Οι άνδρες που κυβέρνησαν τη Μαφία της Νέας Υόρκης: Οι πόλεμοι, οι προδοσίες και η πτώση των πέντε οικογενειών

Από τον Βίτο Τζενοβέζε και τον Κάρλο Γκαμπίνο μέχρι τον Τζο Κολόμπο, τον Τζον Γκότι και τον Τζόζεφ Μασίνο – Πώς οι ισχυρότεροι νονοί της Νέας Υόρκης έχτισαν μια εγκληματική αυτοκρατορία και πώς οι επιλογές τους άρχισαν να τη διαλύουν

Οι άνδρες που κυβέρνησαν τη Μαφία της Νέας Υόρκης: Οι πόλεμοι, οι προδοσίες και η πτώση των πέντε οικογενειών

Για δεκαετίες, οι πέντε οικογένειες της Μαφίας της Νέας Υόρκης αποτέλεσαν έναν από τους ισχυρότερους μηχανισμούς οργανωμένου εγκλήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι άνθρωποι που βρέθηκαν στην κορυφή τους έλεγχαν παράνομο τζόγο, τοκογλυφία, εκβιασμούς, συνδικάτα, επιχειρήσεις και, αργότερα, τεράστια δίκτυα διακίνησης ναρκωτικών.

σχετικά άρθρα

Στα τέλη της δεκαετίας του 1950, οι οικογένειες διοικούνταν από τους Τζο Μπονάνο, Τόμι Λουκέζε, Κάρλο Γκαμπίνο, Τζο Προφάτσι και Βίτο Τζενοβέζε. Η ισορροπία ανάμεσά τους στηριζόταν στην Commission, το όργανο που είχε δημιουργηθεί ώστε οι μεγάλες διαφορές να λύνονται χωρίς πολέμους που θα έθεταν σε κίνδυνο ολόκληρη την οργάνωση.

Η σχετική ειρήνη, όμως, δεν κράτησε.

Ο Βίτο Τζενοβέζε ήταν ένας από τους πιο σκληρούς και φιλόδοξους νονούς της εποχής. Για χρόνια βρισκόταν κάτω από τον Φρανκ Κοστέλο, ο οποίος είχε αναλάβει την οικογένεια το 1937 και εκπροσωπούσε ένα διαφορετικό μοντέλο εξουσίας.

Ο Κοστέλο εμφανιζόταν περισσότερο ως επιχειρηματίας. Φορούσε ακριβά κοστούμια, είχε σχέσεις με πολιτικούς και ανθρώπους της υψηλής κοινωνίας και προτιμούσε την επιρροή από την ωμή βία. Ο Τζενοβέζε ήταν πιο επιθετικός και θεωρούσε ότι η θέση του αφεντικού έπρεπε να είναι δική του.

Η σύγκρουση κορυφώθηκε όταν ο Βίνσεντ Τζιγκάντε, προστατευόμενος του Τζενοβέζε, επιχείρησε να δολοφονήσει τον Κοστέλο έξω από το διαμέρισμά του. Η σφαίρα τον τραυμάτισε χωρίς να τον σκοτώσει.

Ο Κοστέλο αρνήθηκε αργότερα να αναγνωρίσει τον δράστη και τελικά αποσύρθηκε από την ηγεσία, παραδίδοντας ουσιαστικά τον έλεγχο στον Τζενοβέζε. Η κίνηση αυτή δεν έμεινε χωρίς αντιδράσεις, καθώς άλλοι ισχυροί νονοί θεωρούσαν ότι ο Τζενοβέζε είχε παραβιάσει τους άγραφους κανόνες της οργάνωσης.

Την ίδια εποχή, ο Τζο Μπονάνο επιχειρούσε να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη δική του θέση. Μετά την ένταση που προκάλεσε η επίθεση στον Κοστέλο, εμφανίστηκε ως μεσολαβητής και άρχισε να παρουσιάζει τον εαυτό του ως έναν από τους βασικούς ρυθμιστές της Commission.

