Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα γεωπολιτικό ντόμινο, ίσως το σημαντικότερο της σύγχρονης ιστορίας, όπου, όπως έλεγε και ο Λένιν, υπάρχουν εβδομάδες μέσα στις οποίες συμβαίνουν δεκαετίες. Η κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ Ουάσινγκτον και Τεχεράνης δεν αποτελεί πλέον απλώς μια στρατιωτική αντιπαράθεση στη Μέση Ανατολή· μεταλλάσσεται ραγδαία σε μια υπαρξιακή κρίση για την αμερικανική ηγεμονία. Αναλύοντας τα δεδομένα μέσα από το πρίσμα των αμερικανικών think tanks, γίνεται σαφές πως το αφήγημα του “γρήγορου πολέμου” καταρρέει. Εάν οι ΗΠΑ χάσουν αυτό το στοίχημα, η αναβίωση της αυτοκρατορικής τους ισχύος θα καταστεί πρακτικά αδύνατη.
Το σχέδιο του Ιράν είναι παροιμιωδώς απλό: δεν χρειάζεται να νικήσει την αμερικανική στρατιωτική μηχανή στο πεδίο της μάχης. Το μόνο που απαιτείται είναι να αντέξει μέχρι να σπάσει ο πιο αδύναμος κρίκος της αλυσίδας. Και αυτός ο κρίκος δεν είναι άλλος από την αμερικανική οικονομία.
Ο Ασύμμετρος Πόλεμος των Εξοπλισμών και ο Πληθωρισμός
Τα σημάδια πανικού στην Ουάσινγκτον είναι πλέον ορατά. Όσα σχεδίαζε το Πεντάγωνο αποτυγχάνουν να υλοποιηθούν σε πραγματικό χρόνο. Παρά τις διαβεβαιώσεις της αμερικανικής ηγεσίας ότι η σύγκρουση πλησιάζει στο τέλος της, οι δηλώσεις από το Υπουργείο Άμυνας για το επικείμενο «πρωτοφανές» κύμα βομβαρδισμών μαρτυρούν ακριβώς το αντίθετο. Η αντικατάσταση στην ηγεσία του Ιράν και η επικράτηση της σκληρής γραμμής δείχνει πως η Τεχεράνη δεν σκοπεύει να συνθηκολογήσει.
Το κόστος, ωστόσο, αυτού του σφυροκοπήματος είναι δυσβάσταχτο. Οι πυραυλικές επιθέσεις στερεύουν τα αμερικανικά οπλοστάσια. Το να δαπανάς έναν πύραυλο αξίας 4 εκατομμυρίων δολαρίων για να καταρρίψεις ένα drone των 20.000 δολαρίων δεν είναι απλώς κακή στρατηγική· είναι οικονομική αυτοκτονία. Στην πραγματικότητα, τα φθηνά drones καταναλώνουν τους πανάκριβους πυραύλους της Δύσης. Καθώς τα αποθέματα εξαντλούνται, οι ΗΠΑ αναγκάζονται να στραφούν στους συμμάχους τους, απογυμνώνοντας τρίτες χώρες (όπως η Νότια Κορέα) από την άμυνά τους και τροφοδοτώντας έναν νέο κύκλο παγκόσμιων εξοπλιστικών δαπανών.
Η πραγματική Αχίλλειος πτέρνα, όμως, βρίσκεται στην αγορά ομολόγων. Πριν τον πόλεμο, οι εκτιμήσεις ήθελαν τον πληθωρισμό να παραμένει κάτω από το 2,4%. Σήμερα, οι προβλέψεις δείχνουν άλμα στο 3% για τους επόμενους 12 μήνες. Αυτό σημαίνει ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν «κολλημένα» σε υψηλά επίπεδα. Οι βραχυπρόθεσμες αποδόσεις των ομολόγων στους G7 καλπάζουν, αλλά το πιο ανησυχητικό είναι η άνοδος στις αποδόσεις των 10ετών ομολόγων — ο δείκτης από τον οποίο εξαρτώνται τα πάντα, από τα επιχειρηματικά δάνεια μέχρι τα στεγαστικά. Όταν οι ΗΠΑ τρέχουν “δίδυμα ελλείμματα” (δημοσιονομικό και τρεχουσών συναλλαγών), αυτός ο πόλεμος θα πρέπει να χρηματοδοτηθεί αποκλειστικά μέσω δανεισμού. Σε τελική ανάλυση, θα «τυπωθεί» χρήμα μέχρι την πλήρη απαξίωσή του.
Τα Στενά του Ορμούζ και το Παγκόσμιο Ενεργειακό Έμφραγμα
Το ενεργειακό τοπίο βρίσκεται σε αναβρασμό. Η απειλή των ΗΠΑ να χτυπήσουν το Ιράν “20 φορές πιο σκληρά” για να κρατήσουν ανοιχτά τα Στενά του Ορμούζ αποτελεί δίκοπο μαχαίρι. Πρόκειται για την πιο κρίσιμη αρτηρία πετρελαίου παγκοσμίως. Η ανασφάλεια στην περιοχή έχει ήδη αναγκάσει τα κράτη του Κόλπου να επανεξετάσουν την παραγωγή τους.
