Το πρώτο τηλεοπτικό debate που άλλαξε για πάντα τις εκλογές – Πώς ο Κένεντι κέρδισε τη μάχη της εικόνας απέναντι στον Νίξον

Ήταν η πρώτη τηλεοπτική αναμέτρηση υποψηφίων προέδρων στην ιστορία των ΗΠΑ και την παρακολούθησαν περίπου 70 εκατ. άνθρωποι – Ο άρρωστος και καταπονημένος Νίξον, η σχολαστική προετοιμασία του Κένεντι και ο μύθος ότι όλα κρίθηκαν από την εμφάνιση

Το πρώτο τηλεοπτικό debate που άλλαξε για πάντα τις εκλογές – Πώς ο Κένεντι κέρδισε τη μάχη της εικόνας απέναντι στον Νίξον

Στις 26 Σεπτεμβρίου 1960, ο Τζον Φ. Κένεντι και ο Ρίτσαρντ Νίξον μπήκαν στα στούντιο του CBS στο Σικάγο για μια αναμέτρηση που επρόκειτο να αλλάξει όχι μόνο την προεδρική εκστρατεία τους, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται έκτοτε οι πολιτικές μάχες μπροστά στις κάμερες.

σχετικά άρθρα

Ήταν το πρώτο τηλεοπτικό προεδρικό debate στην αμερικανική ιστορία. Περίπου 70 εκατ. άνθρωποι το παρακολούθησαν και η εικόνα των δύο υποψηφίων δεν θα μπορούσε να είναι πιο διαφορετική.

Ο Κένεντι εμφανίστηκε μαυρισμένος, ήρεμος και προετοιμασμένος για τις απαιτήσεις της τηλεόρασης. Ο Νίξον έφτασε καταπονημένος, έχοντας μόλις βγει από το νοσοκομείο έπειτα από μόλυνση στο γόνατο και εξακολουθώντας να έχει πυρετό. Λίγο πριν μπει στο στούντιο, χτύπησε ξανά το ίδιο γόνατο στην πόρτα του αυτοκινήτου του.

Τα πράγματα δεν βελτιώθηκαν όταν συνάντησε τον αντίπαλό του. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου του μικροφώνου, ο Κένεντι μπήκε στο στούντιο με καθυστέρηση. Ο Νίξον σηκώθηκε για να τον χαιρετήσει και χτύπησε το κεφάλι του σε ένα μικρόφωνο.

Λίγα λεπτά αργότερα, οι κάμερες άνοιξαν.

Η βραδιά έμελλε να δημιουργήσει έναν από τους πιο ανθεκτικούς μύθους της αμερικανικής πολιτικής: ότι ο Κένεντι κέρδισε επειδή κατάλαβε τη δύναμη της τηλεοπτικής εικόνας, ενώ ο Νίξον έχασε επειδή την υποτίμησε.

Η ίδια η πραγματικότητα, ωστόσο, ήταν περισσότερο σύνθετη.

Μέχρι τη δεκαετία του 1950, η τηλεόραση είχε μετατραπεί σε βασικό κομμάτι της καθημερινότητας των Αμερικανών. Ένας από τους ανθρώπους που πίστευαν ότι μπορούσε να γίνει κάτι περισσότερο από ψυχαγωγία ήταν ο πρόεδρος του CBS, Φρανκ Στάντον.

Ο Στάντον θεωρούσε ότι η τηλεόραση μπορούσε να λειτουργήσει ως πραγματική δημόσια υπηρεσία. Επέκτεινε το βραδινό δελτίο ειδήσεων του CBS, δημιούργησε την ερευνητική εκπομπή «CBS Reports» και έθεσε έναν ακόμη πιο φιλόδοξο στόχο: μια ζωντανή τηλεοπτική αναμέτρηση των υποψηφίων για την προεδρία.

Το εμπόδιο ήταν νομικό.

