Πώς η CIA απέτυχε να αποτρέψει την 11η Σεπτεμβρίου – Ο πόλεμος στον Κόλπο, η άνοδος της Αλ Κάιντα και οι προειδοποιήσεις που αγνοήθηκαν
Η εισβολή του Σαντάμ Χουσεΐν στο Κουβέιτ, η σύγκρουση CIA και FBI, οι σχέσεις των ΗΠΑ με τη Σαουδική Αραβία και τα προειδοποιητικά σημάδια για τρομοκρατικές επιθέσεις πριν από το 2001
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης και το τέλος του Ψυχρού Πολέμου βρήκαν τις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών αντιμέτωπες με μια νέα πραγματικότητα. Έχοντας επικεντρωθεί επί δεκαετίες στην αντιμετώπιση της Μόσχας, η CIA έπρεπε πλέον να παρακολουθεί πολλαπλές απειλές, από το Ιράκ και το Ιράν μέχρι τη διεθνή τρομοκρατία. Ωστόσο, οι λανθασμένες εκτιμήσεις, οι εσωτερικές συγκρούσεις και η ανεπαρκής συνεργασία με το FBI αποδείχθηκαν σοβαρά εμπόδια, σε μια περίοδο που η Αλ Κάιντα του Οσάμα μπιν Λάντεν εξελισσόταν σε μεγάλη απειλή για τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Η πορεία προς τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 σημαδεύτηκε από επανειλημμένες προειδοποιήσεις, επιθέσεις εναντίον αμερικανικών στόχων και πληροφορίες που δεν αξιοποιήθηκαν αποτελεσματικά. Η βομβιστική επίθεση στο Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου το 1993, οι επιθέσεις στις αμερικανικές πρεσβείες στην Αφρική το 1998 και το χτύπημα στο αντιτορπιλικό USS Cole το 2000 είχαν ήδη δείξει ότι η απειλή ήταν πραγματική.
Παράλληλα, η αμερικανική εξωτερική πολιτική επηρεαζόταν από τις σχέσεις με τη Σαουδική Αραβία, τα πετρελαϊκά συμφέροντα και τις πολιτικές επιλογές των κυβερνήσεων του Τζορτζ Μπους του πρεσβύτερου, του Μπιλ Κλίντον και του Τζορτζ Μπους του νεότερου.

Η εισβολή στο Κουβέιτ και η κρίση στις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες
Τον Ιούλιο του 1990, η CIA παρακολουθούσε τη συγκέντρωση ιρακινών στρατευμάτων κοντά στα σύνορα με το Κουβέιτ. Δορυφορικές εικόνες και υποκλοπές επικοινωνιών αποκάλυπταν μετακινήσεις στρατιωτικών μονάδων, φορτηγών ανεφοδιασμού και καυσίμων.
Ωστόσο, η Ουάσινγκτον δυσκολευόταν να εκτιμήσει τις πραγματικές προθέσεις του Σαντάμ Χουσεΐν.
Ηγεσίες αραβικών κρατών διαβεβαίωναν την αμερικανική κυβέρνηση ότι ο Ιρακινός πρόεδρος δεν επρόκειτο να εισβάλει σε γειτονική αραβική χώρα και ότι οι στρατιωτικές κινήσεις αποτελούσαν μέσο πίεσης για την αύξηση της τιμής του πετρελαίου.
Μόλις 12 ώρες πριν από την εισβολή, ο αναπληρωτής διευθυντής της CIA, Ρίτσαρντ Κερ, προειδοποίησε ότι το Ιράκ θα επιτίθετο μέσα στις επόμενες 12 έως 24 ώρες.

Στις 2 Αυγούστου 1990, ο ιρακινός στρατός εισέβαλε στο Κουβέιτ και κατέλαβε τη χώρα.
Τέσσερις ημέρες αργότερα, ο Σαντάμ Χουσεΐν συναντήθηκε με Αμερικανό διπλωμάτη στη Βαγδάτη, προτείνοντας ουσιαστικά να διατηρήσει τον έλεγχο του Κουβέιτ με αντάλλαγμα τη διασφάλιση σταθερών προμηθειών πετρελαίου σε λογικές τιμές.
