Το ψηφιακό cd και η βιομηχανία της διασκέδασης
17 Αυγούστου 1982
Στις 17 Αυγούστου 1982, σε ένα εργοστάσιο της Philips στο Ανόβερο της Γερμανίας, βγήκε από τη γραμμή παραγωγής το πρώτο εμπορικό Compact Disc (CD), φέρνοντας τα πάνω-κάτω στην παγκόσμια βιομηχανία του θεάματος. Η ψηφιοποίηση του φυσικού μέσου δεν αποτέλεσε απλώς μια νίκη της ποιότητας ήχου, αλλά μια κολοσσιαία μακροοικονομική ανατροπή που αύξησε κατακόρυφα τα περιθώρια κέρδους. Το οριακό κόστος (marginal cost) για την παραγωγή και την αναπαραγωγή της μουσικής κατέρρευσε σε σύγκριση με το βινύλιο, ενώ η λιανική τιμή του προϊόντος παρέμεινε εξαιρετικά υψηλή. Αυτό το άνοιγμα της ψαλίδας (spread) μεταξύ κόστους παραγωγής και τιμής πώλησης επέτρεψε στις μεγάλες δισκογραφικές εταιρείες να συσσωρεύσουν αμύθητο κεφάλαιο.
Ωστόσο, η ίδια η τεχνολογία που έχτισε αυτά τα ολιγοπώλια, έμελλε να τα καταστρέψει. Η μετάβαση στην ψηφιακή πληροφορία άνοιξε το κουτί της Πανδώρας, προλειαίνοντας το έδαφος για την πειρατεία (Napster) και την τελική κυριαρχία των σημερινών ψηφιακών μονοπωλίων της Σίλικον Βάλεϊ (όπως το Spotify και η Apple). Σήμερα, η μουσική –όπως και κάθε άλλη μορφή πληροφορίας– διακινείται μέσω άυλων ψηφιακών εφοδιαστικών αλυσίδων, με τα έσοδα να καταλήγουν σχεδόν αποκλειστικά στους παρόχους των υποδομών (πλατφόρμες streaming) εις βάρος των ίδιων των δημιουργών. Η 17η Αυγούστου του 1982 μας αποδεικνύει ότι όποιος ελέγχει το πρότυπο (standard) διανομής της πληροφορίας, ελέγχει και την κατανομή της ρευστότητας σε ολόκληρη τη βιομηχανία, συμπιέζοντας το εργατικό κόστος των καλλιτεχνών στο ελάχιστο.

