Η Ευρώπη φαίνεται πως βρίσκεται μονίμως σε θέση άμυνας, εγκλωβισμένη σε μια διαρκή υστέρηση απέναντι στους παγκόσμιους ανταγωνιστές της. Είτε μιλάμε για την πράσινη τεχνολογία και τα ηλεκτρικά οχήματα (EVs), όπου η Κίνα έχει πλέον τα ηνία στην παραγωγή, είτε για τον χρηματοπιστωτικό τομέα, η Γηραιά Ήπειρος χάνει διαρκώς έδαφος. Στον τομέα των πληρωμών, οι προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απεξαρτηθεί από τις αμερικανικές εταιρείες πέφτουν στο κενό. Κολοσσοί όπως η Visa και η Mastercard ελέγχουν πάνω από το 90% των ευρωπαϊκών συναλλαγών, δημιουργώντας ένα απόλυτο και σχεδόν ακλόνητο δυοπώλιο.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη ανησυχία για τις Βρυξέλλες εντοπίζεται πλέον στο ψηφιακό χρήμα. Τα κρυπτονομίσματα και ειδικότερα τα stablecoins (σταθερά νομίσματα) θεωρήθηκαν αρχικά ως μια χρυσή ευκαιρία για την ΕΕ να αποκτήσει νομισματική κυριαρχία μακριά από το σύστημα του δολαρίου. Τα δεδομένα όμως δείχνουν μια εντελώς διαφορετική, εφιαλτική τροπή. Οι Ηνωμένες Πολιτείες σχεδιάζουν να εργαλειοποιήσουν τα stablecoins για να απορροθήσουν την παγκόσμια ρευστότητα, μετατρέποντάς τη σε άμεση ζήτηση για αμερικανικά ομόλογα (US Treasuries). Οι ψηφιακοί αυτοί πόροι τείνουν να εξελιχθούν στον μεγαλύτερο αγοραστή αμερικανικού χρέους, κλειδώνοντας επί της ουσίας την παγκόσμια υπεροχή του δολαρίου για τις επόμενες δεκαετίες.
Ο κίνδυνος για το ευρώ και η οικονομική κυριαρχία
Οι προβλέψεις είναι αποκαλυπτικές: η παγκόσμια αγορά των stablecoins αναμένεται να δεκαπλασιαστεί, αγγίζοντας το ιλιγγιώδες ποσό των 3 τρισεκατομμυρίων δολαρίων μέχρι το 2030. Εάν αυτός ο πακτωλός χρημάτων κατευθυνθεί αποκλειστικά στα αμερικανικά κρατικά ομόλογα, ο αντίκτυπος για την Ευρώπη θα είναι καταστροφικός. Η Ευρωζώνη έχει απόλυτη ανάγκη την εισροή κεφαλαίων σε περιουσιακά στοιχεία αποτιμημένα σε ευρώ και κυρίως σε ευρωπαϊκά ομόλογα, προκειμένου να διατηρήσει ισχυρό το νόμισμά της και να πιέσει τα επιτόκια δανεισμού προς τα κάτω. Εάν οι ΗΠΑ μονοπωλήσουν αυτή τη νέα ψηφιακή αγορά, το μερίδιο της Ευρώπης στα παγκόσμια συναλλαγματικά αποθέματα –που σήμερα κυμαίνεται μόλις στο 20%– θα συρρικνωθεί περαιτέρω, την ώρα που το δολάριο κυριαρχεί με 58%.
Η διατήρηση αυτού του αποθεματικού καθεστώτος δίνει στην Ουάσινγκτον ένα ανυπολόγιστο γεωπολιτικό πλεονέκτημα: την ικανότητα να επιβάλλει κυρώσεις και να δανείζεται με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) περιέγραψε πρόσφατα τον κίνδυνο με απόλυτη σαφήνεια: «Αν χάσουμε τον έλεγχο του χρήματός μας, χάνουμε τον έλεγχο του οικονομικού μας πεπρωμένου». Σε αντίθεση με το Bitcoin που δεν συνδέεται με κρατικά περιουσιακά στοιχεία, τα stablecoins επιτρέπουν την κατεύθυνση της ιδιωτικής ζήτησης σε κρατικό χρέος. Η εταιρεία Tether (USDT), για παράδειγμα, κατέχει ήδη πάνω από 120 δισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικά έντοκα γραμμάτια. Με την καινοτομία να απουσιάζει –πέραν ελαχίστων εξαιρέσεων όπως η ASML– η Ευρώπη κινδυνεύει να μείνει οριστικά πίσω, την ώρα που η Κριστίν Λαγκάρντ και οι ευρωπαϊκοί θεσμοί κινούνται με χαρακτηριστική, σχεδόν απελπιστική, βραδύτητα.

