Η τέλεια καταιγίδα του Ορμούζ: Πώς το Ιράν βραχυκυκλώνει τις αγορές και εγκλωβίζει τον Τραμπ

Η εκτίναξη του πετρελαίου, η επικίνδυνη εξάντληση των αμερικανικών στρατηγικών αποθεμάτων και το παγκόσμιο οικονομικό ντόμινο που απειλεί να πυροδοτήσει μια άνευ προηγουμένου κρίση στις αγορές

Η τέλεια καταιγίδα του Ορμούζ: Πώς το Ιράν βραχυκυκλώνει τις αγορές και εγκλωβίζει τον Τραμπ

Η συνεχιζόμενη κατάρρευση των αμερικανικών περιουσιακών στοιχείων δεν είναι ένα τυχαίο οικονομικό φαινόμενο, αλλά το άμεσο αποτέλεσμα μιας σκληρής γεωπολιτικής πραγματικότητας: η Ουάσιγκτον φαίνεται να χάνει τον έλεγχο στη Μέση Ανατολή. Παρά τις επίσημες διαβεβαιώσεις της αμερικανικής κυβέρνησης περί του αντιθέτου, η αγορά “μιλάει” με ρευστοποιήσεις. Τα ομόλογα δέχονται ισχυρές πιέσεις, οι μετοχές υποχωρούν σημαντικά (με τον S&P 500 να καταγράφει απώλειες 2,5% και τον τεχνολογικό NASDAQ 4%), και η αιτία εντοπίζεται ξεκάθαρα στο ράλι των τιμών του πετρελαίου, καθώς το Ιράν σκληραίνει επικίνδυνα τη στάση του.

σχετικά άρθρα

Η Θηλιά των Στενών και η Ενεργειακή Ασφυξία

Το μήνυμα από την Τεχεράνη είναι σαφές: τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν κλειστά. Οι πληροφορίες που θέλουν το Ιράν να έχει ναρκοθετήσει την περιοχή, αποτρέποντας ουσιαστικά τη διέλευση των δεξαμενόπλοιων, δημιουργούν ένα εκρηκτικό σκηνικό. Με το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου να παραμένει εγκλωβισμένο, η τιμή του «μαύρου χρυσού» εκτοξεύεται ξανά προς τα 100 δολάρια το βαρέλι.

Η απάντηση των ΗΠΑ, μέσω της αποδέσμευσης πετρελαίου από τα στρατηγικά αποθέματα, μοιάζει με ασπιρίνη σε βαριά ασθένεια. Η ανακοίνωση για αποδέσμευση 170 εκατομμυρίων βαρελιών δεν αρκεί για να αποκλιμακώσει τις τιμές, αντίθετα, θέτει την αμερικανική οικονομία σε τροχιά ακραίου κινδύνου. Τα αμερικανικά στρατηγικά αποθέματα (SPR) αναμένεται να μειωθούν κατά επιπλέον 41%, πέφτοντας στα 243 εκατομμύρια βαρέλια. Ωστόσο, το κρίσιμο νούμερο είναι άλλο: για τη διατήρηση της ομαλής λειτουργίας των υποδομών, απαιτείται ένα ελάχιστο όριο 150 εκατομμυρίων βαρελιών. Αυτό αφήνει ένα πραγματικό, αξιοποιήσιμο απόθεμα μόλις 93 εκατομμυρίων βαρελιών. Σε πρακτικούς όρους, μιλάμε για “μαξιλάρι” λιγότερο των 5 ημερών απέναντι στο σοκ του Ορμούζ. Επιστρέφουμε στα επίπεδα ανασφάλειας της δεκαετίας του 1980.

Το Μακροοικονομικό Αδιέξοδο

Αυτή η ενεργειακή κρίση διαλύει κάθε αφήγημα οικονομικής ανασυγκρότησης. Το μεγάλο σχέδιο της κυβέρνησης Τραμπ για την επιβολή δασμών και τον επαναπατρισμό βιομηχανιών στις ΗΠΑ (reshoring) προσκρούει στον τοίχο του υψηλού πληθωρισμού και του απαγορευτικού ενεργειακού κόστους. Καμία βιομηχανία δεν πρόκειται να μεταφέρει την παραγωγή της σε ένα περιβάλλον όπου τα κόστη ενέργειας είναι εκτός ελέγχου, οι θέσεις εργασίας απειλούνται και η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών καταρρέει (η τιμή της βενζίνης έχει ήδη αυξηθεί κατά 20%, ή 60 σεντς το γαλόνι, από την αρχή της κρίσης).

Ο Ντόναλντ Τραμπ βρίσκεται εγκλωβισμένος. Βλέποντας τις αγορές να δοκιμάζονται, το ένστικτό του υπαγορεύει την πίεση για μείωση των επιτοκίων. Όμως, με τον πληθωρισμό να τροφοδοτείται επιθετικά από την ενέργεια, μια τέτοια κίνηση από τη Fed είναι απλά αδιανόητη. Αυτή τη στιγμή, τα χαρτιά δεν τα κρατάει η Ουάσιγκτον, αλλά η Τεχεράνη.