Το άρθρο 315 του Communications Act υποχρέωνε τους τηλεοπτικούς σταθμούς να παρέχουν ίσο χρόνο σε όλους τους υποψηφίους για το ίδιο αξίωμα. Αυτό σήμαινε ότι μια τηλεμαχία αποκλειστικά ανάμεσα στους δύο μεγάλους υποψηφίους θα μπορούσε να απαιτήσει τη συμμετοχή και μικρότερων κομμάτων.

Ο Στάντον πίεζε από τις αρχές της δεκαετίας του 1950 για αλλαγή του πλαισίου. Κατέθετε στο Κογκρέσο και έγραφε άρθρα υποστηρίζοντας ότι ο νόμος περιόριζε την ουσιαστική κάλυψη των εκλογών.

Η προσπάθεια δεν απέδωσε αρχικά, καθώς ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ αρνήθηκε να συμμετάσχει σε debate και παρέμεινε στον Λευκό Οίκο για οκτώ χρόνια.

Το 1960, όμως, η κατάσταση είχε αλλάξει.

Ο Ψυχρός Πόλεμος βρισκόταν σε μία από τις πιο τεταμένες περιόδους του, η πυρηνική απειλή κυριαρχούσε και το ερώτημα για το ποιος θα αναλάμβανε την αμερικανική προεδρία είχε τεράστια σημασία.

Ο Στάντον προσέγγισε αρχικά τον Λίντον Τζόνσον. Εκείνος δεν ενδιαφέρθηκε, αλλά στη συνάντηση βρισκόταν και ο Τζον Φ. Κένεντι, ο οποίος απάντησε θετικά.

Τον Ιούλιο ο Κένεντι κέρδισε το χρίσμα των Δημοκρατικών, με τον Τζόνσον υποψήφιο αντιπρόεδρο.

Απέμενε ο Ρίτσαρντ Νίξον.

Ο Κένεντι προετοιμάστηκε για την κάμερα – Ο Νίξον πίστεψε στην εμπειρία του

Ο Νίξον είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι ένα debate τον ευνοούσε. Ήταν έμπειρος συζητητής από τα φοιτητικά του χρόνια και είχε ήδη αποκτήσει διεθνή προβολή από την περίφημη «Kitchen Debate» με τον Νικίτα Χρουστσόφ.

Παράλληλα όμως είχε περισσότερα να χάσει. Ήταν εν ενεργεία αντιπρόεδρος, περισσότερο γνωστός και περισσότερο έμπειρος από τον Κένεντι. Ο Αϊζενχάουερ τού συνέστησε να μην αποδεχθεί την πρόκληση.

Ο Κένεντι, όμως, είχε ήδη δηλώσει δημόσια ότι ήταν έτοιμος να τον αντιμετωπίσει. Μια άρνηση θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως φόβος.

Έτσι ο Νίξον συμφώνησε και τον Αύγουστο το Κογκρέσο ενέκρινε προσωρινή αναστολή του άρθρου 315, ανοίγοντας τον δρόμο για την τηλεμαχία.

Οι δύο πλευρές συμφώνησαν τελικά σε τέσσερα debates. Ο Κένεντι ήθελε πέντε, καθώς κάθε εμφάνιση του έδινε δωρεάν πανεθνική προβολή, ενώ ο Νίξον προτιμούσε λιγότερα. Η ομάδα του αντιπροέδρου επέλεξε μάλιστα να τοποθετήσει την εξωτερική πολιτική, που θεωρούσε δυνατό του σημείο, στην τέταρτη αναμέτρηση.

Η διαφορά στην προετοιμασία των δύο υποψηφίων ήταν εντυπωσιακή.

Ο Κένεντι συναντήθηκε με τον παραγωγό του CBS Ντον Χιούιτ, ο οποίος αργότερα θα δημιουργούσε το «60 Minutes», και τον ρώτησε αναλυτικά για τις γωνίες λήψης, τον φωτισμό και το στήσιμο του στούντιο.

Την προηγουμένη του debate, οι συνεργάτες του τον προετοίμασαν και στο περιεχόμενο. Είχαν συγκεντρώσει έναν ογκώδη φάκελο με θέσεις του Νίξον, στοιχεία και πιθανά σημεία επίθεσης, τον οποίο αποκαλούσαν «Nixonpedia».

