Ρήγμα εμπιστοσύνης – Η Ευρώπη απορρίπτει τις αμερικανικές απειλές για το εμπάργκο στο ντίζελ
Η διαφαινόμενη απαγόρευση εξαγωγών από την Ουάσιγκτον προκαλεί την οργή των Βρυξελλών, την ώρα που οι τιμές της ενέργειας δοκιμάζουν τις αντοχές των ευρωπαίων πολιτών και ανατρέπουν τους σχεδιασμούς των κεντρικών τραπεζών.
Η παγκόσμια ενεργειακή σκακιέρα βρίσκεται για άλλη μια φορά αντιμέτωπη με επικίνδυνους τριγμούς. Η πρόθεση της αμερικανικής πλευράς να εξετάσει μια αυστηρή απαγόρευση στις εξαγωγές ντίζελ έχει προκαλέσει την άμεση και οργισμένη αντίδραση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι Βρυξέλλες καθιστούν σαφές, σε όλους τους τόνους, ότι μια τέτοια κίνηση από τις ΗΠΑ όχι μόνο δεν προσφέρει βιώσιμες λύσεις, αλλά αντίθετα ναρκοθετεί την αξιοπιστία της Ουάσιγκτον ως σταθερού εταίρου σε μια εξαιρετικά κρίσιμη συγκυρία.
Όπως σημειώνουν με νόημα κορυφαίοι αμερικανοί αναλυτές, που παρακολουθούν στενά τις διακυμάνσεις στην αγορά των πετροδολαρίων και τις γεωπολιτικές ισορροπίες, το χάσμα που δημιουργείται ανάμεσα στις δύο πλευρές του Ατλαντικού είναι βαθύ και δομικό. Η Ευρώπη δεν κρύβει τον εκνευρισμό της, καθώς καλείται να διαχειριστεί μια άνευ προηγουμένου κρίση προσιτότητας, την ώρα που οι παραδοσιακοί σύμμαχοι δείχνουν πλέον διατεθειμένοι να προτάξουν τον αυστηρό προστατευτισμό έναντι της συλλογικής ασφάλειας εφοδιασμού.
Το έλλειμμα εμπιστοσύνης και η αμερικανική στάση
Το μήνυμα από τη συνεδρίαση της ευρωπαϊκής ομάδας δράσης για την ενέργεια είναι κατηγορηματικό: οποιαδήποτε απαγόρευση στο αμερικανικό ντίζελ απορρίπτεται πλήρως. Μια τέτοια απόφαση, όπως τονίστηκε, θα υπονόμευε ανεπανόρθωτα την εμπιστοσύνη προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετατρέποντας έναν ιστορικά αξιόπιστο εταίρο σε απρόβλεπτο παράγοντα αστάθειας για ολόκληρη τη Γηραιά Ήπειρο.

Οι αμερικανοί αναλυτές επισημαίνουν ότι αυτή η ασυνήθιστα αυστηρή ευρωπαϊκή γλώσσα δεν συναντάται συχνά στις τακτικές διπλωματικές ενημερώσεις, γεγονός που υποδηλώνει τον πανικό αλλά και την τεράστια πίεση που υφίστανται τα ευρωπαϊκά κράτη στο εσωτερικό τους. Η ευρωπαϊκή πλευρά δηλώνει έτοιμη για συλλογική δράση, πάντα όμως υπό την ομπρέλα του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (ΙΕΑ). Ο ρόλος του ΙΕΑ παραμένει κομβικός για την οργάνωση ενδεχόμενων αποδεσμεύσεων στρατηγικών αποθεμάτων, μια διαδικασία που απαιτεί προσεκτικούς χειρισμούς, διεθνή συντονισμό και όχι μονομερείς κινήσεις εντυπωσιασμού ή, ακόμα χειρότερα, τιμωρητικές πρακτικές.
Ενεργειακός πληθωρισμός και το κόστος για τους πολίτες
Πίσω από τις σκληρές διπλωματικές αψιμαχίες, ωστόσο, κρύβεται η αμείλικτη πραγματικότητα των αριθμών. Από τα τέλη του περασμένου Φεβρουαρίου, οι ευρωπαϊκές αγορές παρακολουθούν με δέος τους δείκτες των τιμών να εκτοξεύονται ανεξέλεγκτα. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία που κατατέθηκαν, η τιμή του φυσικού αερίου έχει καταγράψει άνοδο της τάξης του 140%, ενώ οι τιμές του ντίζελ έχουν κυριολεκτικά διπλασιαστεί.