Ενεργειακή κρίση και η κατάρρευση των αερομεταφορών
Ενώ όμως η Ευρώπη παλεύει με τις ψηφιακές και θεσμικές της αδυναμίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπεες με μια απτή, σφοδρή κρίση στο εσωτερικό τους. Οι γεωπολιτικές εντάσεις και η πολεμική σύγκρουση με το Ιράν δεν πυροδοτούν απλώς τον πληθωρισμό, αλλά γονατίζουν ολόκληρους βιομηχανικούς κλάδους. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η κατάρρευση της Spirit Airlines. Αν και πρόκειται για μια εταιρεία χαμηλού κόστους με ιστορία δεκαετιών, η αδυναμία της να ανταπεξέλθει στα δυσθεώρητα λειτουργικά κόστη οδήγησε στη χρεοκοπία της, προκαλώντας τριγμούς σε όλη την αμερικανική αγορά.
Η χρεοκοπία αυτή δημιούργησε ένα ντόμινο. Άλλες μεγάλες εταιρείες όπως η United, η Delta, η JetBlue και η Southwest αναγκάστηκαν να παρέμβουν, βάζοντας πλαφόν στις τιμές των εισιτηρίων και προσφέροντας εκπτώσεις για να απορροφήσουν το σοκ των επιβατών που βρέθηκαν ξεκρέμαστοι. Όμως, αυτή η κίνηση “αλληλεγγύης” επιφέρει τεράστια οικονομική πίεση στους ισολογισμούς τους. Ο πραγματικός υπαίτιος αυτής της ασφυξίας δεν είναι άλλος από την κατακόρυφη αύξηση της τιμής του καυσίμου αεροσκαφών (jet fuel). Ακόμη και αν τα στενά του Ορμούζ άνοιγαν σήμερα, η πτώση των τιμών θα ήταν εξαιρετικά σταδιακή, καθώς βρισκόμαστε μπροστά σε ένα πραγματικό, φυσικό πρόβλημα εφοδιαστικής αλυσίδας και όχι απλώς σε κερδοσκοπικά παιχνίδια των αγορών.
Το δίλημμα των αεροπορικών και το πλήγμα στον τουρισμό
Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται στα νούμερα. Μόνο μέσα σε έναν μήνα, οι αμερικανικές αεροπορικές εταιρείες δαπάνησαν 56% περισσότερα κεφάλαια για καύσιμα, προσθέτοντας 1,8 δισεκατομμύρια δολάρια στα ήδη βεβαρημένα κόστη τους. Ενώ η Spirit Airlines αντιπροσώπευε λιγότερο από το 4% της συνολικής αγοράς, το υπόλοιπο 96% βρίσκεται εξίσου σε επικίνδυνα νερά. Η κατάσταση δημιουργεί ένα αμείλικτο δίλημμα για την αμερικανική βιομηχανία: Αν οι τιμές των καυσίμων συνεχίσουν να ανεβαίνουν και οι εταιρείες διατηρούν “παγωμένα” τα ναύλα, τα περιθώρια κέρδους τους θα εκμηδενιστούν.
Αργά ή γρήγορα, δύο τινά θα συμβούν: είτε το υπέρογκο κόστος θα μετακυλιστεί στους καταναλωτές, οδηγώντας σε κάθετη πτώση της ζήτησης, είτε οι αεροπορικές θα αρχίσουν να περικόπτουν μαζικά τις πτήσεις με μικρό περιθώριο κέρδους. Όποιο σενάριο και αν επικρατήσει, ο αμερικανικός τουρισμός ετοιμάζεται να δεχθεί ένα κολοσσιαίο πλήγμα. Η επιλογή της κυβέρνησης να μην προχωρήσει σε διάσωση (bailout) της Spirit ίσως απέτρεψε τον ηθικό κίνδυνο, αποτρέποντας και άλλους κλάδους από το να ζητήσουν κρατικές ελεημοσύνες, ωστόσο το βαθύτερο πρόβλημα παραμένει. Όσο η εστία πολέμου μαίνεται, η οικονομική αιμορραγία των αερομεταφορών δεν πρόκειται να σταματήσει.

