Η κρυφή βόμβα του πληθωρισμού και το ενεργειακό αδιέξοδο που απειλεί την παγκόσμια οικονομία
Πώς το γεωπολιτικό ρήγμα στα στενά του Ορμούζ και η εξάντληση των στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου ακυρώνουν τα νομισματικά όπλα της Fed, φέρνοντας ένα νέο κύμα παγκόσμιας ακρίβειας
Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) φαίνεται να έχει χάσει πλέον κάθε ουσιαστικό έλεγχο πάνω στην πορεία της οικονομίας. Έχει χάσει τον έλεγχο απέναντι στο «τέρας» του πληθωρισμού και, όπως όλα δείχνουν, δεν υπάρχει απολύτως τίποτα στο νομισματικό της οπλοστάσιο που να μπορεί να τον αποκλιμακώσει. Στο παρελθόν, όταν ο πληθωρισμός ξέφευγε, η κεντρική τράπεζα μπορούσε με αποφασιστικότητα να παρέμβει, αυξάνοντας τα επιτόκια δανεισμού. Αν γυρίσουμε τον χρόνο στο 2022, θα θυμηθούμε ότι ο πληθωρισμός είχε αγγίξει το καταστροφικό 9,1%. Ωστόσο, αυτή η κρίση βρισκόταν τότε εξ ολοκλήρου στα χέρια της Fed. Υπήρχε ένας ξεκάθαρος μηχανισμός αντίδρασης, και είδαμε πώς η επιθετική αύξηση των επιτοκίων λειτούργησε, ρίχνοντας σταδιακά τον δείκτη έως και το 2,5%.
Σήμερα όμως, η εικόνα των δεδομένων είναι εντελώς διαφορετική και άκρως ανησυχητική. Αν εξετάσουμε τους τελευταίους μήνες, το χαμηλότερο επίπεδο πληθωρισμού που καταγράφηκε ήταν 2,4% τον περασμένο Φεβρουάριο. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο πληθωρισμός ξέφυγε και πάλι, σκαρφαλώνοντας στο 3,8%. Ουσιαστικά, γινόμαστε μάρτυρες μιας πλήρους αντιστροφής της τάσης αποκλιμάκωσης. Και το 3,8% είναι μόνο η αρχή. Τα μοντέλα δείχνουν ότι βρισκόμαστε στο κατώφλι μιας νέας εκτόξευσης στο 4%, ίσως στο 5% ή ακόμα και στο 6%. Δεν μιλάμε για κάποιο μακρινό μέλλον, αλλά για τους επόμενους έξι μήνες, μέχρι τα τέλη του τρέχοντος έτους.

Η αδυναμία της Fed απέναντι στη νέα πραγματικότητα
Το μεγαλύτερο πρόβλημα σε αυτή την εξίσωση είναι ότι η Fed έχει δεμένα τα χέρια της. Υπάρχει έντονη φημολογία, μάλιστα, ότι οι πιέσεις θα οδηγήσουν σε νέες αυξήσεις επιτοκίων, με πρόσωπα όπως ο Kevin Warsh να αναλαμβάνουν τον ρόλο του «γερακιού». Είναι μάλιστα οξύμωρο το γεγονός ότι κορυφαίοι πολιτικοί παράγοντες, που στο παρελθόν πίεζαν για μειώσεις επιτοκίων, τώρα αναγνωρίζουν σιωπηλά ότι ο όποιος νέος επικεφαλής δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να πατήσει ξανά το φρένο της νομισματικής πολιτικής. Όμως, αυτό το φρένο δεν λειτουργεί πια.
Ο Λευκός Οίκος συχνά υποστηρίζει ότι ο πληθωρισμός θα υποχωρήσει μόλις εξομαλυνθούν οι γεωπολιτικές εντάσεις, αλλά αυτό αποτελεί μια επιφανειακή ανάγνωση. Ο τρέχων πληθωρισμός δεν τροφοδοτείται από τους καταναλωτές. Ιστορικά, ο πληθωρισμός καλπάζει όταν οι πολίτες ξοδεύουν μαζικά και η υπερβάλλουσα ζήτηση πιέζει τις τιμές. Εκεί, η δουλειά της Fed είναι να «παγώσει» τη ζήτηση. Σήμερα, όμως, η οικονομία δεν διανύει περίοδο ευμάρειας και η καταναλωτική εμπιστοσύνη βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα. Άρα, αν δεν φταίει η υπερκατανάλωση, τι ακριβώς πυροδοτεί τις ανατιμήσεις;
Η πραγματική αιτία: κόστος ενέργειας και εφοδιαστική αλυσίδα
Η απάντηση κρύβεται στα δεδομένα της πραγματικής αγοράς του τελευταίου μήνα. Οι τιμές της βενζίνης έχουν σημειώσει άλμα της τάξης του 30%, ενώ τα αεροπορικά καύσιμα έχουν αυξηθεί κατά 20%. Ήδη παρατηρούμε αεροπορικές εταιρείες να κηρύσσουν πτώχευση, καθώς το μεγαλύτερο λειτουργικό τους κόστος είναι τα καύσιμα. Αυτό δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Υπάρχει μια υποβόσκουσα έλλειψη πετρελαίου στην παγκόσμια αγορά, και οι επιχειρήσεις το γνωρίζουν. Το γεγονός ότι ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά περάσματα του πλανήτη, από το οποίο διέρχεται το 20% της παγκόσμιας ενέργειας, παραμένει κλειστό ή υπό διαρκή απειλή, αλλάζει εντελώς τους κανόνες του παιχνιδιού.

