Ο σεισμός που γονάτισε την οικονομία της Ιαπωνίας
1 Σεπτεμβρίου 1923
Στις 11:58 το πρωί της 1ης Σεπτεμβρίου 1923, ένας σεισμός μεγέθους περίπου 7,9 Ρίχτερ έπληξε την περιοχή Καντό, καταστρέφοντας μεγάλο μέρος του Τόκιο και της Γιοκοχάμα. Η ανθρώπινη τραγωδία υπήρξε τεράστια, αλλά ο Μεγάλος Σεισμός του Καντό αποτελεί ταυτόχρονα ένα από τα σημαντικότερα παραδείγματα στην ιστορία για το πώς μια φυσική καταστροφή μπορεί να μετατραπεί σε μακροοικονομική και τραπεζική κρίση.
Οι συνολικές ζημιές έχουν υπολογιστεί σε περίπου 5,5 έως 6,5 δισ. γιεν της εποχής. Ιστορική μελέτη για τις οικονομικές συνέπειες της καταστροφής εκτίμησε τις υλικές απώλειες σε ποσό αντίστοιχο με περίπου 41,5% του τότε ΑΕΠ της Ιαπωνίας. Περίπου 40% των κτιρίων στην περιφέρεια του Τόκιο κάηκαν ή καταστράφηκαν ολοσχερώς.
Το σοκ όμως πέρασε γρήγορα από τα ακίνητα και τις επιχειρήσεις στις τράπεζες. Εργοστάσια και εμπορικές επιχειρήσεις έχασαν εγκαταστάσεις και περιουσιακά στοιχεία, ενώ δανειολήπτες αδυνατούσαν να εξοφλήσουν τις υποχρεώσεις τους. Η κυβέρνηση κήρυξε προσωρινό moratorium πληρωμών και η Τράπεζα της Ιαπωνίας δημιούργησε το σύστημα των λεγόμενων «earthquake bills», παρέχοντας ρευστότητα ώστε να αποφευχθεί άμεσο πιστωτικό κραχ.
Η λύση απέτρεψε την κατάρρευση βραχυπρόθεσμα, αλλά είχε τίμημα. Στο σύστημα πέρασαν και ήδη προβληματικά δάνεια, επιβαρύνοντας τους τραπεζικούς ισολογισμούς. Η συσσώρευση αυτών των απαιτήσεων θεωρείται ένας από τους παράγοντες που συνέβαλαν στη χρηματοπιστωτική κρίση της Ιαπωνίας το 1927.
Το Καντό απέδειξε έτσι κάτι που οι οικονομίες εξακολουθούν να μαθαίνουν έναν αιώνα αργότερα: μια καταστροφή δεν τελειώνει όταν σβήσουν οι φωτιές. Μπορεί να μεταφερθεί μέσω δανείων, ασφαλειών, τραπεζών και κρατικών εγγυήσεων σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα.