Ο νέος δρόμος του μεταξιού: Η αντεπίθεση του Ιράν
Την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά της παγκόσμιας σκακιέρας, το Ιράν αποδεικνύει ότι διαθέτει αξιοσημείωτες αντοχές απέναντι στον αμερικανικό στραγγαλισμό. Παρά τον ναυτικό αποκλεισμό από τις ΗΠΑ, η Τεχεράνη έχει βρει διέξοδο, αναβιώνοντας επί της ουσίας τον αρχαίο Δρόμο του Μεταξιού. Εγκαταλείποντας αναγκαστικά τις θαλάσσιες διαδρομές, το Ιράν έχει στραφεί στο σιδηροδρομικό δίκτυο που το ενώνει με την Κίνα. Η συχνότητα των εμπορικών τρένων από την Καντόνα προς την Τεχεράνη έχει τριπλασιαστεί, φτάνοντας πλέον στο ένα δρομολόγιο ανά τρεις ημέρες.
Παρά το γεγονός ότι το κόστος μεταφοράς έχει εκτοξευθεί —ένα στάνταρ κοντέινερ 40 ποδών αγγίζει πλέον τα 7.000 δολάρια, 40% πάνω από τα κανονικά επίπεδα— αυτή η χερσαία σύνδεση μήκους 10.400 χιλιομέτρων αποτελεί σανίδα σωτηρίας. Επιτρέπει στο Ιράν να εξάγει πετρέλαιο και πετροχημικά προϊόντα προς την Κίνα και ταυτόχρονα να εισάγει κρίσιμα υλικά, τεχνολογία, μηχανήματα και πιθανότατα αγαθά διπλής χρήσης (πολιτικής και στρατιωτικής). Οποιαδήποτε αμερικανική προσπάθεια να χτυπηθεί αυτή η εφοδιαστική αλυσίδα θα θεωρηθεί άμεση επίθεση σε κινεζικές υποδομές, καθιστώντας την πρακτικά άτρωτη. Αυτή η διαδρομή έχει τη δυνατότητα να υποκαταστήσει έως και το 40% του ιρανικού θαλάσσιου εμπορίου, μετατρέποντας τον αποκλεισμό σε έναν πόλεμο μακράς και δαπανηρής οικονομικής φθοράς.
Η ενίσχυση των BRICS και η επόμενη μέρα
Η αναδιαμόρφωση των παγκόσμιων εφοδιαστικών αλυσίδων έχει πλέον περάσει σε νέο, μη αναστρέψιμο στάδιο. Η στρατηγική αποφυγής κυρώσεων δεν περιορίζεται μόνο στη γραμμή Κίνας-Ιράν. Η Τεχεράνη εξάγει ήδη καύσιμα μέσω σιδηροδρόμου προς το Αφγανιστάν, ενώ επενδύει δισεκατομμύρια στον περίφημο Διάδρομο Βορρά-Νότου, ο οποίος θα συνδέσει απευθείας τη χώρα με τη Ρωσία. Όταν κατακάτσει η σκόνη των συγκρούσεων, αυτά τα νέα δίκτυα logistics θα βρίσκονται ήδη σε πλήρη λειτουργία.
Το τελικό αποτέλεσμα αυτών των τεκτονικών αλλαγών είναι η πρωτοφανής διασύνδεση των χωρών της ομάδας των BRICS. Η στενότερη εμπορική και στρατηγική συνεργασία μεταξύ Ιράν, Ρωσίας και Κίνας δημιουργεί ένα ισχυρό αντίβαρο στη Δύση. Αυτό το οικοσύστημα αποκτά σταδιακά τη δική του αυτονομία, παρακάμπτοντας τις δυτικές κυρώσεις και, κυρίως, αμφισβητώντας στην πράξη την ηγεμονία των εμπορικών συναλλαγών που γίνονται σε δολάρια. Σε έναν κόσμο όπου η Αμερική προσπαθεί να επιβάλει την κυριαρχία της ψηφιοποιώντας το χρέος της και η Ευρώπη πασχίζει να μην μείνει στο περιθώριο, η Ανατολή απαντά με τρένα, ράγες και χερσαίους διαδρόμους που επανασχεδιάζουν τον χάρτη της παγκόσμιας ισχύος.