Η πρόταση δεν έγινε αποδεκτή.
Ακολούθησε ο Πόλεμος του Κόλπου, με τις συμμαχικές δυνάμεις να εκδιώκουν τον ιρακινό στρατό από το Κουβέιτ.
Παρά τη στρατιωτική νίκη, ο Τζορτζ Μπους ο πρεσβύτερος αποφάσισε να μην προχωρήσει στην ανατροπή του Σαντάμ Χουσεΐν.
Η αλλαγή καθεστώτος δεν αποτελούσε στόχο της στρατιωτικής επιχείρησης, καθώς μια τέτοια επιδίωξη θα μπορούσε να διαλύσει τη διεθνή συμμαχία που είχε συγκροτηθεί εναντίον του Ιράκ.
Τον Ιανουάριο του 1993, την προεδρία των ΗΠΑ ανέλαβε ο Μπιλ Κλίντον, σε μια περίοδο κατά την οποία η CIA προσπαθούσε να προσαρμοστεί στις νέες διεθνείς συνθήκες.
Οι σχέσεις του νέου προέδρου με τις υπηρεσίες πληροφοριών ήταν δύσκολες. Ο Κλίντον δεν έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις καθημερινές ενημερώσεις, ενώ ο νέος διευθυντής της CIA, Τζέιμς Γούλσεϊ, δυσκολευόταν να εξασφαλίσει πρόσβαση στον Λευκό Οίκο.
Ο ίδιος ανέφερε ότι συναντήθηκε με τον πρόεδρο μόλις δύο φορές μέσα σε δύο χρόνια, γεγονός που αποτύπωνε την περιορισμένη επικοινωνία ανάμεσα στην πολιτική ηγεσία και την υπηρεσία.
Στις 26 Φεβρουαρίου 1993, ένα φορτηγό παγιδευμένο με εκρηκτικά ανατινάχθηκε στο υπόγειο πάρκινγκ του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου στη Νέα Υόρκη.
Η επίθεση προκάλεσε έξι θανάτους και περίπου 1.000 τραυματισμούς, αποτελώντας μία από τις σοβαρότερες τρομοκρατικές ενέργειες που είχαν σημειωθεί έως τότε σε αμερικανικό έδαφος.
Η έρευνα αποκάλυψε σημαντικά προβλήματα συνεργασίας μεταξύ CIA και FBI.
Η CIA είχε αρμοδιότητα κυρίως για τις επιχειρήσεις πληροφοριών στο εξωτερικό, ενώ το FBI για τις έρευνες εντός των Ηνωμένων Πολιτειών. Αυτή η διάκριση δημιουργούσε κενά όταν οι τρομοκρατικές οργανώσεις δραστηριοποιούνταν ταυτόχρονα σε διαφορετικές χώρες.
Μετά την επίθεση κατασχέθηκαν μεγάλες ποσότητες εγγράφων στα αραβικά, αλλά δεν μεταφράστηκαν εγκαίρως, λόγω έλλειψης προσωπικού, πόρων και προτεραιότητας.
Την ίδια περίοδο, η CIA συγκλονίστηκε από την υπόθεση του Όλντριτς Έιμς, υψηλόβαθμου στελέχους της αντικατασκοπείας που εργαζόταν για τη Σοβιετική Ένωση από το 1985.
Ο Έιμς φέρεται να είχε λάβει περίπου 3 εκατομμύρια δολάρια, αποκαλύπτοντας στοιχεία για δεκάδες πράκτορες. Η δράση του συνδέθηκε με την εκτέλεση περίπου δέκα ανθρώπων από την KGB.
Η CIA δεν κατάφερε να τον εντοπίσει μέσω της εσωτερικής της έρευνας. Τελικά, το FBI ανέλαβε την υπόθεση και ο Έιμς συνελήφθη το 1994.
Η εξέλιξη επιδείνωσε την ήδη προβληματική σχέση των δύο υπηρεσιών, ενισχύοντας την αμοιβαία καχυποψία.