Αυτή η εκρηκτική κατάσταση διαμορφώνει ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τα νοικοκυριά και το σύνολο της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με μια παρατεταμένη κρίση ακρίβειας που απειλεί ευθέως την κοινωνική συνοχή. Για εμάς στην Ελλάδα, όπου η ιστορική ενεργειακή εξάρτηση και το διαρκώς αυξανόμενο κόστος παραγωγής μετακυλίονται ταχύτατα στους τελικούς καταναλωτές, οι συνέπειες είναι ακόμα πιο πιεστικές. Η απότομη εκτόξευση του κόστους των καυσίμων απορροφά ρευστότητα, στερεί φρέσκο χρήμα από την πραγματική οικονομία και φρενάρει βίαια τις όποιες προοπτικές ανάπτυξης επιχειρεί να χτίσει η χώρα.
Τα στενά του Ορμούζ και οι γεωπολιτικές εστίες κινδύνου
Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη αν συνυπολογίσει κανείς τη γενικότερη γεωπολιτική ρευστότητα. Οι αμερικανοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα ενέργειας ισορροπεί σε τεντωμένο σχοινί. Τα κρίσιμα περάσματα εμπορίου και τα ενεργειακά σημεία συμφόρησης, όπως τα Στενά του Ορμούζ, παραμένουν μόνιμες εστίες κινδύνου που μπορούν να τιναχθούν στον αέρα ανά πάσα στιγμή επηρεάζοντας άμεσα τα ναύλα και τη διαθεσιμότητα.
Σε ένα τέτοιο ρευστό διεθνές περιβάλλον, οι απειλές της Ουάσιγκτον για περιορισμό των εξαγωγών προσθέτουν μια περιττή και άκρως επικίνδυνη διάσταση. Οι ευρωπαίοι ιθύνοντες αναγνωρίζουν ανοιχτά ότι πλέον δεν συζητάμε απλώς για παροδικά ζητήματα ομαλού εφοδιασμού, αλλά για μια θεμελιώδη και βαθιά κρίση προσιτότητας που απαιτεί άμεσες και γενναίες παρεμβάσεις, προτού η βαριά βιομηχανική βάση της Ευρώπης υποστεί ανεπανόρθωτη και ίσως μόνιμη ζημιά. Το ενεργειακό κόστος αναδεικνύεται πλέον στον απόλυτο ρυθμιστή της ευρωπαϊκής οικονομικής επιβίωσης.
Ο ρόλος της G7 και η διπλωματία των στρατηγικών αποθεμάτων
Μέσα σε αυτό το εξαιρετικά βαρύ κλίμα, οι διεργασίες σε ανώτατο διπλωματικό επίπεδο εντείνονται δραματικά. Η Γαλλία, κατέχοντας την τρέχουσα προεδρία της G7, προωθεί έκτακτες τηλεδιασκέψεις των ηγετών προκειμένου να εξασφαλιστεί εγκαίρως ένας ελάχιστος, αλλά κρίσιμος συντονισμός των μέτρων. Ο πρωταρχικός στόχος είναι σαφής: η άμεση ανακούφιση της πίεσης στις τιμές και η ρητή εγγύηση της προσφοράς, τόσο στο αργό πετρέλαιο όσο και στα κρίσιμα διυλισμένα προϊόντα.
Εντούτοις, ο συντονισμός αποδεικνύεται μια εξαιρετικά δύσκολη εξίσωση, ιδιαίτερα όταν μεγάλοι παίκτες όπως οι ΗΠΑ ρίχνουν αιφνιδιαστικά στο τραπέζι απειλές για μονομερείς απαγορεύσεις. Η ευρωπαϊκή στρατηγική βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην έξυπνη αποδέσμευση των αποθεμάτων. Ήδη από τον περασμένο Μάρτιο είχε υπάρξει μια σαφής συμφωνία, σε απόλυτο συντονισμό με τον ΙΕΑ, για την απελευθέρωση σημαντικών πετρελαϊκών αποθεμάτων. Η συζήτηση για μια νέα διάθεση αποθεμάτων βρίσκεται σταθερά ψηλά στην ατζέντα, όμως οι ευρωπαίοι ξεκαθαρίζουν ότι αυτές οι σοβαρές αποφάσεις λαμβάνονται τεχνοκρατικά, με σύνεση και όχι υπό το καθεστώς πολιτικών πιέσεων.
Απειλές, εκβιασμοί και η προσπάθεια για ευρωπαϊκή κυριαρχία
Ένα από τα πιο ακανθώδη και ουσιαστικά ερωτήματα που τίθενται πλέον στους διαδρόμους των ευρωπαϊκών θεσμών είναι αν η Ευρώπη κινδυνεύει, επικοινωνιακά και ουσιαστικά, να φανεί ότι υποκύπτει αμαχητί στις αμερικανικές πιέσεις. Η απειλή για εμπάργκο εξαγωγών από τις Ηνωμένες Πολιτείες δημιουργεί σε πολλούς την πικρή αίσθηση ενός ιδιότυπου, ανοιχτού εκβιασμού. Η επίσημη γραμμή της Κομισιόν, ωστόσο, απορρίπτει κατηγορηματικά αυτή τη βολική ερμηνεία.
