Οι ΗΠΑ ξαναγράφουν το εμπόριο της Βόρειας Αμερικής – Στόχος τους η Κίνα
Η Ουάσιγκτον ανοίγει ξανά τη μεγαλύτερη εμπορική συμφωνία της ηπείρου. Στην πραγματικότητα, όμως, προσπαθεί να κλείσει μια «πίσω πόρτα» που θεωρεί ότι οδηγεί κατευθείαν στο Πεκίνο. Η αναθεώρηση της USMCA δεν αφορά μόνο το εμπόριο. Αφορά τη νέα οικονομική ισορροπία ισχύος ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Για πολλά χρόνια, οι εμπορικές συμφωνίες είχαν έναν ξεκάθαρο στόχο. Μείωναν δασμούς, διευκόλυναν τις εξαγωγές και αύξαναν το εμπόριο. Σήμερα, όμως, η εικόνα αλλάζει. Οι μεγάλες οικονομίες χρησιμοποιούν πλέον το εμπόριο ως εργαλείο γεωπολιτικής ισχύος και εθνικής ασφάλειας.
σχετικά άρθρα
Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τη Συμφωνία ΗΠΑ–Μεξικού–Καναδά (USMCA), η οποία εισέρχεται στην πρώτη υποχρεωτική εξαετή αναθεώρησή της. Η συζήτηση ξεπερνά κατά πολύ τους τελωνειακούς κανόνες ή τις εμπορικές διαδικασίες. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να αναδιαμορφώσει ολόκληρη τη βιομηχανική αλυσίδα της Βόρειας Αμερικής, ώστε να περιορίσει όσο γίνεται περισσότερο την κινεζική παρουσία.
Η αφορμή προήλθε από την αμερικανική Alliance for American Manufacturing, έναν ισχυρό βιομηχανικό οργανισμό που εκπροσωπεί μεγάλους κατασκευαστές και το συνδικάτο United Steelworkers. Η οργάνωση υποστηρίζει ότι κινεζικές αυτοκινητοβιομηχανίες αξιοποιούν τις επενδύσεις τους στο Μεξικό για να αποκτήσουν ευκολότερη πρόσβαση στην αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών και ζητά αυστηρότερους κανόνες προέλευσης στην αναθεωρημένη συμφωνία. Οι θέσεις αυτές εκφράζουν τις ανησυχίες σημαντικού τμήματος της αμερικανικής βιομηχανίας, χωρίς όμως να αποτελούν επίσημη διαπίστωση της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Οι σχετικές συζητήσεις διεξάγονται ήδη στο πλαίσιο της αναθεώρησης της συμφωνίας.
Δεν αλλάζει μια συμφωνία. Αλλάζει η αμερικανική στρατηγική.
Η μεγαλύτερη αλλαγή δεν βρίσκεται στο κείμενο της συμφωνίας.
Βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο η Ουάσιγκτον αντιμετωπίζει πλέον την οικονομία.
Για δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες υποστήριζαν την ελεύθερη διακίνηση αγαθών και επενδύσεων. Σήμερα, η προτεραιότητα μεταφέρεται αλλού. Η κυβέρνηση θεωρεί ότι η παραγωγή κρίσιμων προϊόντων αποτελεί ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Γι’ αυτό επενδύει στην επαναφορά βιομηχανικών δραστηριοτήτων στη Βόρεια Αμερική και επιδιώκει να μειώσει την εξάρτηση από κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού.
Η λογική αυτή δεν αφορά μόνο τα αυτοκίνητα. Επεκτείνεται στους ημιαγωγούς, στις μπαταρίες, στις σπάνιες γαίες, στα ηλεκτρονικά συστήματα και στις τεχνολογίες αιχμής. Η εμπορική πολιτική μετατρέπεται σταδιακά σε εργαλείο στρατηγικού ανταγωνισμού.