Όταν το μεγαλύτερο διυλιστήριο στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα —το οποίο επεξεργάζεται πάνω από 920.000 βαρέλια την ημέρα για παραγωγή βενζίνης, ντίζελ και καυσίμων αεροσκαφών— αναστέλλει τη λειτουργία του, ο αντίκτυπος είναι άμεσος. Αν δεν μπορείς να εξάγεις λόγω των κλειστών Στενών, σταματάς την άντληση, αφαιρώντας εκατομμύρια βαρέλια από την παγκόσμια αγορά.
Εδώ αποκαλύπτεται και το μεγάλο αμερικανικό παράδοξο: Μπορεί οι ΗΠΑ να διαθέτουν άφθονο σχιστολιθικό πετρέλαιο, αλλά τα αμερικανικά διυλιστήρια λειτουργούν ήδη στο κόκκινο, με ποσοστά χρησιμοποίησης άνω του 95%. Ακόμη και με πλεόνασμα αργού πετρελαίου, οι ΗΠΑ αδυνατούν να το διυλίσουν αρκετά γρήγορα για να καλύψουν τη ζήτηση. Αποτέλεσμα; Οι τιμές στην αντλία θα εκτοξευθούν, μετατρέποντας την απλή μετακίνηση του μέσου πολίτη σε οικονομικό γολγοθά.
Ο Δράκος της Ανατολής: Πώς η Κίνα Κερδίζει Χωρίς να Ρίξει Σφαίρα
Ο απόλυτος κερδισμένος από αυτό το χάος δεν είναι κανένα μέλος των G7. Είναι το Πεκίνο. Η Κίνα, μέσα από συστηματικές επενδύσεις, έχει χτίσει μια γιγαντιαία ικανότητα διύλισης που αγγίζει τα 90 εκατομμύρια βαρέλια. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ, τα κινεζικά διυλιστήρια λειτουργούν περίπου στο 70% της δυναμικότητάς τους, δίνοντάς τους τεράστιο περιθώριο να αυξήσουν την παραγωγή.
Εάν η κρίση στον Κόλπο παραταθεί, η Δύση θα βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να παρακαλάει την Κίνα για διυλισμένα καύσιμα. Αλλά δεν είναι μόνο τα καύσιμα. Τα κινεζικά διυλιστήρια παράγουν τα απαραίτητα πετροχημικά για τα λιπάσματα. Με τη Μέση Ανατολή (που εξάγει τον κύριο όγκο αζωτούχων λιπασμάτων) σε κρίση, η παγκόσμια παραγωγή τροφίμων απειλείται. Χώρες όπως η Βραζιλία και η Ινδία —οι απόλυτοι σιτοβολώνες του πλανήτη— θα εξαρτώνται όλο και περισσότερο από τους BRICS. Όπως σημειώνουν οι Αμερικανοί αναλυτές, «μπορείς να ζήσεις χωρίς το νέο iPhone ή χωρίς τα μικροτσίπ τεχνητής νοημοσύνης, αλλά δεν μπορείς να επιβιώσεις χωρίς φαγητό».
Η Διπλωματία της Απελπισίας και ο Ρόλος της Μόσχας
Μέσα σε αυτό το ασφυκτικό πλαίσιο, οι πρόσφατες επαφές της αμερικανικής ηγεσίας με το Κρεμλίνο αποκτούν άλλο νόημα. Η Ουάσινγκτον δεν συζητά για την Ουκρανία. Προσπαθεί απεγνωσμένα να κρατήσει το ρωσικό πετρέλαιο στις παγκόσμιες αγορές για να αποτρέψει ένα παγκόσμιο κραχ. Η άρση των κυρώσεων προς τη Ρωσία παρουσιάζεται στο εσωτερικό κοινό ως κίνηση «ειρήνης», αλλά οι αγορές γνωρίζουν την αλήθεια: οι ΗΠΑ έχουν απόλυτη ανάγκη τη ρωσική ενέργεια για να τιθασεύσουν τον πληθωρισμό. Στη γεωπολιτική σκακιέρα, είναι ξεκάθαρο ποιος κρατάει τα ηνία σε αυτή τη διαπραγμάτευση.
Η τελική εικόνα αυτής της σύγκρουσης διαμορφώνεται γύρω από ένα αδυσώπητο δίλημμα για την αμερικανική κυβέρνηση: θα σώσει το χρηματοπιστωτικό της σύστημα ή θα συνεχίσει την τυφλή επίθεση κατά του Ιράν, καταστρέφοντας το νόμισμά της; Όσο περισσότερο αντέχει η Τεχεράνη, τόσο περισσότερο αποσταθεροποιείται ολόκληρη η δομή εξουσίας της Δύσης, μεταφέροντας αθόρυβα αλλά σταθερά τον παγκόσμιο πλούτο και την επιρροή στην Ανατολή.

