Η συνθήκη ενοποίησης της Γερμανίας και η βιομηχανική λεηλασία
31 Αυγούστου 1990
Στις 31 Αυγούστου 1990, υπογράφηκε στο Βερολίνο η Συνθήκη Ενοποίησης (Einigungsvertrag), το επίσημο νομικό κείμενο που καθόριζε τους όρους ενσωμάτωσης της Ανατολικής Γερμανίας (ΛΔΓ) στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Αν και η Ιστορία το καταγράφει ως τον θρίαμβο της δημοκρατίας και της επανένωσης ενός διχασμένου έθνους, μακροοικονομικά η συνθήκη αυτή αποτελούσε ένα ασύμμετρο σύμφωνο άνευ όρων παράδοσης. Η Δυτική Γερμανία δεν προχώρησε σε μια ισότιμη σύγκλιση, αλλά σε μια στυγνή εξαγορά (hostile takeover) της ανατολικής οικονομίας.
Οι όροι της συνθήκης επισφράγισαν τη μεταφορά ολόκληρης της δημόσιας περιουσίας της Ανατολής στα χέρια του δυτικογερμανικού κεφαλαίου. Μέσα από αυτό το νομικό πλαίσιο, τα πανίσχυρα δυτικά μονοπώλια εξασφάλισαν ότι οι ανατολικές βιομηχανίες δεν θα επιβίωναν ως ανταγωνιστές, αλλά είτε θα κλείνονταν είτε θα απορροφούνταν για κλάσματα της αξίας τους. Οι παλαιές ανατολικές εφοδιαστικές αλυσίδες διαλύθηκαν και τα εκατομμύρια των πολιτών της ΛΔΓ μετατράπηκαν σε μια τεράστια δεξαμενή φθηνού, ανειδίκευτου εργατικού κόστους και σε παθητικούς καταναλωτές δυτικών προϊόντων.
Η 31η Αυγούστου 1990 λειτούργησε ως το απόλυτο μακροοικονομικό εργαστήριο για το πώς η επερχόμενη ευρωζώνη θα αντιμετώπιζε την περιφέρειά της: η νομισματική και πολιτική ένωση χωρίς πραγματική βιομηχανική προστασία εξασφαλίζει την αέναη μεταφορά υπεραξίας προς τον βιομηχανικό πυρήνα, αφήνοντας πίσω της μόνιμες ζώνες οικονομικής υποανάπτυξης.

