Η παγίδα του δολαρίου: Πώς η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν στρέφει τον πλανήτη στην Κίνα

Η επερχόμενη σύνοδος Τραμπ-Σι, το φιάσκο των Στενών του Ορμούζ, η ανταρσία των Ευρωπαίων συμμάχων και το γεωπολιτικό σχέδιο του Πεκίνου για την αποδολαριοποίηση της παγκόσμιας οικονομίας.

Η παγίδα του δολαρίου: Πώς η σύγκρουση ΗΠΑ-Ιράν στρέφει τον πλανήτη στην Κίνα

Η γεωπολιτική σκακιέρα δεν υπήρξε ποτέ τόσο ασταθής και ταυτόχρονα τόσο ξεκάθαρη στις τάσεις της. Η επερχόμενη σύνοδος κορυφής ανάμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα δεν είναι απλώς μια διπλωματική συνάντηση ρουτίνας, αλλά το σημείο όπου η Ουάσιγκτον θα κληθεί να αντιμετωπίσει την πραγματικότητα των επιλογών της. Ο Ντόναλντ Τραμπ ετοιμάζεται να καθίσει στο τραπέζι με το Πεκίνο, όμως η αλήθεια είναι σκληρή: προσέρχεται με τα μικρότερα δυνατά περιθώρια μόχλευσης που είχε ποτέ Αμερικανός πρόεδρος στη σύγχρονη ιστορία. Το αρχικό στρατηγικό αφήγημα της Ουάσιγκτον ήταν δομημένο πάνω σε μια επίδειξη ισχύος: ένας αστραπιαίος, νικηφόρος πόλεμος με το Ιράν που θα έστελνε ένα σαφές μήνυμα στον Σι Τζινπίνγκ ότι οι ΗΠΑ ελέγχουν απόλυτα τις ενεργειακές αρτηρίες του πλανήτη στα Στενά του Ορμούζ.

σχετικά άρθρα

Αν και ο Τραμπ κατάφερε να καταγράψει μια επικοινωνιακή νίκη στη Βενεζουέλα, θέτοντας υπό τον έλεγχό του τους πετρελαϊκούς της πόρους, η εκστρατεία στο Ιράν εξελίχθηκε σε έναν απόλυτο στρατηγικό βάλτο. Η αμερικανική ηγεμονία διαβρώνεται μέρα με τη μέρα, καθώς το «Project Freedom» –η προσπάθεια δημιουργίας ενός συνασπισμού για τη διάσπαση του αποκλεισμού στα Στενά– έχει πρακτικά ανασταλεί. Η Ουάσιγκτον, αφού πρώτα ικέτευσε την Κίνα για βοήθεια, τώρα αναγκάζεται να ακυρώσει τις στρατιωτικές της ενέργειες, επικαλούμενη αιτήματα από χώρες όπως το Πακιστάν για «παύση». Η αξιοπιστία του Λευκού Οίκου βρίσκεται στο ναδίρ και το Πεκίνο το γνωρίζει καλά.

Η κατάρρευση του αμερικανικού αφηγήματος ισχύος

Το φιάσκο στην Τεχεράνη δεν είναι απλώς μια στρατιωτική υποχώρηση· είναι μια βαθιά πληγή στην παγκόσμια εικόνα των ΗΠΑ. Όταν η Ουάσιγκτον δεν μπορεί να εγγυηθεί την ασφάλεια των θαλάσσιων οδών που η ίδια υποσχέθηκε να προστατεύσει, η ισχύς της παύει να είναι αποτρεπτική. Αυτό το κενό ισχύος σπεύδει να καλύψει η Κίνα, η οποία βλέπει τους ανταγωνιστές της να αναλώνονται σε έναν πόλεμο χωρίς τέλος και χωρίς ξεκάθαρους στόχους. Ο Σκοτ Μπέσεντ, ο άνθρωπος που κρατά τα κλειδιά της οικονομικής διπλωματίας του Τραμπ, φαίνεται πλέον απίθανο να προχωρήσει σε κυρώσεις κατά κινεζικών διυλιστηρίων ή τραπεζών. Κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με οικονομική αυτοκτονία σε μια στιγμή που η αμερικανική οικονομία αιμορραγεί από το κόστος του πολέμου.

Η Κίνα, από την πλευρά της, αψηφά τις κυρώσεις με μια αυτοπεποίθηση που τρομάζει τους συμμάχους των ΗΠΑ. Δεν πρόκειται πλέον για μια περιφερειακή δύναμη που προσπαθεί να επιβιώσει, αλλά για έναν παγκόσμιο παίκτη που θέτει τους δικούς του κανόνες. Στην επικείμενη σύνοδο, ο Τραμπ δεν θα μπορέσει να απαιτήσει την «παράδοση» της κινεζικής οικονομίας. Αντίθετα, θα αναλωθεί στην προσπάθεια να αποσπάσει πομπώδεις δεσμεύσεις για αγορές αμερικανικών προϊόντων, όπως η σόγια και τα αεροσκάφη της Boeing, μόνο και μόνο για να έχει κάτι να παρουσιάσει στους ψηφοφόρους του. Όμως, η πραγματική μάχη δεν δίνεται στα συμβόλαια της σόγιας, αλλά στο πεδίο του νομίσματος και της ενεργειακής ασφάλειας.

