήτημα για κάθε μεγάλη δύναμη. Επιπλέον, η Ευρώπη παρακολουθεί με ενδιαφέρον πώς η Ουάσιγκτον ισορροπεί ανάμεσα σε Μέση Ανατολή και Ειρηνικό. Ωστόσο, η απόσταση από τον συγκεκριμένο διάδρομο κρατά το ζήτημα σε επίπεδο στρατηγικής παρακολούθησης, όχι άμεσης εμπλοκής. Γι’ αυτο το προηγούμενο της Ταϊβάν αξίζει προσοχή ως μάθημα αξιοπιστίας συμμαχιών.

Το συμπέρασμα

Στο τέλος μένει μια εικόνα με σαφή, αν και ανησυχητικά, περιγράμματα. Ένα πακέτο όπλων, μια καθυστέρηση, μια ομολογία. Πρώτον, το Κογκρέσο ενέκρινε τη συμφωνία πριν από μήνες, με ευρεία διακομματική στήριξη. Ωστόσο, ο ίδιος ο πρόεδρος παραδέχτηκε ότι ένας μακρινός πόλεμος επηρεάζει τις προτεραιότητές του. Μάλιστα, η δημόσια δέσμευσή του να συζητήσει το θέμα με τον Σι σπάει ένα προηγούμενο δεκαετιών. Γι’ αυτο η μάχη ανάμεσα σε Κογκρέσο και Λευκό Οίκο αντανακλά μια βαθύτερη αβεβαιότητα για την αμερικανική στρατηγική. Τελικά, όσο η Ουάσιγκτον μοιράζει την προσοχή της σε δύο μακρινούς πολέμους, οι σύμμαχοί της μαθαίνουν να μετρούν την απόσταση με ανησυχία.