Πώς κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση και τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος – Οι πόλεμοι, η κούρσα των εξοπλισμών και η πτώση του Τείχους του Βερολίνου

Από την αμερικανική εισβολή στη Γρενάδα και τον πόλεμο στη Νικαράγουα μέχρι τις μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσόφ, την αποχώρηση από το Αφγανιστάν και τη διάλυση της ΕΣΣΔ το 1991

Πώς κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση και τελείωσε ο Ψυχρός Πόλεμος – Οι πόλεμοι, η κούρσα των εξοπλισμών και η πτώση του Τείχους του Βερολίνου

Για περισσότερες από τέσσερις δεκαετίες, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Σοβιετική Ένωση βρέθηκαν αντιμέτωπες σε μια παγκόσμια σύγκρουση, η οποία δεν εξελίχθηκε σε άμεσο πόλεμο μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, αλλά προκάλεσε αιματηρές συγκρούσεις σε πολλές περιοχές του πλανήτη. Από την Κεντρική Αμερική μέχρι το Αφγανιστάν, η αντιπαράθεση ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό καθόρισε την εξωτερική πολιτική των δύο χωρών, ενώ η ανάπτυξη πυρηνικών όπλων διατηρούσε διαρκώς τον φόβο μιας παγκόσμιας καταστροφής.

σχετικά άρθρα

Η δεκαετία του 1980 αποδείχθηκε καθοριστική. Οι στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ, η οικονομική εξάντληση της ΕΣΣΔ, η άνοδος του Μιχαήλ Γκορμπατσόφ και οι εξεγέρσεις στην Ανατολική Ευρώπη δημιούργησαν τις συνθήκες για την κατάρρευση ενός συστήματος που για δεκαετίες φαινόταν ακλόνητο.

Η αρχή αυτής της τελευταίας περιόδου του Ψυχρού Πολέμου σημαδεύτηκε από την προσπάθεια της Ουάσινγκτον να περιορίσει την εξάπλωση του κομμουνισμού στην αμερικανική ήπειρο.

Το 1983, οι Ηνωμένες Πολιτείες εισέβαλαν στη Γρενάδα, ένα μικρό νησιωτικό κράτος της Καραϊβικής, περίπου 200 χιλιόμετρα από τις ακτές της Νότιας Αμερικής.

Η χώρα είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία το 1974 και κυβερνιόταν από τον μαρξιστή Μορίς Μπίσοπ, ο οποίος είχε αναπτύξει στενές σχέσεις με την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο.

Η κυβέρνησή του είχε προχωρήσει σε κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, με βελτιώσεις στην υγεία και την εκπαίδευση, ίσα δικαιώματα και αμοιβές για τις γυναίκες και άδεια μητρότητας. Η κουβανική βοήθεια είχε συμβάλει στον διπλασιασμό του αριθμού των γιατρών, ενώ κατασκευάζονταν κατοικίες με ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης.

Ωστόσο, ο Μπίσοπ είχε απαγορεύσει τα υπόλοιπα πολιτικά κόμματα και αρνούνταν τη διεξαγωγή εκλογών.

Ιδιαίτερη ανησυχία στην Ουάσινγκτον προκαλούσε η κατασκευή ενός νέου αεροδρομίου, προϋπολογισμού 40 εκατομμυρίων δολαρίων, με σημαντική χρηματοδότηση από την Κούβα. Η κυβέρνηση της Γρενάδας υποστήριζε ότι το έργο θα ενίσχυε τον τουρισμό, ενώ οι Αμερικανοί φοβούνταν ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για στρατιωτικές μεταφορές.

Η κατάσταση άλλαξε δραματικά όταν ο Μπίσοπ ανατράπηκε και δολοφονήθηκε έπειτα από εσωτερική σύγκρουση στην κυβέρνηση. Ακολούθησε η επιβολή απαγόρευσης κυκλοφορίας, με την απειλή χρήσης θανατηφόρας βίας.

Η κυβέρνηση του Ρόναλντ Ρίγκαν αποφάσισε να επέμβει στρατιωτικά, επικαλούμενη μεταξύ άλλων την προστασία Αμερικανών πολιτών.