Η άνοδος του πετρελαίου δεν σημαίνει απλώς πιο ακριβό γέμισμα στο πρατήριο. Ζούμε σε μια «hyper-economy», μια οικονομία της απόλυτης διασύνδεσης όπου τα πάντα παραδίδονται. Όταν παραγγέλνετε κάτι διαδικτυακά, το προϊόν ταξιδεύει από το εργοστάσιο στο αεροπλάνο, από εκεί στο φορτηγό, μετά στο βαν διανομής, μέχρι να φτάσει στην πόρτα σας. Όλη αυτή η εφοδιαστική αλυσίδα λειτουργεί με καύσιμα. Συνεπώς, η αύξηση της βενζίνης μετακυλίεται οριζόντια, αυξάνοντας την τιμή για κάθε μεμονωμένο προϊόν στην οικονομία. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο είδαμε τον πληθωρισμό να αναζωπυρώνεται στο 3,8%.
Το γεωπολιτικό αδιέξοδο και τα στενά του Ορμούζ
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το μεγάλο δομικό αδιέξοδο: τα στενά του Ορμούζ δεν πρόκειται να ανοίξουν και να λειτουργήσουν ομαλά στο άμεσο μέλλον. Υπάρχει μια εν εξελίξει πολεμική σύγκρουση, και όπως διδάσκει η ιστορία, είναι πανεύκολο να ξεκινήσεις έναν πόλεμο αλλά εξαιρετικά δύσκολο να τον τερματίσεις. Δεν υπάρχει κανένας ρεαλιστικός λόγος για το Ιράν να υποχωρήσει άνευ όρων, επιτρέποντας την ελεύθερη διέλευση στα αμερικανικά και συμμαχικά συμφέροντα, απλώς και μόνο για να αποκλιμακωθεί η κρίση.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι πρακτικά αδύνατον να επιστρέψουν στο προηγούμενο status quo. Όταν εμπλέκεσαι σε μια σύρραξη δι’ αντιπροσώπων ή άμεσα, αν δεν μπορείς να επιτύχεις μια ολοκληρωτική στρατιωτική νίκη και ταυτόχρονα αρνείσαι να δεχτείς τους όρους της άλλης πλευράς, η λογική κατάληξη είναι μια παρατεταμένη γεωπολιτική παράλυση. Ακόμα λοιπόν και αν δεχτούμε το αφήγημα του Λευκού Οίκου ότι το πρόβλημα είναι παροδικό, η πραγματικότητα στο πεδίο δείχνει ότι ο πληθωρισμός δεν πρόκειται να υποχωρήσει σύντομα.

Το τεχνητό σοκ των αγορών και η βόμβα των αποθεμάτων
Υπάρχει όμως μια κρυφή ωρολογιακή βόμβα την οποία ελάχιστοι αναλυτές τολμούν να αγγίξουν. Αν κοιτάξουμε την αγορά πετρελαίου, υπήρξε ένα ισχυρό σοκ τον περασμένο Μάρτιο στο ξεκίνημα της έντασης, όταν οι τιμές εκτοξεύτηκαν από τα 55 στα 120 δολάρια. Αυτό που πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι εκείνο το σοκ ήταν σε μεγάλο βαθμό τεχνητό. Οι τιμές του πετρελαίου δεν διαμορφώνονται μόνο από αυτούς που αγοράζουν το φυσικό προϊόν, αλλά κυρίως από τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης (futures). Οι κερδοσκόποι εκμεταλλεύτηκαν τον πανικό, αγόρασαν και πούλησαν συμβόλαια, ανεβάζοντας τεχνητά την τιμή για να αποκομίσουν τεράστια κέρδη.
