Οικονομικός εφιάλτης δίχως τέλος για την Τουρκία παρά την καθυστερημένη στροφή του Ερντογάν
Η ψυχολογία του πληθωρισμού, η κατάρρευση της λίρας και οι βαθιές ανισότητες που ναρκοθετούν την επιστροφή της γειτονικής οικονομίας στην κανονικότητα.
Η παρατεταμένη οικονομική κρίση στην Τουρκία αποτελεί ίσως ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα των καταστροφικών συνεπειών που μπορεί να έχει η πολιτική παρέμβαση στους μηχανισμούς της νομισματικής πολιτικής. Εδώ και αρκετά χρόνια, η γειτονική χώρα βρίσκεται εγκλωβισμένη σε μια δίνη υποτίμησης του νομίσματός της και ανεξέλεγκτων ανατιμήσεων, φαινόμενα που προκλήθηκαν σε μεγάλο βαθμό από την επιμονή του προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να επιβάλει μειώσεις επιτοκίων, κόντρα σε κάθε σύγχρονο οικονομικό κανόνα.
Η πολιτική αυτή, την οποία οι αγορές παρακολουθούσαν με αμηχανία, πυροδότησε μια άνευ προηγουμένου αποδυνάμωση της τουρκικής λίρας. Είναι ενδεικτικό ότι από την ισοτιμία των περίπου 5 λιρών ανά δολάριο το 2019, το τουρκικό νόμισμα κατρακύλησε στις 25 λίρες στις αρχές του 2023. Αν και μετά τις εκλογές του 2023 ο Ερντογάν επιχείρησε μια θεαματική αλλαγή πλεύσης, επιστρέφοντας στην οικονομική ορθοδοξία με νέο υπουργό Οικονομικών και νέο διοικητή στην κεντρική τράπεζα, τα αποτελέσματα παραμένουν πενιχρά. Ο πληθωρισμός αποδεικνύεται εφιαλτικά επίμονος και η λίρα συνεχίζει την πτωτική της πορεία, φλερτάροντας πλέον με το ιστορικό χαμηλό των 50 λιρών ανά δολάριο. Το ερώτημα που κυριαρχεί πλέον στους κύκλους των διεθνών αναλυτών είναι ξεκάθαρο: Μπορεί η Τουρκία να γίνει ξανά μια κανονική οικονομία;

Το ανορθόδοξο πείραμα και η εμμονή με τα επιτόκια
Για να κατανοήσουμε το σημερινό αδιέξοδο, πρέπει να ανατρέξουμε στο 2018, όταν η λίρα άρχισε να δείχνει τα πρώτα σοβαρά σημάδια υποτίμησης και ο πληθωρισμός ξεκίνησε την ανιούσα. Ωστόσο, και οι δύο αυτές τάσεις επιταχύνθηκαν δραματικά μετά την πανδημία. Καθώς ο πληθωρισμός χτυπούσε κόκκινο σε παγκόσμιο επίπεδο, οι κεντρικές τράπεζες ανά τον κόσμο απάντησαν με τον παραδοσιακό τρόπο: αυξάνοντας τα επιτόκια.
Ο Ερντογάν, αντίθετα, υποστήριξε ότι οι αυξήσεις των επιτοκίων αποτελούσαν μέρος μιας «αντι-ισλαμικής συνωμοσίας», υποκινούμενης από αυτό που ο ίδιος ονόμαζε «λόμπι των επιτοκίων». Έτσι, επέβαλε τη μείωσή τους. Πίσω από αυτή τη ρητορική βέβαια, κρυβόταν η πολιτική σκοπιμότητα, καθώς τα υψηλά επιτόκια προκαλούν βραχυπρόθεσμο οικονομικό πόνο, κάτι που ο Τούρκος πρόεδρος ήθελε να αποφύγει. Προκειμένου να επιβάλει τη θέλησή του, προχώρησε σε αλλεπάλληλες αποπομπές κεντρικών τραπεζιτών που τολμούσαν να διαφωνήσουν μαζί του.

Το αποτέλεσμα ήταν τα επιτόκια να μειωθούν από το 19% στα τέλη του 2021 στο 8,5% στις αρχές του 2023. Όπως ήταν φυσικό, το φθηνό χρήμα οδήγησε σε περαιτέρω ραγδαία υποτίμηση της λίρας, η οποία με τη σειρά της εκτίναξε τον πληθωρισμό. Τον Οκτώβριο του 2022, ο επίσημος πληθωρισμός κορύφωσε στο ιλιγγιώδες 85,5%, με τις ανεπίσημες, ανεξάρτητες εκτιμήσεις να κάνουν λόγο για ποσοστό σχεδόν διπλάσιο.
