Τέλος εποχής για το ελεύθερο εμπόριο καθώς η Ευρώπη επιλέγει τον σκληρό προστατευτισμό

Η σταδιακή αποβιομηχάνιση, η ενεργειακή κρίση και η κινεζική επέλαση αναγκάζουν τις Βρυξέλλες να υιοθετήσουν το γαλλικό όραμα για το made in Europe, προκαλώντας ωστόσο ισχυρές εσωτερικές αναταράξεις.

Τέλος εποχής για το ελεύθερο εμπόριο καθώς η Ευρώπη επιλέγει τον σκληρό προστατευτισμό

Όποιος παρατηρεί προσεκτικά τους ευρωπαϊκούς τίτλους ειδήσεων το τελευταίο διάστημα, διαπιστώνει εύκολα ότι μια τεκτονική αλλαγή συντελείται αυτή τη στιγμή στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μπλοκ κινείται πλέον αποφασιστικά προς τη μείωση της εξάρτησής του από ξένες δυνάμεις, σε ένα ευρύ φάσμα τομέων που ξεκινά από την τεχνολογία και την άμυνα και φτάνει μέχρι τα συστήματα πληρωμών.

σχετικά άρθρα

Μόλις την περασμένη εβδομάδα, έπειτα από χρόνια έντονων συζητήσεων και ασφυκτικών πιέσεων από την πλευρά της Γαλλίας, οι Ευρωπαίοι ηγέτες συμφώνησαν να στηρίξουν ένα νέο, καθαρά προστατευτικό σχέδιο με την ονομασία made in Europe. Ο κεντρικός στόχος είναι ξεκάθαρος: η δραστική μείωση της εξάρτησης της Ευρώπης από εξωτερικούς εμπορικούς εταίρους, με κύρια στόχαστρα τις ΗΠΑ και την Κίνα. Το σχέδιο αυτό προβλέπει την ισχυρή στήριξη των εγχώριων ευρωπαϊκών βιομηχανιών μέσω κρατικών επιδοτήσεων και την επιβολή αυστηρών κανόνων προτίμησης ευρωπαϊκών προϊόντων στις δημόσιες συμβάσεις.

Το γαλλικό όραμα για την ευρωπαϊκή κυριαρχία

Για να κατανοήσουμε τη δυναμική αυτής της απόφασης, πρέπει να ανατρέξουμε στο παρασκήνιο της ανάπτυξης αυτής της πρωτοβουλίας, η οποία φέρει έντονα τη γαλλική σφραγίδα. Εδώ και πάνω από μια δεκαετία, το Παρίσι πιέζει συστηματικά για κάποιου είδους νομοθεσία που θα επιβάλλει την αγορά ευρωπαϊκών προϊόντων. Ήδη από το 2012, ο τότε Γάλλος πρόεδρος Νικολά Σαρκοζί είχε ζητήσει μια Πράξη Αγοράς Ευρωπαϊκών Προϊόντων, στα πρότυπα του αμερικανικού νόμου Buy American Act.

Understanding Buy America Act vs Buy American Act

Η ιδέα επανήλθε δυναμικά στο προσκήνιο το 2017, όταν ο Εμανουέλ Μακρόν, στην ιστορική ομιλία του στη Σορβόννη, ζήτησε ένα νέο δόγμα ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Επρόκειτο για μια ολοκληρωμένη στρατηγική που στόχευε στη μείωση της εξάρτησης του μπλοκ από ξένες δυνάμεις σε τομείς κρίσιμης σημασίας, όπως η άμυνα, η ενέργεια και η τεχνολογία.

Ο Μακρόν υποστήριξε τότε, και συνεχίζει να υποστηρίζει μέχρι σήμερα, ότι η ανακατεύθυνση της ευρωπαϊκής ζήτησης προς ευρωπαϊκές εταιρείες σε αυτούς τους στρατηγικούς τομείς θα τις βοηθούσε να αναπτυχθούν. Αυτό, με τη σειρά του, θα μείωνε την εξάρτηση της Ευρώπης από ισχυρούς παίκτες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες, βελτιώνοντας τη λεγόμενη στρατηγική αυτονομία της Γηραιάς Ηπείρου.