Κατά την επιχείρηση, αμερικανικές δυνάμεις συγκρούστηκαν με στρατιωτικό προσωπικό που βρισκόταν στο νησί, ενώ εκατοντάδες Κουβανοί αιχμαλωτίστηκαν.

Η εισβολή προκάλεσε έντονες διεθνείς αντιδράσεις. Η Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ την καταδίκασε ως κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου, με 108 ψήφους υπέρ και εννέα κατά.

Ακόμη και η Βρετανίδα πρωθυπουργός Μάργκαρετ Θάτσερ δεν είχε ενημερωθεί εγκαίρως για την επιχείρηση, γεγονός που προκάλεσε διπλωματική αμηχανία.

Παρά την αλλαγή καθεστώτος, η οικονομική κατάσταση της Γρενάδας παρέμεινε δύσκολη. Έξι χρόνια αργότερα, η ανεργία και ο πληθωρισμός βρίσκονταν περίπου στο 30%, ενώ είχαν αυξηθεί το δημόσιο χρέος και η εγκληματικότητα.

Η Νικαράγουα, το σκάνδαλο Ιράν-Contra και ο πόλεμος των εξοπλισμών

Μια ακόμη μεγαλύτερη σύγκρουση εξελισσόταν στη Νικαράγουα, όπου το 1979 οι Σαντινίστας ανέτρεψαν τον δικτάτορα Αναστάσιο Σομόσα.

Η οικογένεια Σομόσα κυβερνούσε τη χώρα επί 43 χρόνια, ελέγχοντας σημαντικό μέρος της οικονομίας. Η επανάσταση ακολούθησε έναν πόλεμο που κόστισε περίπου 50.000 ζωές.

Οι Σαντινίστας προχώρησαν σε αγροτικές μεταρρυθμίσεις και προγράμματα εκπαίδευσης και υγειονομικής περίθαλψης, με υποστήριξη από την Κούβα και τη Σοβιετική Ένωση.

Η αμερικανική κυβέρνηση, όμως, αντιμετώπιζε τη νέα εξουσία ως απειλή για την επιρροή της στην Κεντρική Αμερική.

Έτσι, άρχισε να υποστηρίζει τους Contras, αντάρτικες ομάδες που επιδίωκαν την ανατροπή των Σαντινίστας και στις οποίες συμμετείχαν και πρώην υποστηρικτές του καθεστώτος Σομόσα.

Από το 1984, οι Contras είχαν λάβει περίπου 87 εκατομμύρια δολάρια από Αμερικανούς φορολογουμένους, καθώς και επιπλέον 20 έως 30 εκατομμύρια από ιδιώτες χρηματοδότες.

Η σύγκρουση συνοδεύτηκε από σοβαρές καταγγελίες για δολοφονίες, βασανιστήρια, βιασμούς, λαθρεμπόριο ναρκωτικών και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το αμερικανικό Κογκρέσο επιχείρησε να σταματήσει τη χρηματοδότηση, αλλά η υποστήριξη προς τους αντάρτες συνεχίστηκε μέσω άλλων μηχανισμών.

Η αποκάλυψη ότι η κυβέρνηση Ρίγκαν πουλούσε όπλα στο Ιράν και διοχέτευε μέρος των εσόδων στους Contras προκάλεσε το σκάνδαλο Ιράν-Contra.

Τα ποσά που φέρονταν να είχαν εκτραπεί υπολογίζονταν μεταξύ 10 και 30 εκατομμυρίων δολαρίων.

Ο Ρίγκαν αρνήθηκε ότι γνώριζε τη διοχέτευση των χρημάτων. Ο σύμβουλος εθνικής ασφάλειας Τζον Πόιντεξτερ απομακρύνθηκε από τη θέση του, ενώ ο αντισυνταγματάρχης Όλιβερ Νορθ απαλλάχθηκε από τα καθήκοντά του στο Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.

Οι κοινοβουλευτικές έρευνες δεν κατέληξαν σε αποδείξεις εναντίον του ίδιου του προέδρου.

Την ίδια περίοδο, ο πρόεδρος της Κόστα Ρίκα, Όσκαρ Αρίας, πρωτοστατούσε στις προσπάθειες ειρήνευσης στην Κεντρική Αμερική. Το 1987 τιμήθηκε με το Νόμπελ Ειρήνης.