Η προεκλογική άμυνα και η οβιδιακή μεταμόρφωση
Καθώς πλησίαζαν οι κρίσιμες προεδρικές εκλογές του 2023, η κυβέρνηση βρέθηκε σε πανικό. Προκειμένου να ανακόψει την ελεύθερη πτώση του νομίσματος, ο Ερντογάν «έκαψε» δισεκατομμύρια από τα συναλλαγματικά αποθέματα της χώρας, καταφέρνοντας να σταθεροποιήσει προσωρινά τη λίρα στο επίπεδο του 20 προς ένα δολάριο. Η στρατηγική αυτή, αν και εξαιρετικά δαπανηρή και μακροπρόθεσμα μη βιώσιμη, πέτυχε τον άμεσο στόχο της: εξασφάλισε στον Ερντογάν την επανεκλογή του.
Αμέσως μετά την εκλογική του νίκη, ωστόσο, ο Τούρκος πρόεδρος έκανε μια εντυπωσιακή στροφή 180 μοιρών. Τοποθέτησε τον Μεχμέτ Σιμσέκ στη θέση του υπουργού Οικονομικών και την Χαφιζέ Γκαγιέ Ερκάν στο τιμόνι της κεντρικής τράπεζας. Αμφότεροι προέρχονταν από τον σκληρό πυρήνα της δυτικής τραπεζικής αγοράς, ενέπνεαν εμπιστοσύνη στους επενδυτές και είχαν καταστήσει σαφή τη διαφωνία τους με τις προηγούμενες ανορθόδοξες πολιτικές.

Όπως αναμενόταν, η νέα οικονομική ηγεσία ξεκίνησε άμεσα έναν κύκλο επιθετικών αυξήσεων στα επιτόκια, φτάνοντάς τα στο εντυπωσιακό 50% πέρυσι — ένα επίπεδο σχεδόν δέκα φορές υψηλότερο από τα αντίστοιχα των ΗΠΑ. Παρά το οικονομικό σοκ, όμως, η θεραπεία δεν φαίνεται να αποδίδει τα αναμενόμενα.
Γιατί επιμένει η κρίση παρά τα μέτρα σοκ
Δυστυχώς για το οικονομικό επιτελείο της Άγκυρας, οι αυξήσεις των επιτοκίων δεν κατάφεραν να δαμάσουν το τέρας της ακρίβειας. Ο πληθωρισμός αποδεικνύεται αξιοσημείωτα άκαμπτος, παραμένοντας κολλημένος γύρω στο 30% σε ετήσια βάση. Αν και παρατηρήθηκε μια μικρή πτώση στα τέλη του περασμένου καλοκαιριού, αυτό οφειλόταν κυρίως στο γεγονός ότι συγκρινόταν με την αντίστοιχη περυσινή περίοδο, όπου οι τιμές είχαν ήδη κάνει άλμα. Σε μηνιαία βάση, ο ρυθμός του πληθωρισμού διατηρεί μια ανησυχητικά αυξητική τάση.
Σε άμεση συνάρτηση με αυτό, η τουρκική λίρα συνεχίζει να αιμορραγεί, σπάζοντας πρόσφατα το ψυχολογικό φράγμα των 50 λιρών ανά δολάριο. Η κατάσταση αυτή έχει δημιουργήσει ένα βαθύ και επικίνδυνο οικονομικό ρήγμα στο εσωτερικό της χώρας. Από τη μία πλευρά, υπάρχει μια εύπορη μειοψηφία που κατέχει περιουσιακά στοιχεία (όπως ακίνητα) ή έχει πρόσβαση σε ξένο συνάλλαγμα, προστατεύοντας έτσι τον πλούτο της. Από την άλλη πλευρά, η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών που εξαρτάται από μισθούς οι οποίοι καταβάλλονται σε διαρκώς υποτιμούμενες λίρες, βλέπει την αγοραστική της δύναμη να εξανεμίζεται καθημερινά.
Γεωπολιτική, εγχώρια καταστολή και χρηματιστηριακές φούσκες
Πέρα από τα νομισματικά λάθη, μια σειρά από επιβαρυντικούς παράγοντες λειτουργούν ως βαρίδια για την ανάκαμψη. Η Τουρκία παραμένει ένας μεγάλος εισαγωγέας ενέργειας, γεγονός που σημαίνει ότι η πρόσφατη αύξηση των παγκόσμιων τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου —απόρροια των γεωπολιτικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή και ευρύτερα— έπληξε βαρύτατα τα κρατικά ταμεία.