Ο Νίξον ακολούθησε σχεδόν την αντίθετη προσέγγιση.

Εξακολουθούσε να αναρρώνει από τη μόλυνση στο γόνατο, είχε πυρετό και είχε περάσει τις προηγούμενες εβδομάδες πραγματοποιώντας εξαντλητική προεκλογική εκστρατεία. Παρ’ όλα αυτά, βασιζόταν στην πολυετή εμπειρία του στη Βουλή, τη Γερουσία και την αντιπροεδρία.

Οι συνεργάτες του προσπαθούσαν μέχρι την τελευταία στιγμή να τον προετοιμάσουν για την τηλεοπτική πλευρά της αναμέτρησης.

Ακόμη και οι συμβουλές που δεχόταν ήταν αντικρουόμενες. Ο υποψήφιος αντιπρόεδρός του, Χένρι Κάμποτ Λοτζ, τον συμβούλευσε να μην επιτεθεί υπερβολικά στον Κένεντι και να απομακρυνθεί από την εικόνα του επιθετικού πολιτικού. Άλλος σύμβουλος, καθ’ οδόν προς το στούντιο, του είπε ακριβώς το αντίθετο: να βγει επιθετικά.

Η εμφάνιση έγινε τελικά καθοριστικό ζήτημα.

Ο Κένεντι αρνήθηκε το μακιγιάζ που του προσέφερε το στούντιο και ο Νίξον έκανε το ίδιο, καθώς δεν ήθελε να εμφανιστεί ως ο μοναδικός από τους δύο που το χρειαζόταν. Ωστόσο, η ομάδα του Κένεντι τού έβαλε διακριτικά πούδρα πριν βγει στον αέρα.

Ο Νίξον χρησιμοποίησε ένα προϊόν που ονομαζόταν «Lazy Shave» για να περιορίσει την έντονη σκιά από τα γένια του. Κάτω όμως από τα θερμά φώτα του στούντιο άρχισε να ιδρώνει και η εικόνα του στις νέες, καθαρότερες τηλεοπτικές κάμερες ήταν ιδιαίτερα σκληρή.

Όταν άρχισε το debate, έγινε εμφανής και μια δεύτερη διαφορά.

Ο Νίξον αντιμετώπισε την αναμέτρηση σαν ένα παραδοσιακό ακαδημαϊκό debate, επιχειρώντας να κερδίσει σημεία απέναντι στον αντίπαλό του. Ταυτόχρονα εμφανίστηκε πιο ήπιος από όσο περίμεναν αρκετοί, συμφωνώντας μάλιστα σε ορισμένα σημεία με τον Κένεντι.

Ο Κένεντι έκανε κάτι διαφορετικό. Όταν δεχόταν ερώτηση, στρεφόταν προς την κάμερα και μιλούσε απευθείας στους Αμερικανούς.

Είχε αντιληφθεί ότι ο πραγματικός του συνομιλητής δεν ήταν μόνο ο άνθρωπος απέναντί του, αλλά τα περίπου 70 εκατ. τηλεθεατών που παρακολουθούσαν από τα σπίτια τους.

Η ομάδα του Κένεντι κατάλαβε επίσης γρήγορα πόσο άσχημα έδειχνε ο Νίξον και άρχισε να ζητά από το control room περισσότερα πλάνα αντίδρασης του αντιπροέδρου την ώρα που μιλούσε ο Κένεντι.

Μετά από μία ώρα, η πρώτη τηλεοπτική προεδρική αναμέτρηση στην ιστορία είχε τελειώσει.

Ο μύθος ότι ο Νίξον κέρδισε στο ραδιόφωνο

Η εικόνα που επικράτησε τις επόμενες δεκαετίες ήταν απλή: ο όμορφος και τηλεοπτικός Κένεντι συνέτριψε έναν ιδρωμένο και καταπονημένο Νίξον και κέρδισε χάρη στην εικόνα του.

