Ο παγκόσμιος πόλεμος του ντίζελ, οι αμερικανικές εκλογές και ο εφιάλτης της ευρωπαϊκής οικονομίας
Πώς οι τιμές ρεκόρ στα διυλισμένα καύσιμα, τα άδεια ντεπόζιτα και τα γεωπολιτικά παιχνίδια απειλούν με ασφυξία τις ευρωπαϊκές αγορές.
Η κατάσταση γύρω από τις τιμές του ντίζελ τείνει να εξελιχθεί σε ένα ζήτημα με υπαρξιακές διαστάσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία. Αν και σε πολλούς φαντάζει ως ένα εξειδικευμένο και τεχνικό θέμα, η αλήθεια είναι πως η τιμή του ντίζελ, η οποία έχει σπάσει το φράγμα των 2 ευρώ ή λιρών ανά λίτρο σε αρκετές αγορές, προκαλεί ισχυρούς τριγμούς. Η επικίνδυνη αυτή τάση δεν περιορίζεται μόνο στη Γηραιά Ήπειρο ή στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά επεκτείνεται και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μπροστά σε αυτή την εκρηκτική συνθήκη, οι υπουργοί των χωρών της G7 προχώρησαν πρόσφατα σε έκτακτη σύγκληση, γεγονός που από μόνο του υποδηλώνει τη σοβαρότητα της κατάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο. Η απόφαση που προέκυψε αφορά την αποδέσμευση 100 εκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου και παραγώγων, με έμφαση στην εμπροσθοβαρή απελευθέρωση σημαντικών ποσοτήτων ντίζελ μέσα στις πρώτες 20 ημέρες. Η κίνηση αυτή γεννά το προφανές ερώτημα: γιατί το ντίζελ έχει μετατραπεί ξαφνικά σε ένα τόσο κρίσιμο πρόβλημα, ώστε να απαιτείται η άμεση παρέμβαση στο υψηλότερο δυνατό πολιτικό επίπεδο;

Το παράδοξο ανάμεσα στο αργό πετρέλαιο και τα διυλισμένα προϊόντα
Για να κατανοήσουμε την τρέχουσα κρίση, πρέπει να κοιτάξουμε την πορεία των τιμών μετά το πρόσφατο κλείσιμο στα Στενά του Ορμούζ. Εκείνη την περίοδο, οι περισσότεροι αναλυτές προέβλεπαν μια καταστροφική εκτόξευση της τιμής του αργού πετρελαίου. Η αγορά φοβόταν ότι από τα επίπεδα των 70 δολαρίων το βαρέλι, η τιμή θα σκαρφάλωνε απότομα στα 150 ή ακόμα και στα 200 δολάρια. Αυτό το καταστροφολογικό σενάριο, ωστόσο, δεν επιβεβαιώθηκε ποτέ πλήρως. Το αργό πετρέλαιο ανέβηκε μεν, αλλά σταθεροποιήθηκε κοντά στα 100 δολάρια το βαρέλι. Όμως, κάτω από την επιφάνεια του αργού πετρελαίου, συντελέστηκε μια ραγδαία και επικίνδυνη αποσύνδεση. Αν εξετάσουμε τις τιμές στα διυλισμένα προϊόντα, όπως είναι τα καύσιμα αεροσκαφών (jet fuel) και το ντίζελ, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Ενώ το αργό πετρέλαιο συγκρατήθηκε, το κόστος για το ντίζελ σημείωσε μια ιλιγγιώδη άνοδο σε διεθνές επίπεδο. Τα μεγάλα δεξαμενόπλοια που μεταφέρουν αυτά τα προϊόντα ανά τον κόσμο άρχισαν να τιμολογούν τα φορτία τους σε επίπεδα ρεκόρ. Το παράδοξο είναι πως ακόμα και στις ΗΠΑ, οι οποίες παράγουν τεράστιες ποσότητες πετρελαίου, το ντίζελ καταγράφει ιστορικά υψηλά, καθώς πρόκειται για ένα εμπόρευμα που διαπραγματεύεται σε μια ενιαία παγκόσμια αγορά.