Η άνοδος του μπιν Λάντεν και οι προειδοποιήσεις πριν από την 11η Σεπτεμβρίου
Στα μέσα της δεκαετίας του 1990, οι αμερικανικές υπηρεσίες άρχισαν να στρέφουν την προσοχή τους στον Οσάμα μπιν Λάντεν και το δίκτυο της Αλ Κάιντα.
Ο Σαουδάραβας εξτρεμιστής είχε αναπτύξει διεθνείς διασυνδέσεις και βρισκόταν πλέον στο επίκεντρο των ερευνών για τη δράση ισλαμιστικών τρομοκρατικών οργανώσεων.
Παράλληλα, οι σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών με τη Σαουδική Αραβία δημιουργούσαν σοβαρά ερωτήματα για την αμερικανική πολιτική.

Πρώην στελέχη των υπηρεσιών πληροφοριών κατήγγειλαν ότι χρήματα από μέλη της σαουδαραβικής βασιλικής οικογένειας κατευθύνονταν προς εξτρεμιστικές οργανώσεις, ενώ οι αμερικανικές κυβερνήσεις απέφευγαν τη σύγκρουση με το Ριάντ λόγω της σημασίας του πετρελαίου.
Ο πρώην πράκτορας της CIA Ρόμπερτ Μπέιρ περιέγραψε επίσης τον ρόλο των πετρελαϊκών λόμπι στην αμερικανική πολιτική και κατήγγειλε πρακτικές χρηματοδότησης που εξασφάλιζαν πρόσβαση σε υψηλόβαθμους αξιωματούχους.
Οι καταγγελίες του αφορούσαν, μεταξύ άλλων, επιχειρηματίες που χρηματοδοτούσαν πολιτικές δραστηριότητες με αντάλλαγμα συναντήσεις και άλλες διευκολύνσεις.
Ο Μπέιρ υποστήριξε ότι οι αναφορές του προκάλεσαν αντιδράσεις στο εσωτερικό της CIA και ότι δέχθηκε πιέσεις όταν επιχείρησε να καταθέσει για τις συγκεκριμένες πρακτικές.
Την ίδια περίοδο, ο μπιν Λάντεν βρισκόταν στο Σουδάν.
Το 1996, η κυβέρνηση του Χαρτούμ επιδίωξε την απομάκρυνσή του και εξετάστηκε το ενδεχόμενο να παραδοθεί στη Σαουδική Αραβία ή στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι Σαουδάραβες δεν επιθυμούσαν την επιστροφή του, ενώ η αμερικανική πλευρά υποστήριξε ότι δεν διέθετε τότε επαρκή νομική βάση για τη σύλληψη και δίωξή του.
Τελικά, ο μπιν Λάντεν εγκατέλειψε το Σουδάν και κατευθύνθηκε στο Αφγανιστάν.
Η Ουάσινγκτον προσπάθησε να ενισχύσει τη συνεργασία CIA και FBI στον τομέα της αντιτρομοκρατίας, μετακινώντας στελέχη από τη μία υπηρεσία στην άλλη.
Ωστόσο, οι μεταξύ τους σχέσεις παρέμεναν δύσκολες, καθώς οι διαφορετικές αρμοδιότητες και η έλλειψη εμπιστοσύνης περιόριζαν την ανταλλαγή πληροφοριών.
Στις 7 Αυγούστου 1998, βομβιστικές επιθέσεις στις αμερικανικές πρεσβείες στην Κένυα και την Τανζανία προκάλεσαν 224 θανάτους, ανάμεσά τους 12 Αμερικανοί.
Ο μπιν Λάντεν αναδείχθηκε σε βασικό στόχο των αμερικανικών υπηρεσιών.
Τον Οκτώβριο του 2000, ακολούθησε επίθεση αυτοκτονίας εναντίον του αμερικανικού αντιτορπιλικού USS Cole, στο λιμάνι του Άντεν της Υεμένης.