Οι πρώτες αντιδράσεις, όμως, δεν ήταν τόσο ξεκάθαρες.

Οι απόψεις δημοσιογράφων και τηλεθεατών διέφεραν. Σταδιακά, ωστόσο, η εντύπωση μιας νίκης του Κένεντι επικράτησε και, μετά την αναμέτρηση, ήταν η πρώτη φορά που απέκτησε σαφές προβάδισμα στις δημοσκοπήσεις.

Ακολούθησαν άλλα τρία debates, στα οποία ο Νίξον εμφανίστηκε καλύτερα προετοιμασμένος για την τηλεόραση. Η ομάδα του έφτασε ακόμη και στο σημείο να τοποθετεί συνεργάτες κοντά στον κλιματισμό των στούντιο, ώστε να διασφαλίζει ότι η θερμοκρασία θα παρέμενε χαμηλή και ο υποψήφιος δεν θα ίδρωνε.

Τελικά, ο Κένεντι κέρδισε τις προεδρικές εκλογές και η πρώτη τηλεμαχία πέρασε στη συλλογική μνήμη ως μια από τις καθοριστικές στιγμές της αναμέτρησης.

Μαζί δημιουργήθηκε και ένας ακόμη μύθος: ότι όσοι παρακολούθησαν στην τηλεόραση θεωρούσαν νικητή τον Κένεντι, ενώ όσοι άκουσαν από το ραδιόφωνο προτίμησαν τον Νίξον.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν στηρίζουν τόσο ξεκάθαρα αυτή την αφήγηση. Η ιστορία φαίνεται να προήλθε κυρίως από μια μικρή έρευνα μάρκετινγκ, στην οποία η εικόνα μεταξύ των ακροατών του ραδιοφώνου ήταν κοντά στην ισοπαλία, ενδεχομένως με μικρό προβάδισμα του Νίξον.

Και η επιτυχία του Κένεντι δεν αποδίδεται αποκλειστικά στην εμφάνισή του. Μπήκε στο debate έχοντας να αντιμετωπίσει αμφιβολίες για την ηλικία, την εμπειρία και την ετοιμότητά του για τον Λευκό Οίκο. Η αναμέτρηση του έδωσε την ευκαιρία να παρουσιαστεί ενημερωμένος, σίγουρος και ικανός να σταθεί απέναντι στον εν ενεργεία αντιπρόεδρο.

Η τηλεόραση δεν του έδωσε μόνο καλύτερη εικόνα. Του έδωσε την ευκαιρία να ξεπεράσει ένα πολιτικό εμπόδιο που υπήρχε ήδη μπροστά του.

Παρά την τεράστια απήχηση της αναμέτρησης του 1960, χρειάστηκαν 16 χρόνια για να επιστρέψουν τα προεδρικά debates. Ο Λίντον Τζόνσον δεν θέλησε να συμμετάσχει το 1964, ενώ ο ίδιος ο Νίξον ήταν υποψήφιος στις δύο επόμενες εκλογικές αναμετρήσεις και δεν είχε καμία διάθεση να επαναλάβει την εμπειρία.

Τα debates επέστρεψαν το 1976 με την αναμέτρηση Τζέραλντ Φορντ – Τζίμι Κάρτερ και έκτοτε καθιερώθηκαν ως βασικό στοιχείο των αμερικανικών προεδρικών εκλογών.

Ο Φρανκ Στάντον είχε τελικά πετύχει αυτό που επιδίωκε επί χρόνια: να βάλει την τηλεόραση στο κέντρο της προεκλογικής μάχης.

Και η 26η Σεπτεμβρίου 1960 απέδειξε κάτι που έκτοτε κανένας σοβαρός υποψήφιος δεν μπορούσε να αγνοήσει: στην εποχή της τηλεόρασης δεν αρκούσε πλέον μόνο τι έλεγε ένας πολιτικός. Μετρούσε επίσης πώς το έλεγε, πού κοιτούσε και τι έβλεπαν εκατομμύρια άνθρωποι στην οθόνη τους την ώρα που μιλούσε.