Το τέχνασμα του Εμπορικού Συμβουλίου και η κινεζική υπεροχή

Η Ουάσιγκτον προτείνει τώρα τη δημιουργία ενός «Εμπορικού Συμβουλίου» (Board of Trade), μια κίνηση που στα μάτια των αναλυτών μοιάζει με απεγνωσμένη προσπάθεια κέρδους χρόνου. Στόχος των ΗΠΑ είναι να αφαιρέσουν τα εμπόδια που οι ίδιες έθεσαν, προκειμένου να μειώσουν σταδιακά την εξάρτησή τους από τις κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού. Είναι όμως προφανές ότι το Πεκίνο μπορεί να διαπεράσει αυτές τις προτάσεις με την ευκολία ενός ζεστού μαχαιριού στο βούτυρο. Η Κίνα γνωρίζει ότι η Αμερική χρειάζεται τις κινεζικές εισαγωγές περισσότερο από ό,τι η Κίνα χρειάζεται τις αμερικανικές εξαγωγές στην τρέχουσα συγκυρία.

Το γεγονός ότι το προτεινόμενο συμβούλιο εξαιρεί στρατηγικούς τομείς όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη και τα προηγμένα μικροτσίπ, δείχνει ότι η Ουάσιγκτον προσπαθεί ακόμα να διατηρήσει ένα τεχνολογικό προπύργιο. Ωστόσο, ο κόσμος παρακολουθεί τις ΗΠΑ να αποτυγχάνουν όχι μόνο στο πολεμικό μέτωπο, αλλά και στη διαχείριση του ίδιου του νομίσματός τους. Το δολάριο, που κάποτε ήταν το αδιαφιλονίκητο καταφύγιο, μετατρέπεται σε ένα εργαλείο οικονομικού εξαναγκασμού που πολλές χώρες επιθυμούν πλέον να εγκαταλείψουν. Η αποδολαριοποίηση δεν είναι πια μια θεωρία συνωμοσίας, αλλά μια στρατηγική επιβίωσης για τον Παγκόσμιο Νότο.

Η Μοζαμβίκη ως προάγγελος της νέας οικονομικής τάξης

Ένα από τα πιο εντυπωσιακά παραδείγματα αυτής της στροφής είναι η περίπτωση της Μοζαμβίκης. Η αφρικανική χώρα, πνιγμένη από το χρέος σε δολάρια και την έλλειψη ρευστότητας, αναζητά σωσίβιο στο Πεκίνο. Η πρόταση για μετατροπή του χρέους ύψους 1,4 δισεκατομμυρίων δολαρίων σε δάνεια σε κινεζικό γουάν (RMB) είναι μια κίνηση που αλλάζει τους κανόνες του παιχνιδιού. Γιατί να δανείζεται μια χώρα σε ένα νόμισμα που ελέγχεται από μια εχθρική ή ασταθή Ουάσιγκτον, όταν μπορεί να συνδεθεί με την αναπτυσσόμενη αγορά της Κίνας;

Η μετατροπή αυτή δεν είναι απλώς λογιστική. Έχει βαθιές γεωπολιτικές προεκτάσεις. Για να εξυπηρετήσει η Μοζαμβίκη το χρέος της σε γουάν, πρέπει να εξάγει περισσότερα προϊόντα στην Κίνα. Αυτό δημιουργεί έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο όπου οι αναπτυσσόμενες χώρες προσδένονται στο άρμα του Πεκίνου, ενισχύοντας τις κινεζικές αλυσίδες εφοδιασμού και αποδυναμώνοντας το αμερικανικό εμπορικό αποτύπωμα. Οι αμερικανικοί δασμοί έχουν καταστήσει την πρόσβαση στην αγορά των ΗΠΑ δύσκολη και ακριβή, κάνοντας την κινεζική εναλλακτική ακόμα πιο ελκυστική.