Η Εμπλοκή της Κίνας και οι Απαιτήσεις του Ιράν

Το πρόβλημα περιπλέκεται περαιτέρω από την πλευρά της Ασίας. Το Πεκίνο, προετοιμαζόμενο για έναν μακρύ πόλεμο φθοράς, ακυρώνει εξαγωγές διυλισμένων καυσίμων (βενζίνης και diesel) επικαλούμενο ρήτρες ανωτέρας βίας (force majeure). Η Κίνα “οχυρώνει” τη δική της οικονομία, αφαιρώντας πολύτιμη προσφορά από την παγκόσμια αγορά και μεταφέροντας ακόμη μεγαλύτερη πίεση στις τιμές εντός των ΗΠΑ. Σε αυτή την κρίση, όποιος “αιμορραγεί” λιγότερο, κερδίζει.

Το Ιράν, γνωρίζοντας τη μόχλευση που διαθέτει, θέτει όρους που για τις ΗΠΑ ισοδυναμούν με συνθηκολόγηση. Απαιτεί πολεμικές αποζημιώσεις –που θα μπορούσαν να αγγίξουν εκατοντάδες δισεκατομμύρια– και διεθνείς εγγυήσεις για την αποτροπή μελλοντικών επιθέσεων. Η αποδοχή αυτών των όρων θα αποτελούσε ομολογία ήττας, κάτι που η σημερινή αμερικανική διοίκηση δεν προτίθεται να κάνει, αυξάνοντας τον κίνδυνο δημιουργίας ενός διεθνούς ναυτικού συνασπισμού, ο οποίος θα μπορούσε εύκολα να μετεξελιχθεί σε παγκόσμια σύρραξη εάν ιρανικοί πύραυλοι βυθίσουν δυτικά πλοία.

Η Ιαπωνική Βραδυφλεγής Βόμβα

Εκτός συνόρων, το ωστικό κύμα χτυπάει σφοδρά την Ιαπωνία, στέλνοντας μια επείγουσα προειδοποίηση για την αξία των παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων. Το Τόκιο αναγκάζεται να παίξει ένα από τα τελευταία του χαρτιά: αποδεσμεύει 80 εκατομμύρια βαρέλια από τα δικά του αποθέματα (το 40% του συνόλου των 200 εκατ. που διαθέτει), ποσότητα που καλύπτει μόλις 15 ημέρες κατανάλωσης. Είναι απλώς ένα “τσιρότο”.

Το Τόκιο ανακοίνωσε πλαφόν στη βενζίνη (170 γιεν/λίτρο), κίνηση που μεταφράζεται σε τεράστιες κρατικές επιδοτήσεις, έκδοση νέων ομολόγων και αβάσταχτη πίεση στην Τράπεζα της Ιαπωνίας (BOJ). Αν η Ιαπωνία αναγκαστεί να αυξήσει τα επιτόκια για να ελέγξει τον πληθωρισμό, η ενίσχυση του γιεν θα πυροδοτήσει την εκκαθάριση του περίφημου “Yen carry trade”. Εκατοντάδες δισεκατομμύρια φθηνού δανεισμένου χρήματος θα αποσυρθούν βίαια από τα αμερικανικά assets, επιταχύνοντας την πτώση των δεικτών στη Wall Street.

Ο Γεωπολιτικός Κερδισμένος: Η Μόσχα

Μέσα σε αυτό το χάος, η Ρωσία παρακολουθεί και θησαυρίζει. Παρά το γεγονός ότι η ρωσική παραγωγή υπολείπεται των στόχων κατά 400.000 βαρέλια ημερησίως, η εκτόξευση των τιμών προσφέρει στη Μόσχα επιπλέον έσοδα άνω των 150 εκατομμυρίων δολαρίων την ημέρα (περίπου 5 δισεκατομμύρια το μήνα). Η χαμηλότερη παραγωγή δεν έχει καμία σημασία μπροστά στα υπερκέρδη.

Αυτή η συνθήκη προσφέρει στον Βλαντιμίρ Πούτιν το απόλυτο πλεονέκτημα. Μια αποδυναμωμένη Ευρώπη και μια αμερικανική οικονομία σε περιδίνηση σημαίνουν λιγότερη χρηματοδότηση για την Ουκρανία και ενισχυμένη διαπραγματευτική ισχύ για τη Ρωσία στις όποιες ειρηνευτικές συνομιλίες. Οι ΗΠΑ χρειάζονται το ρωσικό πετρέλαιο στην αγορά για να ρίξουν τον πληθωρισμό, αλλά η Μόσχα δεν έχει κανένα κίνητρο να διασώσει τη Δύση.

Το συμπέρασμα είναι αδυσώπητο: οι αγορές μόλις τώρα αρχίζουν να τιμολογούν τον πραγματικό κίνδυνο. Όσο οι ΗΠΑ και το Ιράν δεν κάνουν ένα βήμα πίσω, και με την αγορά να αντιλαμβάνεται ότι το γεωπολιτικό ρίσκο μεταφράζεται σε μόνιμο πληθωριστικό σοκ, η πτώση των αγορών έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά της.