Ταυτόχρονα, το εγχώριο πολιτικό κλίμα δεν βοηθά. Η συνεχιζόμενη καταστολή της πολιτικής αντιπολίτευσης και ιδιαίτερα η στόχευση προσώπων όπως ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, Εκρέμ Ιμάμογλου, έχει τρομάξει τις διεθνείς αγορές, επιταχύνοντας το ξεπούλημα της λίρας. Η εμπιστοσύνη των επενδυτών δέχτηκε ένα ακόμη ισχυρό πλήγμα πρόσφατα από μια μεγάλη κρίση στο τουρκικό χρηματιστήριο.
Επρόκειτο ουσιαστικά για ένα τεράστιο σχήμα Πόντσι (Ponzi) που απλώθηκε σε δεκάδες επενδυτικά ταμεία τα οποία υπόσχονταν θεαματικές αποδόσεις. Τα ταμεία αυτά επένδυαν σε εταιρείες με ελάχιστες μετοχές σε ελεύθερη διαπραγμάτευση, επιτρέποντας σε λίγους αγοραστές να εκτοξεύσουν τεχνητά την αξία τους. Όταν η φούσκα έσκασε, παρασύροντας σχεδόν μισό εκατομμύριο επενδυτές, οι τουρκικές αρχές αναγκάστηκαν να παγώσουν τις συναλλαγές και να επιβάλουν capital controls για να αποτρέψουν μια μαζική ρευστοποίηση σε λίρες. Αυτό μπορεί να απέτρεψε την απόλυτη κατάρρευση, αλλά τραυμάτισε ανεπανόρθωτα την αξιοπιστία της αγοράς.
Η ψυχολογία του πληθωρισμού και ο φαύλος κύκλος
Ωστόσο, ούτε το γεωπολιτικό ρίσκο, ούτε η καταστολή, ούτε το κραχ του χρηματιστηρίου αποτελούν τη δομική αιτία της οικονομικής καχεξίας. Το θεμελιώδες πρόβλημα είναι ότι ο πληθωρισμός έχει παραμείνει τόσο υψηλός για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα, που πλέον αυτοτροφοδοτείται.
Αυτό οφείλεται εν μέρει στην λεγόμενη «τιμαριθμική αναπροσαρμογή» (indexation). Όταν οι αγορές ζουν με υπερπληθωρισμό, οι συμμετέχοντες αρχίζουν να συνδέουν συμβόλαια, ενοίκια και μισθούς απευθείας με τον δείκτη τιμών. Ένας ιδιοκτήτης ακινήτου, για παράδειγμα, κοιτάζει τον πληθωρισμό του προηγούμενου έτους για να υπολογίσει την αύξηση στο ενοίκιο. Όταν αυτή η πρακτική γενικευτεί, κάνει την ακρίβεια πρακτικά αδύνατο να ξεριζωθεί γρήγορα.
Πέρα όμως από τους ψυχρούς αριθμούς, υπάρχει ένας ισχυρότατος ψυχολογικός παράγοντας. Οι πολίτες έχουν συνηθίσει να βλέπουν τις τιμές να ανεβαίνουν και δεν εμπιστεύονται ότι η κυβέρνηση Ερντογάν μπορεί να ελέγξει την κατάσταση. Έτσι, δημιουργούνται οι «πληθωριστικές προσδοκίες». Όταν οι εργαζόμενοι περιμένουν νέες ανατιμήσεις, απαιτούν υψηλότερους μισθούς. Όταν οι επιχειρήσεις αναμένουν αυξημένα κόστη λειτουργίας, ανεβάζουν προκαταβολικά τις τιμές τους. Όταν οι καταναλωτές νιώθουν ότι αύριο τα αγαθά θα είναι ακριβότερα, σπεύδουν να ξοδέψουν τα χρήματά τους σήμερα, αυξάνοντας τη ζήτηση και ρίχνοντας λάδι στη φωτιά του πληθωρισμού.
Για να σπάσει αυτός ο φαύλος κύκλος και να επιστρέψει η τουρκική οικονομία στην κανονικότητα, θα απαιτούνταν πιθανότατα ακόμη πιο δραστικές αυξήσεις επιτοκίων και μια μακρά περίοδος απόλυτης γεωπολιτικής και οικονομικής ηρεμίας (μηδενικά εξωτερικά σοκ). Δυστυχώς για την Τουρκία, με δεδομένη τη ρευστότητα και την αστάθεια στο σημερινό παγκόσμιο στερέωμα, ένα τέτοιο ιδανικό σενάριο φαντάζει, προς το παρόν, ανέφικτο.

