Η Ουάσινγκτον δείχνει να βιάζεται. Με τη σύνοδο κορυφής με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ να πλησιάζει, οι ΗΠΑ αναζητούν απεγνωσμένα μια γεωπολιτική νίκη που θα «χρυσώσει το χάπι» μιας εσωτερικής και εξωτερικής πίεσης που χτυπάει κόκκινο. Το μέτωπο στο Ιράν δεν εξελίσσεται όπως θα ήθελαν οι Αμερικανοί αναλυτές, και το Πεκίνο, από την πλευρά του, δεν φαίνεται διατεθειμένο να κάνει δώρα στον Τραμπ, ειδικά όταν η Μέση Ανατολή παραμένει ένα καζάνι που βράζει. Είναι το γνώριμο παιχνίδι των μεγάλων, όπου εμείς, από τη γωνιά μας στη Μεσόγειο, παρακολουθούμε συχνά τις αναταράξεις να φτάνουν μέχρι τις δικές μας ακτές, επηρεάζοντας από την τιμή της ενέργειας μέχρι τη σταθερότητα των εμπορικών δρόμων.
Το Πεκίνο παίζει πλέον άμυνα με επίθεση. Ενώ ο Λευκός Οίκος απειλεί με νέες κυρώσεις, οι Κινέζοι άρχισαν να «στήνουν την τράπουλα» υπέρ τους. Η πρόσφατη απόφαση των μεγάλων κινεζικών τραπεζών, όπως η ICBC και η Bank of China, να παγώσουν νέα δάνεια σε διυλιστήρια που βρίσκονται υπό αμερικανικές κυρώσεις, μοιάζει εκ πρώτης όψεως με υποχώρηση προς τον Τραμπ. Μην γελιέστε όμως. Πρόκειται για μια στρατηγική κίνηση τακτικής. Το Πεκίνο διαθέτει μικρότερα ιδρύματα, ήδη στοχοποιημένα από τις ΗΠΑ, τα οποία συνεχίζουν να χρηματοδοτούν τις ανάγκες του, κρατώντας τις μεγάλες τράπεζες καθαρές για το διεθνές στερέωμα. Είναι ένας διαπραγματευτικός άσος που θα πέσει στο τραπέζι της συνόδου.
Όταν το δολάριο γίνεται «όπλο» και επιστρέφει μπούμερανγκ
Το πρόβλημα, όμως, είναι βαθύτερο και αγγίζει τον πυρήνα του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η Κίνα έχει κουραστεί από την εργαλειοποίηση του δολαρίου. Όταν το νόμισμα μετατρέπεται σε όπλο, το εμπόριο ακριβαίνει και η αβεβαιότητα κυριαρχεί. Αυτό δεν αφορά μόνο τα επίσημα κινεζικά περιουσιακά στοιχεία ή τα 700 δισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικά ομόλογα που κατέχει το Πεκίνο. Αφορά την ίδια την επιβίωση των επιχειρήσεων.
Οι αμερικανικές κυρώσεις έχουν αρχίσει να προκαλούν παρενέργειες στις ίδιες τις τράπεζες των ΗΠΑ. Κολοσσοί όπως η JP Morgan και η Citigroup βρίσκονται αντιμέτωποι με αγωγές από κινεζικές ενεργειακές εταιρείες. Η αιτία; Το πάγωμα πληρωμών εκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία κατέληξαν στον έλεγχο της OFAC (της υπηρεσίας ελέγχου ξένων περιουσιακών στοιχείων των ΗΠΑ). Το ερώτημα που πλανάται είναι αν η OFAC χρησιμοποιεί τις αμερικανικές τράπεζες ως μια ιδιωτική «ομάδα κατάσχεσης». Αυτή η πρακτική κλονίζει την εμπιστοσύνη στο σύστημα SWIFT και αναγκάζει τους πάντες να αναζητήσουν εναλλακτικές. Για εμάς στην Ελλάδα, που το τραπεζικό μας σύστημα είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με τις δυτικές νόρμες, τέτοιες ρωγμές στο διεθνές οικοδόμημα αποτελούν σήμα κινδύνου για μελλοντικές αναταράξεις στη ρευστότητα.