Η μεγάλη επιχειρηματική ευκαιρία εκείνης της περιόδου ήταν η ηρωίνη.

Παρότι η Μαφία επισήμως υποστήριζε ότι τα ναρκωτικά παραβίαζαν τους κανόνες της, τα τεράστια κέρδη αποδείχθηκαν ισχυρότερο κίνητρο. Ο Μπονάνο συμμετείχε σε συναντήσεις στη Σικελία με στόχο τη δημιουργία ενός διατλαντικού δικτύου διακίνησης.

Το σχέδιο προέβλεπε ότι οι Σικελοί θα μετέφεραν την ηρωίνη στις Ηνωμένες Πολιτείες και οι αμερικανικές οικογένειες θα τους καθοδηγούσαν σχετικά με τις αγορές και τη διανομή.

Το εμπόριο ναρκωτικών εξελίχθηκε σε τεράστια πηγή κερδών, αλλά μακροπρόθεσμα έγινε και ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους για τη Μαφία. Οι βαριές ποινές για τα ναρκωτικά αύξησαν τις πιέσεις στα μέλη και δημιούργησαν περισσότερα κίνητρα για συνεργασία με τις Αρχές.

Ένα από τα πρώτα και σημαντικότερα πλήγματα στον κώδικα σιωπής ήρθε από τον Τζόζεφ Βαλάτσι.

Ο Βαλάτσι ήταν μέλος της οικογένειας Τζενοβέζε και βρέθηκε στην ίδια φυλακή με τον Βίτο Τζενοβέζε. Πείστηκε ότι το αφεντικό είχε αποφασίσει να τον δολοφονήσει επειδή φοβόταν ότι θα συνεργαζόταν με τις Αρχές.

Πιστεύοντας ότι ένας άλλος κρατούμενος είχε αναλάβει να τον σκοτώσει, ο Βαλάτσι τού επιτέθηκε με μεταλλικό σωλήνα και τον σκότωσε. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι είχε σκοτώσει τον λάθος άνθρωπο.

Αντιμέτωπος με ακόμη μεγαλύτερη ποινή, αποφάσισε να συνεργαστεί με το FBI.

Το 1963, ενώπιον επιτροπής της Γερουσίας, αποκάλυψε δημόσια τη δομή της Cosa Nostra, τις πέντε οικογένειες, την Commission, τους caporegime, τους στρατιώτες, τις τελετές μύησης και τον κώδικα της omertà.

Ήταν μια από τις πρώτες φορές που το αμερικανικό κοινό απέκτησε τόσο σαφή εικόνα για το πώς λειτουργούσε εσωτερικά η Μαφία.

Από τον Κολόμπο και τον Γκάλο στον «Dapper Don» Τζον Γκότι

Η επόμενη γενιά των αφεντικών έφερε ακόμη μεγαλύτερη δημοσιότητα και ακόμη περισσότερη βία.

Ο Τζόζεφ Κολόμπο ανέλαβε την οικογένεια που έφερε αργότερα το όνομά του σε μια περίοδο εσωτερικών συγκρούσεων. Ήταν διαφορετικός από τους παλαιότερους νονούς, καθώς δεν απέφευγε τα μέσα ενημέρωσης. Αντίθετα, τα χρησιμοποιούσε.

Παρουσίαζε δημόσια τον εαυτό του ως επιχειρηματία και υποστήριζε ότι οι Ιταλοαμερικανοί γίνονταν στόχος προκατάληψης και παρενοχλήσεων από το FBI. Δημιούργησε την Italian-American Civil Rights League και εμφανιζόταν ακόμη και σε τηλεοπτικές εκπομπές, αρνούμενος ότι υπήρχε Μαφία.

Πίσω από τη δημόσια εικόνα, όμως, η οικογένειά του εξακολουθούσε να δραστηριοποιείται σε τοκογλυφία, παράνομο τζόγο, εκβιασμούς και συνδικαλιστικές δραστηριότητες.