Η γερμανική αυταπάτη και η υπερεξάρτηση από τις εξαγωγές

Σε ένα ευρύτερο μακροοικονομικό πλαίσιο, υπήρχε πάντα η ελπίδα ότι μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να μειώσει την τεράστια εξάρτηση της Ευρώπης από τις εξαγωγές. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εξαγωγική της δραστηριότητα για να τροφοδοτήσει την οικονομία της, γεγονός που αποδεικνύεται από τα επίμονα εμπορικά πλεονάσματα που καταγράφει σταθερά από το 2008.

Αν και αυτό αντανακλά τη διεθνή ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών, ταυτόχρονα αφήνει την ευρωπαϊκή οικονομία εξαιρετικά ευάλωτη σε επιβραδύνσεις της ευρύτερης παγκόσμιας οικονομίας ή σε προστατευτικές πολιτικές που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες, οι οποίες μειώνουν αυτόματα τη ζήτηση για ευρωπαϊκά προϊόντα. Θεωρητικά, μια πρωτοβουλία προτίμησης ευρωπαϊκών προϊόντων θα μπορούσε να θωρακίσει την ήπειρο από τις παγκόσμιες οικονομικές αναταράξεις.

Παρά τη γαλλική υποστήριξη, η ιδέα δεν προχώρησε για χρόνια, κυρίως επειδή ο άλλος μεγάλος παίκτης της ΕΕ, η Γερμανία, δεν ήταν καθόλου πρόθυμη να την αποδεχτεί. Η γερμανική πολιτική ελίτ, παραδοσιακά προσηλωμένη στο ελεύθερο εμπόριο, έβλεπε την πρωτοβουλία ως ένα επικίνδυνο προστατευτικό πείραμα. Επιπλέον, το Βερολίνο αισθανόταν εξαιρετικά άνετα με τη δική του οικονομική υπερεξάρτηση από τις εξαγωγές, την οποία θεωρούσε αδιάσειστη απόδειξη της βιομηχανικής του υπεροχής.

Η ρωσική εισβολή και η κινεζική επέλαση αλλάζουν τα δεδομένα

Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, το σκηνικό έχει ανατραπεί. Η ιδέα έχει αποκτήσει ξανά τεράστια δυναμική, αυτή τη φορά υποκινούμενη από τους έντονους φόβους για την αποβιομηχάνιση στην παραγωγική βιομηχανία της ΕΕ, αξίας 2,58 τρισεκατομμυρίων ευρώ, η οποία θεωρούνταν για δεκαετίες η ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Βιομηχανία: Αύξηση 8,8% ετησίως στις τιμές παραγωγού τον Ιούνιο - Άνοδος 16, 2% στην εξωτερική αγορά

Τα νούμερα είναι αμείλικτα: στις αρχές του αιώνα, η ΕΕ αντιπροσώπευε περίπου το 25% της παγκόσμιας μεταποιητικής παραγωγής. Σήμερα, το μερίδιο αυτό έχει κατακρημνιστεί στο 16%. Η αποβιομηχάνιση της Ευρώπης επιταχύνθηκε δραματικά μετά την πλήρους κλίμακας εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022. Ο πόλεμος αποκάλυψε με τον πιο σκληρό τρόπο τον βαθμό στον οποίο μεγάλα τμήματα της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης, ιδίως οι ενεργοβόρες βιομηχανίες όπως τα χημικά, ο χάλυβας και το γυαλί, εξαρτιόνταν απολύτως από το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο.