Η διπλωματία της «Ανταλλαγής Χρέους με Ανάπτυξη»

Η Κίνα δεν δανείζει απλώς χρήματα· αγοράζει στρατηγική παρουσία. Μέσα από το μοντέλο «Debt-for-Development swap», το Πεκίνο μετατρέπει τις οφειλές σε επενδύσεις υποδομών. Αυτό σημαίνει ότι κινεζικές εταιρείες χτίζουν λιμάνια, δρόμους και ενεργειακά δίκτυα, χρησιμοποιώντας κινεζική τεχνολογία και εργατικό δυναμικό. Τα κεφάλαια δεν βγαίνουν ποτέ ουσιαστικά από το κινεζικό οικονομικό οικοσύστημα, ενώ η χώρα-δέκτης απαλλάσσεται από το άγχος της εύρεσης δολαρίων για την αποπληρωμή των τόκων.

Για τη Μοζαμβίκη, αυτό σημαίνει υποδομές χωρίς το βάρος του δολαρίου. Για την Κίνα, σημαίνει πρόσβαση σε πολύτιμους πόρους. Η Μοζαμβίκη διαθέτει ένα από τα 25 μεγαλύτερα αποθέματα φυσικού αερίου στον κόσμο στη λεκάνη Rovuma. Σε μια εποχή που η ενέργεια από τη Μέση Ανατολή θεωρείται επισφαλής λόγω της σύγκρουσης με το Ιράν, το Πεκίνο εξασφαλίζει μια εναλλακτική πηγή που μπορεί να τροφοδοτήσει την οικονομία του για δεκαετίες. Πρόκειται για μια στρατηγική «win-win» που αφήνει τις ΗΠΑ στο περιθώριο, να παρακολουθούν με αμηχανία τη διάβρωση της επιρροής τους στην Αφρική.

Το χάσμα των επιτοκίων και η νομισματική αιμορραγία

Η οικονομική διαχείριση στην Ουάσιγκτον επιδεινώνει την κατάσταση. Ενώ η Κίνα διατηρεί τον πληθωρισμό της υπό έλεγχο, οι ΗΠΑ αντιμετωπίζουν μια εκρηκτική άνοδο των τιμών. Οι πληθωριστικές προσδοκίες των Αμερικανών καταναλωτών αγγίζουν το 6%, γεγονός που αναγκάζει τη Fed να διατηρεί τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου βρίσκεται στο 4,4%, την ώρα που το αντίστοιχο κινεζικό είναι μόλις στο 1,8%. Αυτό το χάσμα των 250 μονάδων βάσης είναι ένας μαγνήτης για τις χώρες που θέλουν να αναχρηματοδοτήσουν το χρέος τους.

Κάθε δισεκατομμύριο που μετατρέπεται από δολάριο σε γουάν εξοικονομεί εκατομμύρια σε τόκους για τις αναπτυσσόμενες χώρες. Το δολάριο μπορεί να παραμένει το κυρίαρχο αποθεματικό νόμισμα, όμως η κακοδιαχείρισή του και η εργαλειοποίησή του σε πολεμικές συρράξεις έχουν οδηγήσει σε μια μακροπρόθεσμη καθοδική τροχιά. Ο κόσμος δεν εμπιστεύεται πλέον ένα νόμισμα που μπορεί να «παγώσει» με μια υπογραφή στον Λευκό Οίκο. Η ασφάλεια του γουάν δεν έγκειται στην ελευθερία της αγοράς, αλλά στη σταθερότητα ενός συστήματος που δεν επιδιώκει να τιμωρήσει τους εμπορικούς του εταίρους με τον ίδιο τρόπο.

Το λαϊκιστικό στοίχημα του Τραμπ και ο κίνδυνος του ελλείμματος

Στο εσωτερικό μέτωπο, ο Τραμπ προσπαθεί να κατευνάσει τη δυσαρέσκεια με υποσχέσεις για γενναίες χρηματικές ενέσεις. Οι προτάσεις για επιστροφές φόρου 2.000 δολαρίων και τα επιδόματα 1.000 δολαρίων για κάθε νεογέννητο, που θα επενδύονται στη Wall Street, είναι κινήσεις καθαρά προεκλογικού χαρακτήρα. Ωστόσο, αυτά τα χρήματα δεν προέρχονται από την ανάπτυξη, αλλά από το τύπωμα νέου χρήματος, γεγονός που θα εκτοξεύσει το έλλειμμα και θα πιέσει περαιτέρω την αξία του δολαρίου.

Για τους ξένους επενδυτές, αυτή η πολιτική είναι ένα σήμα κινδύνου. Η υποτίμηση του νομίσματος μέσω του πληθωρισμού είναι μια έμμεση φορολογία για όποιον διακρατεί αμερικανικά ομόλογα. Η Κίνα, έχοντας μειώσει σημαντικά την έκθεσή της στο αμερικανικό χρέος και έχοντας συσσωρεύσει τεράστιες ποσότητες χρυσού, είναι θωρακισμένη. Αντίθετα, οι σύμμαχοι των ΗΠΑ, που παραμένουν προσδεδεμένοι στο δολάριο, βλέπουν τις οικονομίες τους να εισάγουν τον αμερικανικό πληθωρισμό, προκαλώντας κοινωνική αναταραχή και πολιτική αστάθεια.

