Η τέλεια καταιγίδα: Ομόλογα, ρωσικό ενεργειακό μπλακάουτ και το ρίσκο της τεχνητής νοημοσύνης
Τρεις παράλληλες κρίσεις δοκιμάζουν τις αντοχές της αμερικανικής οικονομίας, με την αγορά στέγης να πιέζεται ασφυκτικά, τη Ρωσία να κρύβει τα ενεργειακά της δεδομένα και την Ουάσιγκτον να τζογάρει το μέλλον της στο AI.
Αυτή τη στιγμή, η αμερικανική –και κατ’ επέκταση η παγκόσμια– οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με τρεις ταυτόχρονες, κλιμακούμενες κρίσεις. Δεν πρόκειται για μεμονωμένα γεγονότα, αλλά για μια αλυσιδωτή αντίδραση που συνδέει την κατάρρευση της αγοράς των αμερικανικών ομολόγων, την επιδείνωση της παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης και το απορρυθμισμένο, σχεδόν χαοτικό σκηνικό γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη στον Λευκό Οίκο. Κάθε μία από αυτές τις εξελίξεις αποτελεί από μόνη της ένα τεράστιο οικονομικό ρίσκο. Συνδυαστικά, ωστόσο, διαμορφώνουν ένα εξαιρετικά ασταθές περιβάλλον που αργά ή γρήγορα θα επηρεάσει άμεσα το παγκόσμιο καταναλωτικό κοινό.
Η κατάρρευση των αμερικανικών ομολόγων και ο εφιάλτης της στέγασης
Εκτός κι αν κάποιος παρακολουθεί τις αγορές εντελώς επιφανειακά, είναι ξεκάθαρο ότι η αγορά των αμερικανικών κρατικών ομολόγων (Treasuries) δέχεται πρωτοφανείς πιέσεις. Η απόδοση του 10ετούς ομολόγου έχει σκαρφαλώσει πάνω από το 5,2%, ενώ η απόδοση του 30ετούς αγγίζει σχεδόν το 5,6% – το υψηλότερο επίπεδο που έχει καταγραφεί από το 2010. Αυτή η ραγδαία άνοδος των αποδόσεων συμπαρασύρει προς τα πάνω κάθε κρίσιμο κόστος δανεισμού στην πραγματική οικονομία.

Το πιο άμεσο και σκληρό χτύπημα καταγράφεται στα επιτόκια των στεγαστικών δανείων, τα οποία έχουν πλέον εκτοξευθεί στο 7,58% για τα σταθερά δάνεια διάρκειας 30 ετών. Αυτή η εξέλιξη πυροδοτεί μια σιωπηρή στεγαστική κρίση, η οποία χτίζεται πάνω στα ήδη υπάρχοντα δομικά προβλήματα της αγοράς. Μπορεί να μην οδεύουμε ακριβώς προς μια κατάρρευση τύπου 2008, αλλά η προσιτότητα της στέγασης έχει μετατραπεί σε ένα μείζον εθνικό πρόβλημα για τις ΗΠΑ. Οι αυξανόμενες αποδόσεις των ομολόγων βγάζουν ουσιαστικά εκτός αγοράς τον μέσο πολίτη, καθιστώντας την ιδιοκατοίκηση ένα άπιαστο όνειρο. Κάτι, νομοτελειακά, θα πρέπει να υποχωρήσει.
Το χάσμα του 47% και το φάντασμα της κρίσης του 2008
Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος του προβλήματος, αρκεί να κοιτάξει τους αριθμούς. Για να αγοράσει σήμερα ένας πολίτης ένα σπίτι μέσης αξίας στις ΗΠΑ και να μπορεί ρεαλιστικά να ανταπεξέλθει στις μηνιαίες δόσεις, χρειάζεται ένα ετήσιο εισόδημα της τάξης των 126.000 δολαρίων. Ωστόσο, ο μέσος μισθός βρίσκεται περίπου στα 86.000 δολάρια. Μιλάμε για ένα ιλιγγιώδες χάσμα προσιτότητας που αγγίζει το 47%.
