Η νομική ήττα των 165 δισεκατομμυρίων: πώς κινεζικές εταιρείες έγιναν απρόσμενοι δικαιούχοι της κατάρρευσης των δασμών Τραμπ

Το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε αντισυνταγματικούς τους δασμούς που επέβαλε ο Αμερικανός πρόεδρος μέσω έκτακτων εξουσιών. Το κύμα επιστροφών φτάνει τώρα σε δεκάδες κινεζικές εισηγμένες εταιρείες, ενισχύοντας τα κέρδη τους κατά εκατομμύρια δολάρια.

Η νομική ήττα των 165 δισεκατομμυρίων: πώς κινεζικές εταιρείες έγιναν απρόσμενοι δικαιούχοι της κατάρρευσης των δασμών Τραμπ
Κτίριο τελωνειακής υπηρεσίας των ΗΠΑ· η χώρα επέστρεψε ήδη περίπου 100 δισεκατομμύρια δολάρια σε δασμούς που κρίθηκαν αντισυνταγματικοί.

Ένα από τα βασικά εργαλεία της εμπορικής πολιτικής του Ντόναλντ Τραμπ κατέρρευσε νομικά τον περασμένο Φεβρουάριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ αποφάσισε, με πλειοψηφία έξι προς τρεις, ότι ο νόμος περί έκτακτων οικονομικών εξουσιών δεν εξουσιοδοτεί τον πρόεδρο να επιβάλλει δασμούς απεριόριστης έκτασης. Η υπόθεση, γνωστή ως Learning Resources κατά Τραμπ, αφορούσε ακριβώς τον μηχανισμό μέσω του οποίου επιβλήθηκαν οι περισσότεροι δασμοί κατά κινεζικών εισαγωγών από το 2025. Η απόφαση δεν προέβλεπε άμεσα επιστροφές, όμως άνοιξε τον δρόμο για μία από τις μεγαλύτερες διαδικασίες επιστροφής χρημάτων στην ιστορία των αμερικανικών τελωνείων.

σχετικά άρθρα

Η κλίμακα μιας πρωτόγνωρης απόφασης

Το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου ανέλαβε να μετατρέψει τη δικαστική νίκη σε πράξη. Διέταξε την Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας Συνόρων να επιστρέψει το σύνολο των παράνομα εισπραχθέντων δασμών, ποσό που εκτιμάται σε περίπου εκατόν εξήντα πέντε δισεκατομμύρια δολάρια. Ειδικότερα, οι δασμοί αυτοί αντιστοιχούσαν, μέχρι τις αρχές του 2026, σε περίπου το μισό του συνόλου των τελωνειακών εσόδων της χώρας, αφού κάλυπταν τόσο τους λεγόμενους δασμούς «φαιντανύλης» του Φεβρουαρίου 2025 όσο και τους «αμοιβαίους» δασμούς που ακολούθησαν τον Απρίλιο. Μέχρι το τέλος Ιουλίου, η κυβέρνηση είχε ήδη επιστρέψει περίπου εκατό δισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικούς εισαγωγείς, σύμφωνα με δικαστικά έγγραφα. Παράλληλα, η ίδια η κυβέρνηση άσκησε έφεση κατά της απόφασης του δικαστηρίου, ακόμη κι ενώ συνέχιζε να συμμορφώνεται με αυτήν, μια νομική ασυνέπεια που δείχνει πόσο σύνθετη παραμένει η υπόθεση.

Ένα σύστημα χτισμένο βιαστικά

Η υλοποίηση μιας τόσο μεγάλης επιστροφής απαίτησε νέα διοικητική υποδομή. Δεν υπήρχε έτοιμος μηχανισμός για κάτι τέτοιο. Η υπηρεσία τελωνείων κατασκεύασε ειδικό σύστημα επεξεργασίας αιτήσεων, γνωστό με το ακρωνύμιο CAPE, το οποίο μέχρι τα μέσα του έτους είχε ήδη επεξεργαστεί εκατοντάδες χιλιάδες εγγραφές. Αντίστοιχα, ανώτερη στέλεχος της υπηρεσίας κατέθεσε ενώπιον δικαστή συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα φάσεων, ξεκινώντας από εκκρεμείς υποθέσεις και προχωρώντας σταδιακά σε παλαιότερες. Επιπρόσθετα, αναλυτές του Πανεπιστημίου Πενσιλβάνια είχαν προβλέψει από νωρίς ότι το συνολικό ποσό επιστροφών θα μπορούσε να φτάσει έως εκατόν εβδομήντα πέντε δισεκατομμύρια δολάρια. Το μέγεθος αυτό, από μόνο του, εξηγεί γιατί η διαδικασία θεωρείται πρωτοφανής στη σύγχρονη ιστορία του αμερικανικού εμπορίου.

Η ειρωνεία των δικαιούχων

Ανάμεσα σε όσους επωφελούνται βρίσκονται και κινεζικές εισηγμένες εταιρείες, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο. Η ίδια πολιτική που σχεδιάστηκε για να πλήξει το κινεζικό εμπόριο επιστρέφει τώρα χρήματα σε κινεζικές επιχειρήσεις. Η φαρμακευτική εταιρεία Huahai, με έδρα το Τζετζιάνγκ, έλαβε τη μεγαλύτερη μεμονωμένη πληρωμή, ύψους άνω των δεκατεσσάρων εκατομμυρίων δολαρίων, ποσό που αντιστοιχεί σε πάνω από το ένα τρίτο των καθαρών κερδών της για ολόκληρο το 2025. Χαρακτηριστικά, η ίδια η εταιρεία σημείωσε σε ανακοίνωσή της ότι το ποσό αυτό θα «επηρεάσει τα κέρδη της κατά το δεύτερο εξάμηνο». Η Guizhou Tyre έλαβε σχεδόν δώδεκα εκατομμύρια, ενώ μικρότερα, αλλά εξίσου σημαντικά ποσά κατέγραψαν οι Hitevision και Canature Health Technology. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιστροφή αντιστοιχούσε σε πάνω από το ήμισυ των ετήσιων καθαρών κερδών της εταιρείας.