Το ρήγμα με τους συμμάχους: Η περίπτωση της Βρετανίας

Η κρίση δεν περιορίζεται στις σχέσεις με την Κίνα· μεταφέρεται και στο εσωτερικό της Δύσης. Η δημόσια σύγκρουση της Βρετανίδας Υπουργού Οικονομικών, Ρέιτσελ Ριβς, με τον Σκοτ Μπέσεντ είναι πρωτοφανής. Η Βρετανία, που παραδοσιακά αποτελούσε τον «πιστό σύμμαχο», βρίσκεται σε απόγνωση. Η κρίση των βρετανικών ομολόγων, με το 30ετές να αγγίζει το 5,8%, είναι το αποτέλεσμα της ενεργειακής ασφυξίας που προκάλεσε ο πόλεμος στο Ιράν. Οι Βρετανοί συνειδητοποιούν ότι η αμερικανική εξωτερική πολιτική λειτουργεί σε βάρος των δικών τους εθνικών συμφερόντων.

Η οργή της Ριβς, η οποία δήλωσε ξεκάθαρα ότι «δεν δουλεύει για τον Μπέσεντ», αντανακλά το αίσθημα πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων. Η εκτόξευση των τιμών του πετρελαίου κατά 20% έως 50% παγκοσμίως είναι ένας φόρος αίματος που πληρώνουν οι Ευρωπαίοι καταναλωτές για έναν πόλεμο που δεν επέλεξαν. Η θεωρία της Ουάσιγκτον ότι ο πόλεμος κάνει τον κόσμο «πιο ασφαλή» καταρρίπτεται από την καθημερινή πραγματικότητα των άδειων πορτοφολιών και των κλειστών εργοστασίων στη Γηραιά Ήπειρο.

Η στρατιωτική εξάντληση και η στροφή στην Ευρώπη

Πέρα από το οικονομικό επίπεδο, η εμπλοκή στο Ιράν έχει προκαλέσει και μια κρίση στην αμυντική βιομηχανία. Οι ΗΠΑ, προσπαθώντας να στηρίξουν το μέτωπο στη Μέση Ανατολή, καθυστερούν τις παραδόσεις οπλικών συστημάτων στους συμμάχους τους στο ΝΑΤΟ. Τα αποθέματα σε πυραύλους HIMARS και άλλα κρίσιμα συστήματα εξαντλούνται, αφήνοντας την Ευρώπη εκτεθειμένη. Αυτό αναγκάζει την Ε.Ε. να επανεξετάσει την εξάρτησή της από τις αμερικανικές αλυσίδες εφοδιασμού και να αναζητήσει τρόπους ενίσχυσης της δικής της αμυντικής βιομηχανίας.

Η στροφή αυτή της Ευρώπης προς μια «στρατηγική αυτονομία» είναι ένα ακόμη πλήγμα για τον Τραμπ. Η Αμερική κινδυνεύει να μείνει μόνη της, με έναν στρατό που εξαντλείται σε περιφερειακές συγκρούσεις και μια οικονομία που δεν μπορεί πλέον να επιβάλει τη θέλησή της μέσω του δολαρίου. Το Πεκίνο, παραμένοντας ψύχραιμο και εστιασμένο στην οικονομική διπλωματία, κερδίζει έδαφος χωρίς να χρειαστεί να ρίξει ούτε μια σφαίρα.

Συμπέρασμα: Η νέα γεωπολιτική πραγματικότητα

Βρισκόμαστε μπροστά σε μια ιστορική μετατόπιση της ισχύος. Η παγίδα του δολαρίου έχει κλείσει και οι ΗΠΑ φαίνονται παγιδευμένες μέσα σε αυτήν. Η σύγκρουση με το Ιράν, αντί να ενισχύσει την αμερικανική θέση, λειτούργησε ως καταλύτης για την παγκόσμια αποδολαριοποίηση. Η Κίνα, μέσα από έξυπνες συμμαχίες και οικονομικά εργαλεία, προσφέρει στον κόσμο μια εναλλακτική που, παρά τους κινδύνους της, φαντάζει πλέον πιο ελκυστική από το αμερικανικό χάος.

Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Κίνα θα ξεπεράσει τις ΗΠΑ, αλλά πώς η Ουάσιγκτον θα διαχειριστεί την υποχώρησή της. Η επικείμενη σύνοδος κορυφής θα είναι η πρώτη πράξη ενός δράματος όπου ο Τραμπ θα κληθεί να διαπραγματευτεί όχι από θέση ισχύος, αλλά από θέση ανάγκης. Ο κόσμος αλλάζει, και το δολάριο δεν είναι πλέον η μόνη γλώσσα που μιλά η εξουσία.