Δεκαεπτά Αμερικανοί ναύτες σκοτώθηκαν και άλλοι 26 τραυματίστηκαν.
Οι επιθέσεις ενίσχυσαν τις ανησυχίες ότι η Αλ Κάιντα σχεδίαζε ακόμη μεγαλύτερα χτυπήματα.
Μετά την εκλογή του Τζορτζ Μπους του νεότερου το 2000, οι προειδοποιήσεις έγιναν εντονότερες.
Τον Μάρτιο του 2001, αμερικανική κυβερνητική επιτροπή δημοσίευσε έκθεση 150 σελίδων, στην οποία προειδοποιούσε για το ενδεχόμενο άμεσης τρομοκρατικής επίθεσης εναντίον Αμερικανών πολιτών στο εσωτερικό της χώρας.
Η έκθεση επισήμαινε ότι οι ΗΠΑ δεν διέθεταν επαρκώς συντονισμένο μηχανισμό αντιμετώπισης της απειλής.
Παράλληλα, υπήρχαν πληροφορίες για σχέδια αεροπειρατειών και ενδεχόμενη χρήση επιβατικών αεροσκαφών ως όπλων.
Πληροφορίες και προειδοποιήσεις είχαν φτάσει στις αμερικανικές υπηρεσίες από ξένες χώρες, μεταξύ των οποίων το Ισραήλ, η Ιορδανία, η Αίγυπτος και η Γαλλία.
Ιδιαίτερη σημασία είχε η περίπτωση του Ζακαρίας Μουσαουί, για τον οποίο οι γαλλικές υπηρεσίες είχαν διαβιβάσει στοιχεία στο FBI τον Αύγουστο του 2001, επισημαίνοντας τις σχέσεις του με την Αλ Κάιντα.
Οι πληροφορίες αυτές δεν αξιοποιήθηκαν αποτελεσματικά από τους αρμόδιους πράκτορες στη Μινεάπολη.
Υπήρχαν επίσης αναφορές για πρόσωπα που παρακολουθούσαν μαθήματα πτήσης στις Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να ενδιαφέρονται για όλες τις διαδικασίες χειρισμού και προσγείωσης αεροσκαφών.
Ωστόσο, τα στοιχεία δεν συνδυάστηκαν εγκαίρως ώστε να σχηματιστεί σαφής εικόνα του σχεδιαζόμενου χτυπήματος.
Η έλλειψη κοινών πληροφοριακών συστημάτων, η δυσπιστία μεταξύ CIA και FBI και οι διαφορετικές υπηρεσιακές προτεραιότητες εμπόδιζαν τη συνολική αξιολόγηση των προειδοποιήσεων.
Ο Ρόμπερτ Μπέιρ υποστήριξε ότι είχε λάβει πληροφορίες για σχέδια αεροπειρατειών από επαφές του στη Μέση Ανατολή και ότι η αμερικανική γραφειοκρατία δεν αντιμετώπισε με την απαιτούμενη σοβαρότητα τον κίνδυνο.
Το πρωί της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, ο Τζορτζ Μπους βρισκόταν στη Φλόριντα, όπου επρόκειτο να επισκεφθεί σχολείο στη Σαρασότα.
Εκείνη την ώρα, η επίθεση που οι αμερικανικές υπηρεσίες φοβούνταν επί χρόνια είχε ήδη αρχίσει να εκδηλώνεται.
Η 11η Σεπτεμβρίου αποκάλυψε τα όρια ενός συστήματος πληροφοριών που διέθετε πολλές επιμέρους προειδοποιήσεις, αλλά δεν κατάφερε να τις συνδέσει και να αποτρέψει την επίθεση.
Η μετάβαση από τον Ψυχρό Πόλεμο στη νέα εποχή της διεθνούς τρομοκρατίας είχε αποδειχθεί πολύ πιο δύσκολη από όσο περίμεναν οι αμερικανικές κυβερνήσεις, με τις συνέπειες αυτής της αποτυχίας να επηρεάζουν καθοριστικά την πορεία των Ηνωμένων Πολιτειών τα επόμενα χρόνια.