Το πολιτικό σκηνικό στις ΗΠΑ και ο ρόλος των εξαγωγών
Σε αυτό το ασταθές οικονομικό περιβάλλον, οι πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον παίζουν τον δικό τους, καθοριστικό ρόλο. Ο Ντόναλντ Τραμπ παρακολουθεί με έντονη ανησυχία την αύξηση της τιμής του ντίζελ, γνωρίζοντας πως το αυξημένο κόστος στα πρατήρια προκαλεί άμεση δυσαρέσκεια στους ψηφοφόρους. Με τις ενδιάμεσες εκλογές να αποτελούν το απόλυτο πολιτικό βαρόμετρο, ο στόχος είναι προφανής: να μην χαθεί ο έλεγχος της Γερουσίας. Αναλύοντας τα στατιστικά δεδομένα, διαπιστώνεται μια εντυπωσιακή, αν και παράδοξη, συσχέτιση. Όσο ανεβαίνει η τιμή του ντίζελ στην αμερικανική αγορά, τόσο αυξάνονται οι πιθανότητες να κερδίσουν οι Δημοκρατικοί τον έλεγχο της Γερουσίας. Αντίθετα, όταν η τιμή πέφτει, οι πιθανότητές τους μειώνονται. Μπροστά σε αυτή την πολιτική εξίσωση, μια από τις λύσεις που τίθενται στο τραπέζι είναι η επιβολή απαγόρευσης στις εξαγωγές ντίζελ από τις ΗΠΑ. Η λογική πίσω από αυτή τη στρατηγική είναι απλή: εάν ο εγχώριος πλούτος διατηρηθεί εντός των αμερικανικών συνόρων, αποκλείοντας τη διεθνή αγορά, η εσωτερική τιμή θα πιεστεί αναπόφευκτα προς τα κάτω.

Η ευρωπαϊκή εξάρτηση και η γεωπολιτική απομόνωση
Μια ενδεχόμενη απαγόρευση των αμερικανικών εξαγωγών εξηγεί απόλυτα τον πανικό που επικράτησε στη σύνοδο των υπουργών της G7. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος του ευρωπαϊκού προβλήματος, αρκεί να δούμε από πού αντλούν η Βρετανία και η Ευρώπη τα καύσιμά τους τα τελευταία χρόνια. Επιστρέφοντας στο 2016, ο κύριος προμηθευτής ντίζελ για την ευρωπαϊκή αγορά ήταν σχεδόν αποκλειστικά η Ρωσία. Μετά την εισβολή στην Ουκρανία και την επιβολή των σκληρών διεθνών κυρώσεων, οι εισαγωγές από τη Μόσχα μηδενίστηκαν. Η Ευρώπη αναγκάστηκε να στρέψει απότομα την εξάρτησή της προς τη Μέση Ανατολή και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όταν όμως έκλεισαν προσωρινά τα Στενά του Ορμούζ, η ροή από τη Μέση Ανατολή διακόπηκε, αφήνοντας τις ΗΠΑ πρακτικά ως τον μοναδικό αξιόπιστο προμηθευτής, τον “τελευταίο άνθρωπο όρθιο” στον παγκόσμιο ενεργειακό χάρτη. Σήμερα, η Ευρώπη εξαρτάται σε πρωτοφανή βαθμό από τις εισαγωγές αμερικανικού ντίζελ και κηροζίνης. Εάν αυτή η γραμμή ανεφοδιασμού κοπεί λόγω των αμερικανικών εκλογικών σκοπιμοτήτων, η γηραιά ήπειρος θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα τεράστιο πρόβλημα προσφοράς. Γι’ αυτό ακριβώς οι ευρωπαϊκές χώρες και οι σύμμαχοί τους αποφάσισαν την απελευθέρωση μέρους των στρατηγικών τους αποθεμάτων.