Ταυτόχρονα, οι Ευρωπαίοι κατασκευαστές βρέθηκαν συμπιεσμένοι από μια πλημμύρα φθηνών κινεζικών προϊόντων στην παγκόσμια αγορά. Αυτό δεν περιορίστηκε σε φθηνά καταναλωτικά αγαθά, αλλά επεκτάθηκε στην κατασκευή υψηλής τεχνολογίας, όπως τα ηλιακά πάνελ και τα ηλεκτρικά οχήματα. Παράλληλα, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα από την άνοδο του προστατευτισμού σε όλο τον κόσμο, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ.

Το σχέδιο για το νέο βιομηχανικό μοντέλο της Ευρώπης

Αυτή η τέλεια καταιγίδα ήταν καταστροφική για την ευρωπαϊκή βιομηχανία στο σύνολό της, αλλά κυρίως για τη γερμανική βιομηχανία, η οποία βασιζόταν περισσότερο από κάθε άλλη στο ρωσικό αέριο και ήταν βαθιά αλληλένδετη με την Κίνα. Αυτός είναι και ο βασικός λόγος για τον οποίο η Γερμανία άρχισε αθόρυβα να αλλάζει στάση και να ευθυγραμμίζεται με το γαλλικό σχέδιο.

Οι ανησυχίες αυτές επιδεινώθηκαν από τη συνειδητοποίηση ότι η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να βασίζεται αποκλειστικά στις ΗΠΑ για την ασφάλειά της και, συνεπώς, χρειάζεται τη δική της ισχυρή βιομηχανική ικανότητα για καθαρά αμυντικούς λόγους.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Στεφάν Σεζουρνέ, Επίτροπος της ΕΕ για την εσωτερική αγορά και μέλος του κόμματος του Μακρόν, δημοσίευσε πρόσφατα ένα άρθρο παρέμβασης το οποίο συνυπέγραψαν περισσότερες από 1.000 ευρωπαϊκές εταιρείες. Το κείμενο καλούσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να υιοθετήσει επίσημα την ευρωπαϊκή προτίμηση στις δημόσιες συμβάσεις και στη βιομηχανική πολιτική. Ο Σεζουρνέ έθεσε την ανταγωνιστικότητα στο επίκεντρο της γεωπολιτικής στρατηγικής της Ευρώπης, υποστηρίζοντας ότι η προνομιακή μεταχείριση των Ευρωπαίων παραγωγών είναι απολύτως αναγκαία για την προστασία της βιομηχανίας από τους ολοένα και πιο επιθετικούς παγκόσμιους ανταγωνιστές.

Η Γαλλία προτείνει τον Στεφάν Σεζουρνέ ως Ευρωπαίο Επίτροπο μετά την παραίτηση Μπρετόν | Euronews

Αυστηροί κανόνες και το στοίχημα του 2035

Σε πρόσφατη συνάντηση των ηγετών της ΕΕ στο Βέλγιο, τα κράτη-μέλη υποστήριξαν τα σχέδια για μια νέα νομοθετική πράξη επιτάχυνσης της βιομηχανίας, η οποία αναμένεται να παρουσιαστεί επίσημα στις 25 Φεβρουαρίου. Η πρόταση αυτή φέρνει τα πάνω κάτω: καθιερώνει ελάχιστα όρια για τα ευρωπαϊκής κατασκευής εξαρτήματα σε στρατηγικής σημασίας τεχνολογίες, συμπεριλαμβανομένων των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, των μπαταριών και των ηλεκτρικών οχημάτων, ως απαραίτητη προϋπόθεση για την πρόσβαση σε κρατικές επιδοτήσεις.

Σε ορισμένους κρίσιμους τομείς, τα όρια εγχώριας συμμετοχής που βρίσκονται υπό συζήτηση αγγίζουν ακόμη και το 70%. Αυτές οι αυστηρές διατάξεις περί made in Europe έχουν έναν πολύ φιλόδοξο στόχο: να αυξήσουν το μερίδιο της μεταποίησης στην οικονομία της ΕΕ από περίπου 14% που είναι σήμερα, στο 20% έως το 2035, μειώνοντας δραστικά την εξάρτηση του μπλοκ από τρίτες χώρες για κρίσιμες τεχνολογίες και πρώτες ύλες.