Η αυξανόμενη δημοσιότητα άρχισε να προκαλεί ανησυχία στα άλλα αφεντικά, που θεωρούσαν ότι η έκθεση στα μέσα έφερνε ανεπιθύμητη προσοχή από τις Αρχές.

Το 1971, ενώ ο Κολόμπο συμμετείχε σε μεγάλη δημόσια συγκέντρωση, ένας ένοπλος τον πλησίασε και τον πυροβόλησε τρεις φορές. Ο Κολόμπο επέζησε, αλλά έμεινε σε πολύ βαριά κατάσταση.

Οι υποψίες στράφηκαν γρήγορα προς τον «Crazy Joe» Γκάλο, τον πιο απρόβλεπτο αντίπαλο της οικογένειας Κολόμπο.

Ο Γκάλο είχε ήδη συμμετάσχει σε εσωτερικούς πολέμους και μετά την αποφυλάκισή του απέκτησε σχεδόν διασημότητα στη Νέα Υόρκη. Κυκλοφορούσε σε καλλιτεχνικούς και κοινωνικούς κύκλους, συναναστρεφόταν προσωπικότητες της πόλης και δεν έδειχνε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να κρυφτεί, παρότι γνώριζε ότι υπήρχε συμβόλαιο θανάτου εναντίον του.

Στις 7 Απριλίου 1972, στα 43α γενέθλιά του, βγήκε για να γιορτάσει στο Copacabana και αργότερα κατέληξε με την παρέα του στο Umberto’s Clam House στο Little Italy.

Ένοπλος μπήκε στο εστιατόριο από πλαϊνή είσοδο και άνοιξε πυρ. Ο Γκάλο τραυματίστηκε, προσπάθησε να βγει έξω και κατέρρευσε νεκρός στον δρόμο.

Η βία των δεκαετιών του 1960 και του 1970 έδειχνε πλέον ότι οι κανόνες που είχαν κρατήσει για χρόνια τις οικογένειες σχετικά σταθερές είχαν αρχίσει να διαλύονται.

Στη δεκαετία του 1980, η Μαφία απέκτησε έναν ακόμη αρχηγό που αψηφούσε την παράδοση της διακριτικότητας: τον Τζον Γκότι.

Ο Γκότι είχε ξεκινήσει από μικροκλοπές και βίαιες εγκληματικές δραστηριότητες και εξελίχθηκε σε σημαντικό στέλεχος της οικογένειας Γκαμπίνο.

Όταν ο Κάρλο Γκαμπίνο πέθανε, όρισε διάδοχό του τον Πολ Καστελάνο, παρακάμπτοντας τον Νιλ Ντελακρότσε, μέντορα του Γκότι. Η σχέση ανάμεσα στον Γκότι και τον Καστελάνο ήταν από την αρχή προβληματική και επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο λόγω της εμπλοκής μελών της ομάδας του Γκότι στο εμπόριο ναρκωτικών.

Τον Δεκέμβριο του 1985, ο Καστελάνο δολοφονήθηκε έξω από εστιατόριο στο Μανχάταν και ο Γκότι ανέλαβε τον έλεγχο της οικογένειας Γκαμπίνο.

Η άνοδός του άλλαξε την εικόνα του Αμερικανού μαφιόζου.

Ο Γκότι αγαπούσε τις κάμερες, φορούσε πανάκριβα κοστούμια και εμφανιζόταν συχνά στα πρωτοσέλιδα. Τα μέσα τον αποκαλούσαν «Dapper Don», ενώ η δημοσιότητά του τον μετέτρεψε σε έναν παράδοξο λαϊκό celebrity.

Άλλοι αρχηγοί δεν συμμερίζονταν αυτή την προσέγγιση.

Ο Τζόζεφ Μασίνο, που αναδείχθηκε στην οικογένεια Μπονάνο, αντιπροσώπευε το αντίθετο μοντέλο. Προτιμούσε να παραμένει μακριά από τα φώτα και θεωρούσε ότι η επιδεικτική συμπεριφορά του Γκότι έβλαπτε ολόκληρη τη Cosa Nostra.