Το δίλημμα των ΗΠΑ: Κυρώσεις ή κερδοφορία;
Η κατάσταση που κληρονόμησε ο Τραμπ από την εποχή Μπάιντεν είναι ένας γρίφος για δυνατούς λύτες. Αν οι ΗΠΑ ξεπαγώσουν τα χρήματα των κινεζικών εταιρειών, θα φανεί ως συνθηκολόγηση. Αν δεν το κάνουν, κινδυνεύουν με αντίποινα που θα πονέσουν την αμερικανική οικονομία εκεί που δεν το περιμένει: στο εσωτερικό της Κίνας.
Ας μην ξεχνάμε ότι οι αμερικανικές εταιρείες θησαυρίζουν στην κινεζική αγορά. Η Walmart, για παράδειγμα, είδε τις πωλήσεις της στην Κίνα να αγγίζουν τα 25 δισεκατομμύρια δολάρια, με ρυθμούς ανάπτυξης που ζηλεύει η υπόλοιπη υφήλιος. Αν το Πεκίνο αποφασίσει να επιβάλει τη χρήση κινεζικών τραπεζών για όλες τις συναλλαγές των ξένων εταιρειών στο έδαφός του, οι αμερικανικές τράπεζες θα χάσουν ένα τεράστιο μερίδιο από την πίτα των προμηθειών και της διαχείρισης κεφαλαίων. Τα έσοδα των εταιρειών του S&P 500 από την Κίνα είναι έξι φορές μεγαλύτερα από τις συνολικές εξαγωγές των ΗΠΑ προς τη χώρα αυτή. Η εξάρτηση είναι αμφίδρομη, αλλά το Πεκίνο έχει το πάνω χέρι στο γήπεδό του.
Η απόβαση των κολοσσών στο Πεκίνο και το «φαινόμενο» Union Pay
Ο Τραμπ δεν πάει μόνος του στην Κίνα. Συνοδεύεται από την ελίτ της Wall Street και της Silicon Valley. Στελέχη της Blackstone, της Nvidia, της Apple και της Exxon βρίσκονται στο αεροπλάνο, αναζητώντας μερίδια αγοράς και συμφωνίες. Η Nvidia θέλει να πουλήσει τσιπ τεχνητής νοημοσύνης, η Apple παλεύει με τον ανταγωνισμό της Huawei και η Exxon προσπαθεί να πείσει τον Σι να αγοράσει αμερικανικό LNG αντί για ρωσικό. Μια δύσκολη πώληση, αν αναλογιστεί κανείς τη γεωπολιτική συμμαχία Μόσχας-Πεκίνου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η περίπτωση της Visa. Η αμερικανική εταιρεία βλέπει την κινεζική Union Pay να κυριαρχεί όχι μόνο εντός Κίνας, αλλά να επεκτείνεται παγκοσμίως. Με μερίδιο 34% στις παγκόσμιες συναλλαγές και το 43% αυτών να πραγματοποιούνται εκτός Κίνας, η Union Pay αποτελεί πλέον έναν υπολογίσιμο παγκόσμιο παίκτη. Οι χρήστες στην Ασία, αλλά και σε μέρη της Ευρώπης, αρχίζουν να προτιμούν εναλλακτικά συστήματα πληρωμών για να αποφύγουν τον μακρύ βραχίονα των αμερικανικών κυρώσεων.
Συμπέρασμα: Ένας «φίλος» από τα παλιά και η πραγματικότητα
Είναι σχεδόν ειρωνικό να ακούς τον Τραμπ να αποκαλεί ξαφνικά τον Σι Τζινπίνγκ «φίλο» και να δηλώνει ότι «δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με την Κίνα». Η πραγματικότητα είναι ότι οι ΗΠΑ χρειάζονται την Κίνα περισσότερο από όσο η Κίνα τις ΗΠΑ αυτή τη στιγμή. Το Πεκίνο έχει δείξει αντοχή, συνεχίζει να αγοράζει ιρανικό πετρέλαιο και αναπτύσσει τη δική του τεχνολογία.
Η σύνοδος κορυφής μπορεί τελικά να αποδειχθεί ένα επικοινωνιακό σόου χωρίς ουσία, ένα «nothing burger» όπως λένε και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Ο Τραμπ κάθεται στο τραπέζι του πόκερ, αλλά οι κάρτες που κρατάει είναι πιθανότατα… «Made in China». Για εμάς, το μάθημα είναι σαφές: η απόλυτη εξάρτηση από ένα μόνο χρηματοπιστωτικό σύστημα εγκυμονεί κινδύνους. Η ανάδυση ενός πολυπολικού οικονομικού κόσμου είναι πλέον γεγονός και οι ισορροπίες θα είναι λεπτές και συχνά επικίνδυνες.
