Το μεγάλο ενεργειακό παιχνίδι – Πώς πετρέλαιο και γεωπολιτική γράφουν την επόμενη μέρα
Τέσσερα σενάρια που εξηγούν την παγκόσμια κρίση, από τα υπερκέρδη της Wall Street μέχρι τον πόλεμο φθοράς και τις ανακατατάξεις ισχύος.
Ο παγκόσμιος ενεργειακός χάρτης αναδιατάσσεται βίαια μπροστά στα μάτια μας. Στις διεθνείς αγορές, το αφήγημα ότι παρακολουθούμε μια συγκυριακή αναταραχή αρχίζει να ξεθωριάζει, δίνοντας τη θέση του σε μια πιο σκοτεινή, δομική πραγματικότητα. Μεγάλα αμερικανικά δίκτυα και έγκριτα έντυπα, όπως η Wall Street Journal, κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου, μεταφέροντας τις προειδοποιήσεις των στελεχών της πετρελαϊκής βιομηχανίας: η μεγάλη κρίση καυσίμων είναι ήδη εδώ. Η εκτίναξη των τιμών στο ντίζελ δεν αφορά απλώς το κόστος μετακίνησης. Αποτελεί τον βασικό πυρήνα μεταφοράς των πάντων, από τα τρόφιμα στα ράφια των σούπερ μάρκετ μέχρι τα ηλεκτρονικά είδη. Όταν το ντίζελ ακριβαίνει, το φρέσκο χρήμα που απαιτείται για να κινηθεί η πραγματική οικονομία εξανεμίζεται, πυροδοτώντας ένα ανεξέλεγκτο ντόμινο ακρίβειας που χτυπάει απευθείας την τσέπη του καταναλωτή.
Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι ένα τυχαίο οικονομικό φαινόμενο, αλλά το αποτέλεσμα μιας αλυσίδας γεωπολιτικών ρήξεων που απειλούν τον ίδιο τον πυρήνα της παγκοσμιοποίησης. Πώς φτάσαμε όμως ως εδώ; Μια προσεκτική ματιά στα γεγονότα των τελευταίων μηνών αποκαλύπτει μια σειρά από στοχευμένα χτυπήματα στις αρτηρίες του παγκόσμιου εμπορίου.
Το αδιέξοδο των κεντρικών τραπεζών και ο πανικός των αγορών
Η αρχή έγινε όταν οι συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή κλιμακώθηκαν, οδηγώντας σε ασφυξία κρίσιμα περάσματα. Το κλείσιμο της διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, από όπου παραδοσιακά διακινείται το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, έστειλε τις τιμές στα ύψη, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη άνοδο από την εποχή του Πολέμου του Κόλπου. Στη συνέχεια, η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν οι Χούθι πήραν τον έλεγχο στα στενά του Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, ενώ πλήγματα δέχθηκαν και κρίσιμες υποδομές της Σαουδικής Αραβίας.

Μέσα σε αυτό το κλίμα πλήρους αβεβαιότητας, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) βρέθηκε εγκλωβισμένη. Σε μια προεκλογική χρονιά γεμάτη πολεμικά μέτωπα, η απόφαση να διατηρηθούν ή να αυξηθούν τα επιτόκια οδήγησε τις αποδόσεις των αμερικανικών 10ετών ομολόγων σε επικίνδυνα υψηλά επίπεδα. Η ίδια η JP Morgan, σε ένα σπάνιο ξέσπασμα ειλικρίνειας, παραδέχθηκε πρόσφατα μέσω σημειώματός της πως πλέον δεν υπάρχει σαφής βάση αναφοράς για την τιμή του πετρελαίου και κανείς δεν γνωρίζει πώς θα τελειώσει όλο αυτό. Για να κατανοήσουμε την πραγματική διάσταση της κρίσης, πρέπει να εξετάσουμε τέσσερα βασικά σενάρια που κυκλοφορούν στα κέντρα λήψης αποφάσεων.

Πρώτο σενάριο: Ο πόλεμος φθοράς μέσω της αγοράς ομολόγων
Η πρώτη και πιο ορθολογική θεωρία εστιάζει στην οικονομική ασυμμετρία. Αντίπαλοι της αμερικανικής ηγεμονίας, με αιχμή του δόρατος την Τεχεράνη, αντιλαμβάνονται ότι δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν ευθέως την αμερικανική στρατιωτική μηχανή. Έτσι, στοχεύουν την «αχίλλειο πτέρνα» της Ουάσινγκτον: την αμερικανική αγορά ομολόγων. Σήμερα, το χρέος των ΗΠΑ αγγίζει το δυσθεώρητο νούμερο των 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων. Καθώς μεγάλο μέρος αυτού του χρέους αναχρηματοδοτείται, η αύξηση των επιτοκίων μεταφράζεται σε εκατοντάδες δισεκατομμύρια επιπλέον κόστους δανεισμού.