Οι αρμόδιοι εκπρόσωποι τονίζουν με έμφαση πως οι εντατικές προσπάθειες συντονισμού και συνολικής διαχείρισης της κρίσης είχαν ξεκινήσει πολλούς μήνες πριν διατυπωθούν καν οι πρόσφατες αμερικανικές απειλές. Η απόλυτη και αδιαπραγμάτευτη προτεραιότητα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής παραμένει η εγγύηση της ασφάλειας εφοδιασμού όλων των κρατών μελών. Οι ευρωπαίοι, τουλάχιστον σε ρητορικό επίπεδο, αρνούνται πεισματικά να μπουν σε μια επικίνδυνη λογική ομηρίας, αντιμετωπίζοντας τις διεθνείς συναντήσεις ως εργαλεία περιφρούρησης της ευρωπαϊκής αυτονομίας σε ένα ραγδαία μεταβαλλόμενο περιβάλλον.
Νομισματική πολιτική και ο αντίκτυπος στην οικονομία
Η συγκεκριμένη κρίση υπερβαίνει κατά πολύ τα στενά όρια της ενέργειας, αγγίζοντας τον πυρήνα της ευρωπαϊκής και παγκόσμιας νομισματικής πολιτικής. Το υψηλό κόστος του ντίζελ και του φυσικού αερίου τροφοδοτεί ευθέως τις πληθωριστικές πιέσεις, προκαλώντας έντονους πονοκεφάλους στους κεντρικούς τραπεζίτες. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, παρακολουθώντας στενά το ράλι των τιμών, βλέπει τα περιθώρια για ευελιξία και μειώσεις επιτοκίων να στενεύουν επικίνδυνα.

Αμερικανοί αναλυτές παρατηρούν ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις γύρω από τα καύσιμα ακυρώνουν στην πράξη τις όποιες προσπάθειες νομισματικής ομαλοποίησης. Αν ο πληθωρισμός παραμείνει ψηλά λόγω της αστάθειας στο ντίζελ, τα επιτόκια θα παραμείνουν αντίστοιχα σε περιοριστικά επίπεδα. Κάτι τέτοιο συνεπάγεται υψηλότερο κόστος δανεισμού για τα κράτη και τις επιχειρήσεις, περιορίζοντας δραματικά τις επενδύσεις σε μια περίοδο που η ευρωπαϊκή οικονομία χρειάζεται απεγνωσμένα αναπτυξιακές ανάσες για να ανταπεξέλθει στον ανελέητο παγκόσμιο ανταγωνισμό.
Το ενδεχόμενο αντιποίνων και η επόμενη μέρα
Το φλέγον ερώτημα για το αν η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι πραγματικά έτοιμη να προχωρήσει σε σκληρά αντίποινα, σε περίπτωση που η Ουάσιγκτον αποφασίσει να κάνει πράξη τις εμπορικές απειλές της, παραμένει επιμελώς αναπάντητο. Προς το παρόν, η ευρωπαϊκή διπλωματία επιλέγει να διατηρεί την ψυχραιμία της, υιοθετώντας την προσεκτική τακτική του ενός βήματος τη φορά. Οι Βρυξέλλες δηλώνουν, επίσημα και ξεκάθαρα, ότι απορρίπτουν κάθε έννοια απαγόρευσης ως πρακτική αδιεξόδου.
Τονίζουν, παράλληλα, πως μια τέτοια εξέλιξη δεν πρόκειται να ωφελήσει τελικά καμία απολύτως πλευρά, επιδιώκοντας πεισματικά μια ήπια και συντονισμένη προσέγγιση με τους διεθνείς εταίρους τους. Όμως, και μόνο το γεγονός ότι τίθεται δημόσια στο τραπέζι των ενημερώσεων το ευαίσθητο ζήτημα των αντιποίνων, μαρτυρά από μόνο του την κρισιμότητα και τη σοβαρότητα της κατάστασης.
Οι αμερικανοί αναλυτές προειδοποιούν ευθέως ότι ένας ανοιχτός εμπορικός πόλεμος με επίκεντρο το πολυτιμότερο ίσως βιομηχανικό καύσιμο, το ντίζελ, θα μπορούσε εύκολα να αποσταθεροποιήσει περαιτέρω τη δοκιμαζόμενη παγκόσμια οικονομία. Η πολυπόθητη ευρωπαϊκή ενότητα, την οποία επικαλούνται αδιάκοπα οι κοινοτικοί αξιωματούχοι, πρόκειται να δοκιμαστεί πιο σκληρά από ποτέ, εάν το υπερατλαντικό ρήγμα με τις ΗΠΑ διευρυνθεί και άλλο. Το προσεχές διάστημα και οι κρίσιμες επικείμενες συναντήσεις, θα κρίνουν εν πολλοίς την τελική ιστορική στάση που θα κρατήσει η Ευρώπη απέναντι στον άλλοτε στενότερο και πιο αξιόπιστο στρατηγικό της σύμμαχο.
