Η Ευρώπη ξυπνά απέναντι στην Κίνα: Το εμπορικό έλλειμμα που έγινε βιομηχανικός συναγερμός
Το Πεκίνο δείχνει για πρώτη φορά διάθεση να περιορίσει το τεράστιο εμπορικό πλεόνασμα με την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως πίσω από τη διπλωματική γλώσσα εξελίσσεται μια μάχη για το μέλλον της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και της παγκόσμιας οικονομικής ισορροπίας.
Η Κίνα έκανε μια ασυνήθιστη κίνηση στις διαπραγματεύσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση στις Βρυξέλλες. Ο υπουργός Εμπορίου της χώρας, Γουάνγκ Γουεντάο, άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο αγοράς περισσότερων ευρωπαϊκών προϊόντων και ακόμη και επιβράδυνσης της εκρηκτικής αύξησης των κινεζικών εξαγωγών προς την ευρωπαϊκή αγορά. Η κίνηση δεν προέκυψε τυχαία. Οι Βρυξέλλες εμφανίζονται πλέον αποφασισμένες να αντιμετωπίσουν το μεγαλύτερο εμπορικό έλλειμμα στην ιστορία των σχέσεων ΕΕ–Κίνας, το οποίο ξεπέρασε τα 360 δισ. ευρώ το 2025.
Η Ευρώπη αλλάζει στρατηγική
Για πολλά χρόνια η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετώπιζε την Κίνα κυρίως ως έναν τεράστιο εμπορικό εταίρο. Σήμερα η προσέγγιση αλλάζει.
Στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες επικρατεί πλέον η εκτίμηση ότι το πρόβλημα δεν αφορά μόνο το εμπορικό ισοζύγιο αλλά και τη διατήρηση της παραγωγικής βάσης της Ευρώπης. Η συνεχής εισροή φθηνών κινεζικών προϊόντων, πολλά από τα οποία προέρχονται από επιχειρήσεις που απολαμβάνουν ισχυρή κρατική στήριξη, δημιουργεί πίεση σε ολόκληρους βιομηχανικούς κλάδους.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει πλέον νέα εργαλεία προστασίας, ταχύτερες εμπορικές έρευνες, μηχανισμούς παρακολούθησης εισαγωγών, ακόμη και νέες ποσοστώσεις ή περιορισμούς σε συγκεκριμένους τομείς, εφόσον οι διαπραγματεύσεις δεν αποδώσουν.
Γιατί η Κίνα εμφανίζεται πιο διαλλακτική
Το ενδιαφέρον στοιχείο της υπόθεσης βρίσκεται στο ότι το ίδιο το Πεκίνο αναγνωρίζει πλέον πως το εμπορικό πλεόνασμα απέναντι στην Ευρώπη έχει εξελιχθεί σε πολιτικό πρόβλημα.
Η κινεζική πλευρά εμφανίζεται πρόθυμη να αυξήσει τις εισαγωγές ευρωπαϊκών προϊόντων, να εξετάσει εμπορικές συμφωνίες αγοράς και να μειώσει μέρος των εμποδίων που δημιουργούν την τεράστια ανισορροπία.
Ωστόσο ζητά και ανταλλάγματα.
Η Κίνα επιδιώκει χαλάρωση των ευρωπαϊκών περιορισμών στις εξαγωγές προηγμένης τεχνολογίας, μικρότερη πίεση στις κινεζικές επενδύσεις και ηπιότερη εφαρμογή νέων ευρωπαϊκών εμπορικών εργαλείων. Με άλλα λόγια, δεν αλλάζει οικονομικό μοντέλο. Επιχειρεί να μειώσει τις πολιτικές εντάσεις χωρίς να εγκαταλείψει τα στρατηγικά της πλεονεκτήματα.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι οι δασμοί
Η συζήτηση ξεπερνά πλέον τους δασμούς στα ηλεκτρικά αυτοκίνητα ή τα φωτοβολταϊκά.
Η Ευρώπη ανησυχεί ότι εισέρχεται σε ένα δεύτερο «China Shock», δηλαδή σε μια νέα περίοδο κατά την οποία η κινεζική υπερπαραγωγή μεταφέρεται στις ευρωπαϊκές αγορές με αποτέλεσμα να συμπιέζει τιμές, να περιορίζει τα περιθώρια κέρδους των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και να απειλεί θέσεις εργασίας.
Η ανησυχία εντείνεται επειδή οι κινεζικές επιχειρήσεις δεν ανταγωνίζονται πλέον μόνο σε προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας. Ανταγωνίζονται πλέον σε ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, εξοπλισμό πράσινης ενέργειας, βιομηχανικά μηχανήματα και προηγμένα τεχνολογικά προϊόντα.
Οι επόμενοι τρεις μήνες
Οι δύο πλευρές συμφώνησαν να ξεκινήσουν εντατικές διαπραγματεύσεις με στόχο να παρουσιάσουν συγκεκριμένα αποτελέσματα μέχρι τον Οκτώβριο.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση ξεκαθαρίζει ότι δεν αρκούν πλέον οι γενικές δεσμεύσεις. Ζητά μετρήσιμες κινήσεις που μειώνουν το εμπορικό έλλειμμα και βελτιώνουν την πρόσβαση των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην κινεζική αγορά. Αν αυτό δεν συμβεί, οι Βρυξέλλες αφήνουν ανοιχτό το ενδεχόμενο ενεργοποίησης νέων μέτρων εμπορικής άμυνας.
Η ουσία
Η εξέλιξη αυτή δεν σηματοδοτεί αλλαγή φιλοσοφίας της Κίνας ούτε πλήρη στροφή της Ευρώπης προς τον προστατευτισμό. Σηματοδοτεί όμως κάτι εξίσου σημαντικό: για πρώτη φορά μετά από χρόνια, και οι δύο πλευρές παραδέχονται ότι το σημερινό μοντέλο εμπορικών σχέσεων δεν μπορεί να συνεχιστεί χωρίς σοβαρές συνέπειες.
Το αποτέλεσμα των συνομιλιών μέχρι τον Οκτώβριο δεν θα καθορίσει μόνο τις σχέσεις Βρυξελλών και Πεκίνου. Θα δείξει αν η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να προστατεύσει τη βιομηχανική της βάση χωρίς να οδηγηθεί σε έναν νέο εμπορικό πόλεμο με τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου.