Ο πόλεμος άφησε τη Νικαράγουα οικονομικά εξαντλημένη. Οι κοινωνικές κατακτήσεις των πρώτων χρόνων υποχώρησαν, ενώ η έλλειψη τροφίμων και η επιδείνωση των συνθηκών υγείας έπληξαν ιδιαίτερα τα παιδιά.

Παράλληλα, ο Ρίγκαν είχε ανοίξει ένα νέο μέτωπο ανταγωνισμού με τη Σοβιετική Ένωση.

Τον Μάρτιο του 1983 ανακοίνωσε τη Στρατηγική Αμυντική Πρωτοβουλία (SDI), γνωστή ως «Πόλεμος των Άστρων».

Το σχέδιο προέβλεπε την ανάπτυξη προηγμένων συστημάτων που θα μπορούσαν να καταστρέφουν εισερχόμενους σοβιετικούς πυρηνικούς πυραύλους, αξιοποιώντας αισθητήρες και οπλικά συστήματα, ακόμη και στο Διάστημα.

Η τεχνολογία αυτή, ωστόσο, δεν ήταν διαθέσιμη. Η Αμερικανική Φυσική Εταιρεία εκτιμούσε ότι θα απαιτούνταν τουλάχιστον δέκα επιπλέον χρόνια έρευνας για να διαπιστωθεί εάν το σχέδιο ήταν εφικτό.

Η προοπτική ενός τέτοιου αμυντικού συστήματος προκαλούσε ανησυχία στη Μόσχα, καθώς η Σοβιετική Ένωση δεν διέθετε τους οικονομικούς πόρους για να αναπτύξει αντίστοιχη τεχνολογία.

Το 1985 ανέλαβε την ηγεσία της ΕΣΣΔ ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο οποίος επιχείρησε να αλλάξει την πορεία της χώρας.

Με την περεστρόικα, δηλαδή την αναδιάρθρωση, και τη γκλάσνοστ, την πολιτική μεγαλύτερης διαφάνειας και ανοικτότητας, προώθησε μεταρρυθμίσεις και επιδίωξε τη μείωση της έντασης με τη Δύση.

Οι συνομιλίες του με τον Ρίγκαν αντιμετώπισαν δυσκολίες, κυρίως λόγω της αμερικανικής επιμονής στο SDI.

Ωστόσο, τον Δεκέμβριο του 1987, οι δύο ηγέτες υπέγραψαν στην Ουάσινγκτον τη συνθήκη INF, η οποία προέβλεπε την εξάλειψη ολόκληρης κατηγορίας πυρηνικών πυραύλων μέσου βεληνεκούς.

Ήταν ένα καθοριστικό βήμα για τη μείωση της πυρηνικής αντιπαράθεσης.

Από το Αφγανιστάν και το Τείχος του Βερολίνου στη διάλυση της ΕΣΣΔ

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του Γκορμπατσόφ ήταν ο πόλεμος στο Αφγανιστάν, όπου η Σοβιετική Ένωση είχε εμπλακεί από το 1979.

Οι ΗΠΑ είχαν διαθέσει σημαντική στρατιωτική βοήθεια και εκπαίδευση στους Μουτζαχεντίν, που πολεμούσαν τις σοβιετικές δυνάμεις.

Η σύγκρουση επιβάρυνε σοβαρά τη σοβιετική οικονομία και προκάλεσε μεγάλες ανθρώπινες απώλειες.

Το 1988 επιτεύχθηκε συμφωνία στη Γενεύη για την αποχώρηση των σοβιετικών στρατευμάτων, η οποία ολοκληρώθηκε στις 15 Φεβρουαρίου 1989.

Η αποχώρηση δεν έφερε ειρήνη στο Αφγανιστάν, καθώς οι συγκρούσεις συνεχίστηκαν μεταξύ της αφγανικής κομμουνιστικής κυβέρνησης και των ανταρτών.

Την ίδια χρονιά, οι αλλαγές στην Ανατολική Ευρώπη επιταχύνθηκαν.

Στην Πολωνία, το κίνημα «Αλληλεγγύη» του Λεχ Βαλέσα, που είχε ξεκινήσει από τα ναυπηγεία του Γκντανσκ το 1980, εξελίχθηκε σε βασική δύναμη αμφισβήτησης της κομμουνιστικής εξουσίας.