Η στρατηγική είναι σαφής: χτυπώντας τις ενεργειακές υποδομές, αυξάνεται η τιμή του πετρελαίου. Το ακριβό πετρέλαιο φέρνει πληθωρισμό και ο πληθωρισμός αναγκάζει τη Fed να κρατά ψηλά τα επιτόκια για να τον τιθασεύσει. Όμως, τα υψηλά επιτόκια στραγγαλίζουν την αμερικανική οικονομία και εκτοξεύουν το κόστος εξυπηρέτησης του αμερικανικού χρέους, το οποίο πλέον υπερβαίνει τον προϋπολογισμό του αμερικανικού Πενταγώνου. Όπως σημειώνουν ιστορικοί της οικονομίας, κάθε αυτοκρατορία που φτάνει στο σημείο να ξοδεύει περισσότερα για τους τόκους του χρέους της παρά για την άμυνά της, βρίσκεται σε μη αναστρέψιμη φάση παρακμής.
Δεύτερο σενάριο: Τα υπερκέρδη της αμυντικής βιομηχανίας και της Wall Street
Το δεύτερο σενάριο απομακρύνεται από τις συγκρούσεις κρατών και εστιάζει στο ανελέητο κυνήγι του κέρδους. Σε αυτό το αφήγημα, η κρίση δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένας μοχλός πίεσης για τη συγκέντρωση κεφαλαίου. Οι κερδισμένοι είναι ξεκάθαροι: η αμυντική βιομηχανία, η Wall Street και οι κολοσσοί της τεχνολογίας. Ενώ η Ουάσινγκτον διστάζει να εμπλακεί άμεσα σε νέους πολέμους, την ίδια στιγμή εγκρίνει πωλήσεις μαχητικών F-35 αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων στη Μέση Ανατολή. Ο πόλεμος φέρνει κέρδη σε αυτούς που κατασκευάζουν τα όπλα, παρά τα προβλήματα στην εφοδιαστική αλυσίδα κρίσιμων ορυκτών που ελέγχει η Κίνα.
Από την άλλη, το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα λειτουργεί ως ο απόλυτος ενδιάμεσος. Η αύξηση των επιτοκίων δεν βοηθά την πραγματική οικονομία, αλλά λειτουργεί υπέρ των τραπεζών, οι οποίες εισπράττουν υψηλές αποδόσεις δανείζοντας κυβερνήσεις, ενώ διατηρούν σχεδόν μηδενικά τα επιτόκια καταθέσεων για τους απλούς πολίτες. Σε περιόδους κρίσης, οι μεγάλες τράπεζες και τα επενδυτικά ταμεία, όπως η BlackRock, απορροφούν τον πλούτο της μεσαίας τάξης, συγκεντρώνοντας όλο και μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς.
Το ρυθμιστικό παιχνίδι της τεχνολογίας και το ψηφιακό χρήμα
Παράλληλα, βλέπουμε τις εταιρείες υψηλής τεχνολογίας και τους ηγέτες της τεχνητής νοημοσύνης να εκλιπαρούν, παραδόξως, για αυστηρότερο ρυθμιστικό πλαίσιο. Πίσω από αυτή τη φαινομενική υπευθυνότητα, κρύβεται η προσπάθεια δημιουργίας ανυπέρβλητων εμποδίων εισόδου για νέους ανταγωνιστές. Ζητώντας πολύπλοκους κανόνες, διασφαλίζουν ότι μόνο οι τεχνολογικοί γίγαντες θα διαθέτουν τα κεφάλαια για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της συμμόρφωσης.
Την ίδια ώρα, η προώθηση των ψηφιακών νομισμάτων και των stablecoins, τα οποία θα στηρίζονται σε αμερικανικά ομόλογα, ανοίγει μια τεράστια αγορά. Το φρέσκο χρήμα που θα εισρεύσει σε αυτά τα συστήματα ελέγχου, εγγυάται τη μακροημέρευση των τραπεζικών κερδών, αφήνοντας την παραδοσιακή οικονομία να παλεύει με τον πληθωρισμό.