Οι εσωτερικές αντιδράσεις και το ρίσκο του πληθωρισμού

Παρά τη φαινομενική συμφωνία, η κατάσταση στο εσωτερικό της Ευρώπης απέχει πολύ από το να είναι ρόδινη. Ο καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, τάσσεται υπέρ μιας ευρύτερης προσέγγισης made with Europe, σε αντίθεση με το στενό made in Europe του Μακρόν. Η γερμανική πρόταση θα επέκτεινε τη συμμετοχή στις χώρες του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, δηλαδή στην ΕΕ συν τη Νορβηγία, την Ισλανδία και το Λιχτενστάιν, ενώ ο Μερτς πιέζει να συμπεριληφθούν και άλλοι εμπορικοί εταίροι και ομοϊδεάτιδες χώρες.

Οι εκκλήσεις της Γερμανίας για μεγαλύτερη ανοιχτότητα βρίσκουν υποστηρικτές σε άλλες εξωστρεφείς οικονομίες, όπως αυτές της Σκανδιναβίας και των χωρών της Βαλτικής. Αυτά τα κράτη-μέλη προειδοποιούν ότι η απότομη στροφή προς τον προστατευτισμό θα επιβραδύνει το εμπόριο αντί να το διευκολύνει, καταστρατηγώντας τις ίδιες τις αρχές της Ενιαίας Αγοράς. Φοβούνται ότι τα προστατευτικά εμπόδια θα διώξουν τις επενδύσεις από την Ευρώπη και θα απομονώσουν τους συμμάχους της ΕΕ.

Ένας άλλος τεράστιος κίνδυνος που επισημαίνεται είναι ότι ο εξαναγκασμός των ευρωπαϊκών εταιρειών να χρησιμοποιούν αποκλειστικά ευρωπαϊκά εξαρτήματα θα εκτοξεύσει το κόστος παραγωγής και θα πυροδοτήσει νέο κύμα πληθωρισμού, καθώς το σχέδιο επιδιώκει εκ των πραγμάτων να αποκλείσει τις φθηνότερες επιλογές από το εξωτερικό. Οι Ευρωπαίοι καταναλωτές θα κληθούν, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, να πληρώσουν το μάρμαρο για να καταστεί βιώσιμη η ευρωπαϊκή παραγωγή.

Το αναπόφευκτο τέλος μιας εποχής για την ευρωπαϊκή οικονομία

Οι επικριτές του σχεδίου υποστηρίζουν ότι η ΕΕ θα ήταν προτιμότερο να επικεντρωθεί σε εσωτερικές μεταρρυθμίσεις για να κάνει την οικονομία της πιο αποδοτική: κατάργηση των εμπορικών εμποδίων μεταξύ των κρατών-μελών, ενοποίηση των κεφαλαιαγορών και αυστηρός περιορισμός των κρατικών ενισχύσεων μόνο σε περιπτώσεις ξεκάθαρης αποτυχίας της αγοράς.

Ωστόσο, παρά τις αντιδράσεις και τις λεπτομέρειες που μένει να ρυθμιστούν, η παγκόσμια γεωπολιτική πραγματικότητα δείχνει τον δρόμο. Η επικράτηση παρόμοιων προστατευτικών μέτρων σε άλλες μεγάλες οικονομίες του πλανήτη καθιστά κάποιας μορφής πολιτική made in Europe –ή made with Europe– απολύτως αναπόφευκτη. Η εποχή της παγκοσμιοποίησης χωρίς όρια και του ανεξέλεγκτου ελεύθερου εμπορίου φαίνεται πως έχει κλείσει οριστικά τον κύκλο της, και η Ευρώπη καλείται πλέον να προσαρμοστεί στους νέους, σκληρούς κανόνες του παιχνιδιού.