Πώς καλείται να γεφυρώσει αυτό το κενό ένα μέσο νοικοκυριό, όταν ο πληθωρισμός καλπάζει με ταχύτερους ρυθμούς από τις αυξήσεις των μισθών; Είναι αλήθεια ότι σήμερα δεν έχουμε τα συστημικά σφάλματα του 2008. Τα περιβόητα “ninja loans” (δάνεια που δίνονταν σε άτομα χωρίς εισόδημα, χωρίς δουλειά, χωρίς περιουσιακά στοιχεία) αποτελούν παρελθόν. Παρόλα αυτά, οι τιμές των κατοικιών δέχονται τεράστια καθοδική πίεση, καθώς τα επιτόκια των ομολόγων δεν λένε να σταματήσουν την ανοδική τους πορεία.
Η σύγκριση με την περασμένη δεκαετία είναι αποκαλυπτική. Πριν από δέκα χρόνια, το επιτόκιο ενός στεγαστικού δανείου κυμαινόταν στο 3,4% και ένα μέσο σπίτι κόστιζε περίπου 240.000 δολάρια. Σήμερα, η τιμή του ίδιου σπιτιού ξεπερνά τα 420.000 δολάρια. Ακόμη και με ένα επιτόκιο λίγο κάτω από το 7%, η μηνιαία δόση είναι 160% πιο ακριβή. Μια μέση δόση έχει εκτιναχθεί από τα 850 στα 2.200 δολάρια. Πόσες οικογένειες μπορούν να αντέξουν αυτό το βάρος, όταν την ίδια στιγμή τα τρόφιμα, οι λογαριασμοί ρεύματος, ακόμη και η αγορά ενός αυτοκινήτου, έχουν μετατραπεί σε ξεχωριστές μικρο-κρίσεις;
Ο πληθωρισμός, η καταναλωτική εμπιστοσύνη και το αδιέξοδο των παρεμβάσεων
Οι καταναλωτές εγκλωβίζονται σε μια συνθήκη μόνιμου ενοικίου, εκτός κι αν οι τιμές των κατοικιών μειωθούν δραστικά. Και τα δύο σενάρια είναι αρνητικά για μια οικονομία που βασίζεται πρωτίστως στην κατανάλωση – η οποία υπενθυμίζουμε ότι αποτελεί πάνω από το 70% του συνολικού αμερικανικού ΑΕΠ. Δεν είναι τυχαίο ότι η καταναλωτική εμπιστοσύνη έχει βυθιστεί σε χαμηλό 12ετίας. Οι πολίτες τρομάζουν απέναντι στο μείγμα του υψηλού πληθωρισμού και των στάσιμων μισθών, κόβοντας δραστικά τα έξοδά τους καθώς βλέπουν την καταιγίδα να πλησιάζει.
Το οικονομικό επιτελείο της Ουάσιγκτον βρίσκεται σε αδιέξοδο. Δεν υπάρχει τρόπος να μειωθούν οι αποδόσεις των ομολόγων μέσω άμεσων κρατικών παρεμβάσεων, χωρίς να προκληθεί ρήγμα στην αξία του δολαρίου. Εάν το δολάριο δεχθεί πλήγμα, τα πάντα –ειδικά τα εισαγόμενα αγαθά που αποτελούν τεράστιο μερίδιο στην αμερικανική αγορά– θα γίνουν ακόμα πιο ακριβά. Οι πρόσφατες κινήσεις επαναγοράς ομολόγων, ύψους μόλις 6 δισεκατομμυρίων δολαρίων, είναι σταγόνα στον ωκεανό. Το πρόβλημα της έλλειψης ρευστότητας στην αγορά, το οποίο επικαλούνται οι αρμόδιοι, είναι στην πραγματικότητα δημιούργημα της ίδιας της κυβέρνησης, η οποία εκδίδει ασταμάτητα τεράστιες ποσότητες ομολόγων σε μια ήδη κορεσμένη αγορά.