Τρίτο σενάριο: Η ενορχηστρωμένη καταστροφή των ενεργειακών υποδομών
Το τρίτο σενάριο είναι πιο αμείλικτο. Βασίζεται στην εκτίμηση ότι η αποσταθεροποίηση των παγκόσμιων ενεργειακών υποδομών δεν είναι ατύχημα, αλλά ενορχηστρωμένο σχέδιο. Με τις ΗΠΑ να αποτελούν πλέον τον μεγαλύτερο παραγωγό πετρελαίου και φυσικού αερίου στον κόσμο, η αδρανοποίηση των ανταγωνιστών τούς προσφέρει ένα τεράστιο στρατηγικό πλεονέκτημα. Εφόσον οι παγκόσμιες αγορές αρχίσουν να στρέφονται αλλού ή να αμφισβητούν το πετροδολάριο, η επιβολή ενεργειακής εξάρτησης είναι η απόλυτη απάντηση.
Η ιστορία του αγωγού Nord Stream 2 αποτελεί το τέλειο παράδειγμα. Η καταστροφή του αγωγού ανάγκασε την Ευρώπη να στραφεί στο ακριβότερο αμερικανικό υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG). Παράλληλα, το κλείσιμο κρίσιμων στενών στη Μέση Ανατολή δημιουργεί τεράστια εφοδιαστικά προβλήματα στην Κίνα, το μεγαλύτερο εργοστάσιο του κόσμου. Καθώς οι ΗΠΑ αποσύρουν σταδιακά την άμεση στρατιωτική τους παρουσία από τη Μέση Ανατολή, ενισχύουν την πίεση για την υπογραφή των Συμφωνιών του Αβραάμ, ανασυντάσσοντας τις δυνάμεις τους πιο κοντά στη σφαίρα επιρροής τους.
Τέταρτο σενάριο: Όταν οι αποφάσεις υπαγορεύονται από τον φανατισμό
Το τέταρτο και πιο σκοτεινό σενάριο ξεφεύγει από τα όρια της γεωπολιτικής λογικής και εισέρχεται στη σφαίρα του ακραίου φανατισμού. Ήδη παρατηρείται σε διεθνές επίπεδο το φαινόμενο ισχυροί παίκτες και ηγέτες να λαμβάνουν αποφάσεις επικαλούμενοι αρχαίες προφητείες ή θρησκευτικά κείμενα. Από το ρεύμα του χριστιανικού σιωνισμού στις ΗΠΑ, που θεωρεί τις συρράξεις στη Μέση Ανατολή προάγγελο βιβλικών γεγονότων, μέχρι τις δημόσιες τοποθετήσεις της ισραηλινής ηγεσίας περί μακροχρόνιου υπαρξιακού πολέμου.
Αντίστοιχη ιδεολογική φόρτιση εντοπίζεται και στην πλευρά του Ιράν. Το πρόβλημα με αυτή την προσέγγιση είναι ότι ακυρώνει την κοινή λογική των διεθνών σχέσεων. Όταν οι ηγέτες δεν αναζητούν την ειρήνη ή το εθνικό συμφέρον, αλλά την εκπλήρωση μιας προφητείας, η έννοια της διπλωματίας καταρρέει. Παρότι αυτό το σενάριο φαντάζει ακραίο, εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την αδιαλλαξία και την ένταση που βλέπουμε να συντηρείται στα μέτωπα, παρά το τεράστιο οικονομικό κόστος.
Η επόμενη μέρα και η στρατηγική της επιβίωσης
Ο συνδυασμός αυτών των θεωριών ρίχνει φως στο παγκόσμιο χάος. Το ερώτημα δεν είναι πλέον το πώς φτάσαμε εδώ, αλλά το πώς οι αγορές και οι πολίτες προετοιμάζονται για τη συνέχεια. Οικονομικά, υπάρχουν δύο δρόμοι: η πληθωριστική κατάρρευση ή η αποπληθωριστική ύφεση. Στην πρώτη περίπτωση, η αδυναμία των κυβερνήσεων να εξυπηρετήσουν το χρέος οδηγεί στην αθρόα κοπή χρήματος, εκτοξεύοντας τις τιμές των αγαθών. Στη δεύτερη, τα υψηλά επιτόκια σπάνε τον πυρήνα της οικονομίας, αυξάνοντας την ανεργία και συνθλίβοντας την αγοραστική δύναμη.
Οι αναλυτές της αγοράς κλίνουν κυρίως προς το σενάριο του παρατεταμένου πληθωρισμού. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, οι μεγάλες επενδυτικές κινήσεις στρέφονται στα σκληρά περιουσιακά στοιχεία: χρυσός, ασήμι και στρατηγικές μετοχές, τα οποία διατηρούν την αξία τους όταν το συμβατικό χρήμα υποτιμάται ραγδαία. Η εποχή του φθηνού χρήματος και της αδιάλειπτης ενεργειακής ροής έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί. Ο παγκόσμιος ιστός ξαναγράφεται και η προσαρμογή στα νέα, σκληρά δεδομένα δεν είναι πλέον επιλογή, αλλά απόλυτη αναγκαιότητα.