Ο πόλεμος των αποθεμάτων και η βρετανική γύμνια
Παρά τον γενικότερο διεθνή αναβρασμό, τα στρατηγικά αποθέματα ντίζελ σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες παραμένουν σε ικανοποιητικά επίπεδα, με τον μέσο όρο να καλύπτει περίπου 200 ημέρες κατανάλωσης. Η Γερμανία, για παράδειγμα, διαθέτει εθνικά αποθέματα ικανά να συντηρήσουν την ομαλή λειτουργία της χώρας για 415 ημέρες, χάρη σε μια αυστηρή κρατική πολιτική προνοητικότητας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις. Στον αντίποδα, η Βρετανία αποτελεί το απόλυτο αρνητικό παράδειγμα ανθεκτικότητας, καθώς τα αποθέματά της επαρκούν μόλις για 42 ημέρες. Η τεράστια αυτή απόκλιση οφείλεται κυρίως στη σταδιακή συρρίκνωση των εγχώριων υποδομών. Τα διυλιστήρια στο Ηνωμένο Βασίλειο μειώνονται συνεχώς –έχουν απομείνει ελάχιστα σε λειτουργία– στο πλαίσιο της μετάβασης για τη μείωση των εκπομπών άνθρακα. Ωστόσο, το κλείσιμο αυτών των εγκαταστάσεων συνεπάγεται και την οριστική απώλεια των γιγαντιαίων δεξαμενών αποθήκευσης καυσίμων. Μέσα σε λίγα μόλις χρόνια, η φυσική ικανότητα αποθήκευσης της χώρας έπεσε από τα 7 στα 4 εκατομμύρια τόνους. Τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο επίφοβα αν αναλογιστούμε ότι ένα μεγάλο μέρος των βρετανικών αποθεμάτων δεν είναι πραγματικό πετρέλαιο σε φυσικές δεξαμενές, αλλά τα λεγόμενα “εισιτήρια”. Πρόκειται για νομικά συμβόλαια σε χαρτί που εξασφαλίζουν θεωρητικά το δικαίωμα εισαγωγής πετρελαίου από άλλες χώρες σε ώρα έκτακτης ανάγκης, χωρίς κανείς να μπορεί να εγγυηθεί την άμεση εκτέλεσή τους σε ένα παγκόσμιο κραχ.
Οι περιορισμοί της διύλισης και τα σημάδια αισιοδοξίας
Πολλοί παρατηρητές αναρωτιούνται εύλογα γιατί τα εναπομείναντα ευρωπαϊκά διυλιστήρια δεν αυξάνουν απλώς την παραγωγή ντίζελ για να καλύψουν το κενό στην αγορά. Η απάντηση κρύβεται στην ίδια τη φύση της πετροχημικής βιομηχανίας. Από ένα βαρέλι αργού πετρελαίου, οι αναλογίες των προϊόντων που προκύπτουν είναι αυστηρά προκαθορισμένες από τους νόμους της φυσικής. Περίπου το 43% μετατρέπεται σε απλή βενζίνη και μόλις το 28% αποδίδει ντίζελ, με τα υπόλοιπα ποσοστά να κατευθύνονται σε καύσιμα αεροσκαφών και έτερα υποπροϊόντα. Αυτές οι αναλογίες δεν μπορούν να μεταβληθούν κατά το δοκούν. Επομένως, χωρίς νέες, εκτεταμένες εγκαταστάσεις διύλισης, είναι πρακτικά αδύνατον να αυξηθεί κατακόρυφα η παραγωγή του ντίζελ για να σωθεί η κατάσταση.

Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη ζοφερή και περίπλοκη εικόνα, υπάρχουν δύο ισχυρά θετικά στοιχεία που δεν πρέπει να παραβλέπονται. Πρώτον, η πληρότητα στα πρατήρια καυσίμων, παρά την αρχική πτώση που προκλήθηκε από τον πανικό των καταναλωτών, έχει ανακάμψει και παραμένει σταθερά πάνω από το 50%, δίνοντας μια απαραίτητη ανάσα στο δίκτυο λιανικής. Δεύτερον, και ίσως το πιο κομβικό από γεωπολιτικής άποψης, η καθημερινή ροή του πετρελαίου από τη Μέση Ανατολή, είτε μέσω δεξαμενόπλοιων είτε μέσω αγωγών, έχει πλέον ανακάμψει σχεδόν στα επίπεδα που βρισκόταν πριν ξεσπάσει η κρίση στα Στενά του Ορμούζ. Παρά τη συνεχιζόμενη αβεβαιότητα γύρω από τις αποφάσεις των ΗΠΑ και τις αντοχές των ευρωπαϊκών αποθεμάτων, η σταδιακή εξομάλυνση αυτής της βασικής αρτηρίας εφοδιασμού ρίχνει μια μικρή αλλά σημαντική αχτίδα φωτός στο σκοτεινό τοπίο της παγκόσμιας ενέργειας.