Έτσι, η αναθεώρηση της USMCA αποκτά πολύ μεγαλύτερη σημασία από μια συνηθισμένη εμπορική διαπραγμάτευση. Η Ουάσιγκτον προσπαθεί να διαμορφώσει μια οικονομική ζώνη όπου η παραγωγή κρίσιμων προϊόντων θα πραγματοποιείται κυρίως μέσα στη Βόρεια Αμερική ή από χώρες που θεωρεί αξιόπιστους στρατηγικούς εταίρους.
Το Μεξικό βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο του ανταγωνισμού
Εδώ αρχίζει το δεύτερο και ίσως σημαντικότερο κεφάλαιο της ιστορίας.
Για δεκαετίες, το Μεξικό αποτελούσε κυρίως έναν χαμηλού κόστους βιομηχανικό εταίρο των Ηνωμένων Πολιτειών. Σήμερα, όμως, η γεωγραφική του θέση αποκτά εντελώς διαφορετική σημασία.
Βρίσκεται δίπλα στη μεγαλύτερη καταναλωτική αγορά του κόσμου. Διαθέτει ισχυρή βιομηχανική βάση, εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό και πρόσβαση στην αμερικανική αγορά μέσω της USMCA. Αυτό το καθιστά ιδανικό σημείο εγκατάστασης για διεθνείς βιομηχανίες.
Ακριβώς γι’ αυτό αρκετές κινεζικές επιχειρήσεις εξετάζουν ή πραγματοποιούν επενδύσεις στο Μεξικό. Δεν πρόκειται μόνο για μια προσπάθεια μείωσης του κόστους παραγωγής. Πρόκειται για μια στρατηγική επιλογή που επιτρέπει στις εταιρείες να βρίσκονται πολύ κοντά στις Ηνωμένες Πολιτείες, αξιοποιώντας το υφιστάμενο βιομηχανικό οικοσύστημα της χώρας.
Η Ουάσιγκτον παρακολουθεί αυτές τις εξελίξεις με αυξανόμενη προσοχή. Γι’ αυτό η συζήτηση δεν περιορίζεται πλέον στους δασμούς ή στις τελωνειακές διαδικασίες. Επεκτείνεται στον έλεγχο ολόκληρης της αλυσίδας παραγωγής, από τις πρώτες ύλες μέχρι το τελικό προϊόν.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία της αναθεώρησης.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν επιχειρούν απλώς να προστατεύσουν τις δικές τους αυτοκινητοβιομηχανίες.
Επιχειρούν να αποφασίσουν ποιος θα συμμετέχει στην παραγωγή των προϊόντων που εισέρχονται στην αμερικανική αγορά.
Η Ευρώπη δεν παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις. Καλείται να επιλέξει στρατόπεδο.
Αν η ιστορία σταματούσε στη Βόρεια Αμερική, το ζήτημα θα αφορούσε κυρίως τις Ηνωμένες Πολιτείες, το Μεξικό και τον Καναδά. Όμως οι επιπτώσεις ξεπερνούν τα σύνορα της ηπείρου.

. Από τη μία πλευρά, οι Ηνωμένες Πολιτείες πιέζουν τους συμμάχους τους να περιορίσουν την εξάρτηση από την Κίνα σε κρίσιμους τομείς. Από την άλλη, η ίδια η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει στενά συνδεδεμένη με την κινεζική αγορά, τόσο ως προορισμό εξαγωγών όσο και ως προμηθευτή βιομηχανικών προϊόντων και πρώτων υλών.
Γι’ αυτό οι Βρυξέλλες αποφεύγουν τη λέξη «αποσύνδεση» (decoupling) και επιλέγουν τον όρο «de-risking», δηλαδή τη μείωση των στρατηγικών εξαρτήσεων χωρίς πλήρη ρήξη με το Πεκίνο. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι η οικονομική σχέση με την Κίνα πρέπει να συνεχιστεί, αλλά με μικρότερο ρίσκο σε κρίσιμους τομείς όπως οι μπαταρίες, οι ημιαγωγοί, οι τηλεπικοινωνίες και οι σπάνιες γαίες.
Εδώ ακριβώς αποκτά ιδιαίτερη σημασία η αναθεώρηση της USMCA.
Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες υψώσουν ακόμη πιο αυστηρά εμπορικά εμπόδια απέναντι στις κινεζικές αλυσίδες παραγωγής, η Κίνα θα αναζητήσει νέες διαδρομές για τις επενδύσεις και τα προϊόντα της. Η Ευρώπη θα βρεθεί μπροστά σε ακόμη μεγαλύτερες πιέσεις, καθώς θα χρειαστεί να ισορροπήσει ανάμεσα στη στρατηγική σχέση με την Ουάσιγκτον και στις οικονομικές της σχέσεις με το Πεκίνο.
Γιατί αφορά και την Ελλάδα
Η Ελλάδα δεν συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις της USMCA. Ωστόσο, δεν βρίσκεται έξω από τις συνέπειές τους.
Η ελληνική οικονομία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το διεθνές εμπόριο, τη ναυτιλία, τις μεταφορές και τις ευρωπαϊκές αλυσίδες εφοδιασμού. Κάθε αναδιάταξη του παγκόσμιου εμπορίου επηρεάζει τις θαλάσσιες μεταφορές, τις επενδύσεις, τις εξαγωγές και τη λειτουργία των ευρωπαϊκών λιμένων.
Αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Κίνα οδηγηθούν σε ακόμη μεγαλύτερο οικονομικό διαχωρισμό, η Ευρώπη θα χρειαστεί να επανασχεδιάσει μέρος της βιομηχανικής και εμπορικής της στρατηγικής. Μέσα σε αυτό το νέο περιβάλλον, χώρες όπως η Ελλάδα μπορούν να αποκτήσουν μεγαλύτερη σημασία ως κόμβοι μεταφορών, logistics και ενεργειακών διασυνδέσεων, αλλά ταυτόχρονα θα χρειαστεί να προσαρμοστούν σε ένα πιο ασταθές διεθνές εμπορικό περιβάλλον.

Η μεγάλη εικόνα
Η αναθεώρηση της USMCA δεν αποτελεί μια συνηθισμένη διαπραγμάτευση ανάμεσα σε τρεις γειτονικές χώρες.
Αποτελεί ακόμη ένα κομμάτι μιας ευρύτερης στρατηγικής που εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες προσπαθούν να δημιουργήσουν ασφαλέστερες και περισσότερο ελεγχόμενες αλυσίδες παραγωγής. Η Κίνα επιδιώκει να διατηρήσει την παγκόσμια βιομηχανική της παρουσία μέσω νέων επενδύσεων και νέων εμπορικών διαδρομών. Το Μεξικό μετατρέπεται σε κομβικό πεδίο αυτής της αντιπαράθεσης.
Η μάχη, λοιπόν, δεν δίνεται μόνο στα εργοστάσια αυτοκινήτων.
Δίνεται για το ποιος θα ελέγξει τις βιομηχανικές αλυσίδες του 21ου αιώνα.
Και αυτή η μάχη θα επηρεάσει τις επενδύσεις, τις θέσεις εργασίας, τις τεχνολογίες και την οικονομική ισχύ των επόμενων δεκαετιών.
Το ερώτημα που μένει ανοικτό
Οι περισσότερες εμπορικές συμφωνίες σχεδιάστηκαν για να ανοίγουν αγορές.
Η νέα αμερικανική στρατηγική δείχνει ότι οι εμπορικές συμφωνίες μπορούν πλέον να χρησιμοποιηθούν και για να τις κλείνουν απέναντι σε συγκεκριμένους ανταγωνιστές.
Αν αυτή η λογική κυριαρχήσει, ο κόσμος θα κινηθεί σταδιακά προς μεγάλα περιφερειακά οικονομικά μπλοκ, όπου το εμπόριο δεν θα καθορίζεται μόνο από την ανταγωνιστικότητα, αλλά και από τη γεωπολιτική.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες θα περιορίσουν περισσότερο την κινεζική παρουσία στη Βόρεια Αμερική.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ευρώπη θα μπορέσει να διατηρήσει τη δική της στρατηγική αυτονομία ή αν τελικά θα αναγκαστεί να επιλέξει ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες οικονομικές δυνάμεις του πλανήτη.