Στην Ουγγαρία, η πολιτική φιλελευθεροποίηση οδήγησε στο άνοιγμα των συνόρων με την Αυστρία, προσφέροντας διέξοδο σε χιλιάδες πολίτες της Ανατολικής Γερμανίας.

Μέχρι τον Αύγουστο του 1989, περισσότεροι από 6.000 άνθρωποι είχαν περάσει από την Ουγγαρία στην Αυστρία.

Η μαζική φυγή προκάλεσε τεράστια πίεση στο ανατολικογερμανικό καθεστώς.

Στις 9 Νοεμβρίου 1989, μια λανθασμένη ανακοίνωση του αξιωματούχου Γκύντερ Σαμπόφσκι σε συνέντευξη Τύπου δημιούργησε την εντύπωση ότι οι μετακινήσεις προς τη Δύση επιτρέπονταν αμέσως.

Χιλιάδες πολίτες συγκεντρώθηκαν στα σημεία διέλευσης και το Τείχος του Βερολίνου, που χώριζε την πόλη από το 1961, άρχισε να καταρρέει.

Η πτώση του έγινε το ισχυρότερο σύμβολο του τέλους της διαίρεσης της Ευρώπης.

Στη Ρουμανία, η αλλαγή ήταν πολύ πιο αιματηρή. Ο δικτάτορας Νικολάε Τσαουσέσκου αντιμετώπισε μαζική εξέγερση, η οποία ξεκίνησε από την Τιμισοάρα και εξαπλώθηκε στη χώρα.

Στις 25 Δεκεμβρίου 1989, ο Τσαουσέσκου και η σύζυγός του Έλενα εκτελέστηκαν.

Την ίδια ώρα, η Σοβιετική Ένωση αντιμετώπιζε βαθιά οικονομική κρίση. Η τεράστια στρατιωτική δαπάνη είχε αποδυναμώσει την παραγωγή βασικών αγαθών, ενώ αυξάνονταν οι ελλείψεις τροφίμων και οι κοινωνικές δυσκολίες.

Οι μεταρρυθμίσεις του Γκορμπατσόφ δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν γρήγορα τα προβλήματα.

Παράλληλα, οι σοβιετικές δημοκρατίες άρχισαν να διεκδικούν την ανεξαρτησία τους. Στη Λιθουανία, τη Γεωργία και άλλες περιοχές σημειώθηκαν διαδηλώσεις και βίαιες συγκρούσεις.

Τον Αύγουστο του 1991, σκληροπυρηνικά στελέχη του κομμουνιστικού καθεστώτος επιχείρησαν πραξικόπημα εναντίον του Γκορμπατσόφ.

Η απόπειρα κατέρρευσε μέσα σε περίπου 72 ώρες, με τον Μπόρις Γέλτσιν να αναδεικνύεται σε κεντρική μορφή της αντίστασης.

Στις 21 Δεκεμβρίου 1991, η συμφωνία της Άλμα Άτα επισφράγισε τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και τη δημιουργία ενός νέου πλαισίου συνεργασίας μεταξύ ανεξάρτητων κρατών.

Τέσσερις ημέρες αργότερα, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1991, ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ αποχώρησε από την εξουσία.

Η ΕΣΣΔ είχε πάψει να υπάρχει και ο Ψυχρός Πόλεμος είχε ολοκληρωθεί.

Η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης έφερε σημαντικές πολιτικές αλλαγές, αλλά δεν εξαφάνισε όλες τις συγκρούσεις που είχαν δημιουργηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες.

Η κορεατική χερσόνησος παρέμεινε διαιρεμένη, με την ανακωχή του 1953 να μην έχει αντικατασταθεί από συνθήκη ειρήνης, ενώ τα πυρηνικά όπλα συνέχισαν να αποτελούν βασικό παράγοντα της παγκόσμιας ασφάλειας.

Ο Ψυχρός Πόλεμος τελείωσε χωρίς μια γενικευμένη πυρηνική σύγκρουση ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις. Ωστόσο, οι πόλεμοι δι’ αντιπροσώπων, οι πολιτικές διώξεις και οι οικονομικές καταστροφές άφησαν πίσω τους εκατομμύρια θύματα και κοινωνίες που χρειάστηκαν δεκαετίες για να ανακάμψουν.