Ο λόγος που οι τιμές έκτοτε φάνηκε να αποκλιμακώνονται, δεν είναι η επίλυση του προβλήματος, αλλά η αβεβαιότητα των traders για το μέλλον του πολέμου. Όμως ο πραγματικός λόγος που ο κόσμος δεν έχει βιώσει ακόμα απόλυτη έλλειψη πετρελαίου, είναι τα στρατηγικά αποθέματα. Χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Κίνα, η Ιαπωνία και τα κράτη της Ε.Ε. διατηρούν τεράστιες δεξαμενές πετρελαίου για περιόδους κρίσης. Για να συγκρατήσουν τις τιμές, απελευθερώνουν καθημερινά τεράστιες ποσότητες. Αυτή τη στιγμή, καίμε περίπου 6,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα από αυτά τα αποθέματα.
Τα εφιαλτικά σενάρια για τις τιμές και τον πληθωρισμό
Αν κάνουμε τα απλά μαθηματικά, τα 6,5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως μεταφράζονται σε 65 εκατομμύρια σε δέκα ημέρες και πάνω από 200 εκατομμύρια σε έναν μήνα. Αν αυτή η κρίση παραταθεί για άλλους τρεις μήνες, θα έχουμε κάψει 600 εκατομμύρια βαρέλια. Σε βάθος εξαμήνου, ο αριθμός ξεπερνά το 1,2 δισεκατομμύρια βαρέλια. Αυτό ισοδυναμεί με την πλήρη εξάντληση των στρατηγικών αποθεμάτων του πλανήτη. Σε έξι μήνες από σήμερα, οι δεξαμενές ασφαλείας θα έχουν στερέψει. Εκείνη τη στιγμή θα χτυπήσει η πραγματική κρίση και το πετρέλαιο θα μπορούσε άνετα να ξεπεράσει τα 200 δολάρια το βαρέλι.

Η μόνη ελπίδα των αγορών ήταν οι φήμες για ένα μνημόνιο κατανόησης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν. Ωστόσο, την ώρα που γράφονται θεωρητικά προσχέδια συμφωνιών, στο πεδίο ο πόλεμος αναζωπυρώνεται. Αυτή η διάσταση εμποδίζει τους κερδοσκόπους να ποντάρουν επιθετικά στο πετρέλαιο, διατηρώντας προσωρινά τις τιμές σε αδράνεια. Αν όμως φτάσουμε στον Αύγουστο χωρίς συμφωνία, η τιμή θα αγγίξει τα 140-150 δολάρια. Αν φτάσουμε στο τέλος του έτους με τα στενά κλειστά, τα 180 ή 200 δολάρια θα είναι γεγονός. Ο πληθωρισμός, από το 3,2% που θα ήταν στο καλό σενάριο, θα εκτοξευτεί στο 6% με 8%. Αν υπάρξει χερσαία εισβολή, το 10% είναι αναπόφευκτο.
Το σπιράλ του χρέους και η απειλή για τους πολίτες
Και ερχόμαστε στο σημείο μηδέν: αν ο πληθωρισμός χτυπήσει ξανά το 8%, όπως το 2022, η Fed δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα απολύτως. Αν η κεντρική τράπεζα προσπαθήσει να απαντήσει με αύξηση επιτοκίων ξανά στο 5,5%, το μόνο που θα καταφέρει είναι να καταστρέψει τη ρευστότητα. Τα υψηλότερα επιτόκια σημαίνουν ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ –και αντίστοιχα άλλων δυτικών κρατών– θα πρέπει να πληρώνει υπέρογκα ποσά για την εξυπηρέτηση του δικού της χρέους. Κάθε φορά που το κράτος δανείζεται με υψηλότερο κόστος, ρουφάει κεφάλαια από την πραγματική οικονομία. Αυτό σημαίνει λιγότερα χρήματα για στεγαστικά δάνεια, ακριβότερη χρηματοδότηση για τις επιχειρήσεις και μαζικές απολύσεις.
Οι εταιρείες, βλέποντας το κόστος αναχρηματοδότησης του χρέους τους να αυξάνεται, θα περικόψουν τα έξοδά τους ρίχνοντας το βάρος στους εργαζόμενους. Η πραγματικότητα είναι ωμή: οι κυβερνήσεις θα εξυπηρετήσουν πρώτα τα δικά τους γεωπολιτικά συμφέροντα και το τίμημα θα το πληρώσει ο μέσος πολίτης μέσω της ακρίβειας, της ανεργίας και των φόρων. Σε αυτό το εξαιρετικά επικίνδυνο εξάμηνο που έρχεται, η δημιουργία ενός προσωπικού στρατηγικού αναχώματος, η μείωση της έκθεσης σε ρίσκο και η προσεκτική οικονομική διαχείριση δεν είναι απλώς επιλογές, αλλά ζήτημα επιβίωσης απέναντι σε ένα σύστημα που έχει ξεμείνει από ασφαλιστικές δικλείδες.