Η ενεργειακή κρίση και το ρίσκο των στρατηγικών αποθεμάτων
Την ίδια στιγμή, η πετρελαϊκή κρίση περιπλέκεται επικίνδυνα. Ο Ντόναλντ Τραμπ σχεδιάζει να αντλήσει ακόμη περισσότερο πετρέλαιο από τα Στρατηγικά Αποθέματα Πετρελαίου (SPR) των ΗΠΑ σε μια προσπάθεια να ρίξει τις τιμές. Η πρόθεση για απελευθέρωση επιπλέον 40 εκατομμυρίων βαρελιών, ωστόσο, εγκυμονεί δύο πολύ σοβαρούς κινδύνους.
Πρώτον, αυτή η κίνηση θα ρίξει τα αποθέματα κάτω από το κρίσιμο όριο των 250 εκατομμυρίων βαρελιών. Κάτω από αυτό το επίπεδο, δημιουργούνται σοβαροί τεχνικοί κίνδυνοι κατά την άντληση του πετρελαίου από τα υπόγεια σπήλαια άλατος (salt caverns) όπου αποθηκεύεται, καθώς η δομική τους ακεραιότητα απαιτεί μια ελάχιστη ποσότητα καυσίμου. Δεύτερον, η αγορά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ένα έλλειμμα προσφοράς της τάξης των 4 εκατομμυρίων βαρελιών ημερησίως. Αυτό σημαίνει ότι τα 40 εκατομμύρια βαρέλια μπορούν να καλύψουν το κενό μόλις για δέκα ημέρες. Η κίνηση μοιάζει περισσότερο με κίνηση πανικού, ιδίως αν συνδυαστεί με τις ενδείξεις για κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων απέναντι στο Ιράν, μετά τις ενδιάμεσες εκλογές.
Το ρωσικό ενεργειακό «σκοτάδι» και οι κερδισμένοι των BRICS
Μέσα σε αυτό το ήδη φορτισμένο κλίμα, η Ρωσία έριξε στο τραπέζι μια κίνηση που ανατρέπει τα δεδομένα. Με πρόσφατο κυβερνητικό διάταγμα, η Μόσχα απαγορεύει τη δημόσια δημοσιοποίηση των δεδομένων του ενεργειακού της τομέα. Η πληροφόρηση γύρω από τον ρωσικό πετρελαϊκό τομέα, ο οποίος αντιπροσωπεύει πάνω από το 10% της παγκόσμιας παραγωγής και το 10-12% των παγκόσμιων εξαγωγών, πρόκειται να βυθιστεί στο σκοτάδι.

Αυτό το «μπλακάουτ» πληροφοριών αποτελεί τεράστιο πρόβλημα για τις αγορές, οι οποίες χρειάζονται περισσότερη –και όχι λιγότερη– διαφάνεια αυτή τη στιγμή. Στοιχεία όπως οι όγκοι, η τιμολόγηση, οι αγοραστές, οι πωλητές, οι όροι διακανονισμού και τα δεδομένα διύλισης αποσύρονται από τη δημόσια σφαίρα. Αυτό στερεί από την Ουάσιγκτον τη δυνατότητα να προβλέψει ένα ξαφνικό σοκ στην προσφορά. Η Ρωσία χρησιμοποιεί αυτή την τακτική προφανώς για να κρύψει τις ροές πετρελαίου από την Ουκρανία και να καταστήσει τις δυτικές κυρώσεις αδύνατον να επιβληθούν αποτελεσματικά.
Οι μεγάλοι κερδισμένοι αυτής της εξέλιξης είναι ξεκάθαρα οι χώρες των BRICS. Μόνο τον τελευταίο μήνα, η Κίνα αγόρασε ρωσική ενέργεια αξίας 8 δισεκατομμυρίων δολαρίων και η Ινδία αξίας 5 δισεκατομμυρίων. Το σκοτάδι στα δεδομένα ευνοεί άμεσα το Πεκίνο, κρύβοντας παράλληλα τον βαθμό στον οποίο επιταχύνεται η αποδολαριοποίηση (de-dollarization) του παγκόσμιου ενεργειακού εμπορίου, μέσω διμερών εμπορικών συμφωνιών με τοπικά νομίσματα.