Παρά τις συλλήψεις και τις καταδίκες σημαντικών στελεχών, οι οικογένειες συνέχισαν κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 να αντλούν τεράστια ποσά από τη νόμιμη οικονομία της Νέας Υόρκης.

Η βασική μέθοδος ήταν ο λεγόμενος «mob tax», δηλαδή η επιβολή άτυπου φόρου σε επιχειρήσεις και ολόκληρους κλάδους μέσω εκβιασμών, ελέγχου συνδικάτων και συμφωνιών καθορισμού τιμών.

Η Μαφία είχε διεισδύσει μεταξύ άλλων στη βιομηχανία ένδυσης, στην αποκομιδή απορριμμάτων, στις κατασκευές, στην τοποθέτηση παραθύρων, στις αγορές τροφίμων, στους χώρους στάθμευσης και σε τμήματα της κινηματογραφικής βιομηχανίας.

Μόνο στην ιδιωτική αποκομιδή απορριμμάτων αναφέρονταν κέρδη εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων, ενώ οι Νεοϋορκέζοι πλήρωναν σημαντικά υψηλότερες τιμές εξαιτίας του ελέγχου της αγοράς.

Παράλληλα, διαδεδομένες ήταν οι λεγόμενες «no-show jobs». Μέλη των οικογενειών αποκτούσαν καλά αμειβόμενες θέσεις σε επιχειρήσεις ή συνδικάτα χωρίς να χρειάζεται πραγματικά να εμφανίζονται στη δουλειά.

Ο Ρίτσαρντ Κανταρέλα, καπετάνιος της οικογένειας Μπονάνο, είχε μια τέτοια θέση στη New York Post και στη συνέχεια επεκτάθηκε σε χώρους στάθμευσης, φτάνοντας να ελέγχει 22 διαφορετικές τοποθεσίες.

Ο πλούτος, το κύρος και η κοινωνική επιρροή που συνόδευαν αυτή τη ζωή εξακολουθούσαν να προσελκύουν την επόμενη γενιά. Ο γιος του Κανταρέλα, Πολ, μεγάλωσε βλέποντας τα χρήματα, τα ακριβά αυτοκίνητα και τον σεβασμό που απολάμβανε ο πατέρας του και τελικά μυήθηκε και ο ίδιος στην οικογένεια.

Η τελετή έγινε στο υπόγειο του σπιτιού της μητέρας του, παρουσία του Μασίνο και άλλων στελεχών. Οι κανόνες ήταν σαφείς: απόλυτη πίστη στην οικογένεια, υπακοή στην ιεραρχία και καμία ερώτηση όταν κάποιος εξαφανιζόταν.

Αυτό το μοντέλο είχε επιτρέψει στις πέντε οικογένειες να κυριαρχήσουν για δεκαετίες στη Νέα Υόρκη. Ταυτόχρονα, όμως, οι ίδιοι οι άνθρωποι που τις διοικούσαν άρχισαν να υπονομεύουν τους βασικούς μηχανισμούς που τις είχαν κάνει ισχυρές.

Οι εσωτερικές δολοφονίες, η δημόσια επίδειξη δύναμης, το εμπόριο ναρκωτικών, οι συγκρούσεις μεταξύ αφεντικών και κυρίως η σταδιακή κατάρρευση της omertà έδωσαν στις Αρχές όλο και περισσότερα όπλα.

Η ιστορία των Τζενοβέζε, Μπονάνο, Γκαμπίνο, Κολόμπο, Γκάλο, Γκότι και Μασίνο είναι έτσι και η ιστορία της ίδιας της αμερικανικής Μαφίας: μιας οργάνωσης που απέκτησε τεράστια δύναμη χάρη στη μυστικότητα και την πειθαρχία της, αλλά άρχισε να αποδυναμώνεται όταν οι άνθρωποι στην κορυφή παραβίασαν ακριβώς αυτούς τους κανόνες.