Η επίσημη κινεζική αντίδραση

Η κυβέρνηση στο Πεκίνο δεν αντιμετώπισε την εξέλιξη ως απλή διοικητική λεπτομέρεια. Εκπρόσωπος του κινεζικού υπουργείου Εξωτερικών δήλωσε ότι η χώρα «αντιτίθεται σθεναρά στην κατάχρηση κρατικής εξουσίας των Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον κινεζικών επιχειρήσεων». Η δήλωση αυτή αφορούσε ευρύτερα τις αμερικανικές εμπορικές πρακτικές, όχι ειδικά τις επιστροφές, ωστόσο η χρονική της συγκυρία, την ίδια εβδομάδα που ανακοινώνονταν οι πληρωμές, δεν φαίνεται τυχαία. Ταυτόχρονα, το ίδιο ανακοινωθέν ανέφερε ότι Κίνα και ΗΠΑ διατηρούν «στενή επικοινωνία» για διμερή εμπορικά ζητήματα, δείχνοντας ότι η διπλωματική σχέση παραμένει ενεργή παρά την ένταση. Αξιοσημείωτα, καμία επίσημη κινεζική πηγή δεν χαρακτήρισε τις επιστροφές νίκη ή θετική εξέλιξη, παρότι πρόκειται ουσιαστικά για κεφάλαια που επιστρέφουν σε κινεζικές εταιρείες.

Τι απομένει από το δόγμα Τραμπ

Η δικαστική αυτή ήττα αγγίζει έναν πυρήνα της εμπορικής στρατηγικής της κυβέρνησης Τραμπ. Ο νόμος περί έκτακτων εξουσιών είχε χρησιμοποιηθεί ως ταχύ, ευέλικτο εργαλείο για την επιβολή δασμών χωρίς την παραδοσιακή, χρονοβόρα διαδικασία του Κογκρέσου. Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αφαιρεί ουσιαστικά αυτή τη δυνατότητα, αναγκάζοντας την κυβέρνηση να αναζητήσει εναλλακτικά νομικά ερείσματα για μελλοντικές δασμολογικές πολιτικές. Παράλληλα, η απόφαση δεν επηρεάζει άλλα, παλαιότερα εργαλεία εμπορικής άμυνας, όπως έρευνες αντιντάμπινγκ ή δασμούς εθνικής ασφάλειας, τα οποία παραμένουν σε ισχύ. Ωστόσο, η απώλεια ενός τόσο ισχυρού και άμεσου εργαλείου αλλάζει τους όρους κάθε μελλοντικής διαπραγμάτευσης, τόσο με την Κίνα όσο και με άλλους εμπορικούς εταίρους. Η υπόθεση αυτή εντάσσεται στην ίδια, ευρύτερη εικόνα αμερικανοκινεζικής οικονομικής αντιπαράθεσης που έχουμε ήδη καταγράψει, από τους δασμούς σε ρομπότ έως τους κανόνες για σπάνιες γαίες.

Το ευρωπαϊκό διακύβευμα

Η υπόθεση αυτή έχει και έμμεσες συνέπειες για την ευρωπαϊκή πλευρά του Ατλαντικού. Η ίδια νομική λογική που ακύρωσε τους δασμούς κατά της Κίνας θα μπορούσε θεωρητικά να εφαρμοστεί και σε δασμούς που επιβλήθηκαν σε ευρωπαϊκά προϊόντα μέσω του ίδιου νόμου. Ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που επλήγησαν από ανάλογα μέτρα παρακολουθούν στενά την εξέλιξη, αναζητώντας πιθανό προηγούμενο για δικές τους αξιώσεις. Αντίστοιχα, η αμερικανική κυβέρνηση αναμένεται να στραφεί σε πιο θεσμικά διασφαλισμένα εργαλεία εμπορικής πολιτικής, κάτι που θα μπορούσε να επιβραδύνει τον ρυθμό μελλοντικών δασμολογικών αποφάσεων. Η Ελλάδα, ως μικρή, εξαγωγικά προσανατολισμένη οικονομία, ωφελείται γενικά από μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στο διεθνές εμπόριο, ανεξάρτητα από το ποια πλευρά κερδίζει μεμονωμένες νομικές μάχες.

Το συμπέρασμα

Στο τέλος της διαδικασίας αυτής μένει μια εικόνα γεμάτη αντιφάσεις. Μια πολιτική που σχεδιάστηκε για να αποδυναμώσει την κινεζική οικονομία καταλήγει να ενισχύει, έστω μερικώς, τα κέρδη συγκεκριμένων κινεζικών εταιρειών. Παράλληλα, μια κυβέρνηση που εξακολουθεί να υποστηρίζει τη νομιμότητα των δασμών της αναγκάζεται να τους επιστρέφει, ασκώντας ταυτόχρονα έφεση κατά της ίδιας της διαδικασίας που υλοποιεί.