Το ράλι της τεχνητής νοημοσύνης και το ρίσκο της απορρύθμισης
Τέλος, το σκηνικό ολοκληρώνεται με τη φούσκα της τεχνητής νοημοσύνης. Στην πρόσφατη συνάντησή του με τους επικεφαλής της Big Tech, ο Ντόναλντ Τραμπ επιχείρησε να μετονομάσει το AI σε «υπερ-νοημοσύνη» (super intelligence), λες και μια απλή αλλαγή ταμπέλας θα αλλάξει την πραγματικότητα της τεχνολογίας. Ακόμη πιο ανησυχητική, ωστόσο, ήταν η διάθεσή του να πουλήσει την πλεονάζουσα χωρητικότητα των αμερικανικών data centers στην Κίνα, στο όνομα του κέρδους.
Ενώ πλέον καταγράφονται σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στον πραγματικό κόσμο –όπως η πρόσφατη μη εξουσιοδοτημένη πρόσβαση ενός bot της OpenAI στη βάση δεδομένων υγείας της αυστραλιανής κυβέρνησης– ο Λευκός Οίκος γυρίζει την πλάτη σε κάθε ομοσπονδιακό ρυθμιστικό πλαίσιο. Η επιλογή της κυβέρνησης είναι η αυτορρύθμιση των ίδιων των τεχνολογικών κολοσσών. Η ιστορία, ωστόσο, έχει δείξει (με πιο πρόσφατο παράδειγμα την αυτορρύθμιση των τραπεζών πριν το 2008) ότι ένα τέτοιο μοντέλο σπάνια προστατεύει το δημόσιο συμφέρον.
Ο τζόγος του αμερικανικού ΑΕΠ και ο κίνδυνος μιας νέας φούσκας
Γιατί, όμως, επιλέγεται η απόλυτη ελευθερία για την Big Tech; Η απάντηση κρύβεται στους αριθμούς του αμερικανικού ΑΕΠ. Προκειμένου να δικαιολογηθεί και να εξυπηρετηθεί το δυσθεώρητο δημόσιο χρέος, η οικονομία πρέπει να παρουσιάζει ισχυρή ανάπτυξη. Αυτή τη στιγμή, κανένας άλλος κλάδος δεν έχει τη ρευστότητα και την κεφαλαιακή δύναμη να σύρει το άρμα της ανάπτυξης με τέτοιους ρυθμούς, πέρα από τον τεχνολογικό τομέα.
Οι επενδύσεις κεφαλαίου (capex) της Big Tech στην τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να αγγίξουν το εντυπωσιακό 3,6% του συνολικού ΑΕΠ των ΗΠΑ ετησίως για τα επόμενα έξι χρόνια. Πρόκειται για έναν κολοσσιαίο τζόγο. Οι εταιρείες δανείζονται επιθετικά για να χρηματοδοτήσουν αυτή την επέκταση, την ώρα που τα κινεζικά μοντέλα ανοιχτού κώδικα (open-source) ανταγωνίζονται πλέον στα ίσα τα αμερικανικά.
Τα οικονομικά δεδομένα εταιρειών όπως η Anthropic, όπως αποκαλύφθηκαν ενόψει της δημόσιας εγγραφής της, δείχνουν μια βιομηχανία που ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί. Με προβλεπόμενες καθαρές ζημίες άνω των 40 δισεκατομμυρίων δολαρίων το 2025 και δεσμεύσεις μελλοντικών δαπανών που αγγίζουν τα 510 δισεκατομμύρια, η αγορά βασίζεται εξ ολοκλήρου στον ενθουσιασμό των επενδυτών, θυμίζοντας έντονα τις πρακτικές της Wall Street πριν σκάσουν παλαιότερες φούσκες. Η μεγάλη ερώτηση παραμένει: Από πού ακριβώς θα προέλθουν τα πραγματικά έσοδα για να συντηρήσουν αυτή την υπερ-επένδυση, όταν οι πελάτες αυτών των εταιρειών (βιομηχανία, ενέργεια, λιανεμπόριο) αναπτύσσονται με εξαιρετικά ήπιους ρυθμούς; Αν τα έσοδα δεν επαληθεύσουν τις προσδοκίες, το τεχνολογικό αφήγημα, μαζί με την αμερικανική ανάπτυξη, θα καταρρεύσει με πάταγο.
