Ο Δούκας Γουλιέλμος Δ’ της Βαυαρίας θεσπίζει το Reinheitsgebot (Νόμος περί Καθαρότητας), ίσως τον παλαιότερο εν ισχύ κανονισμό για τα τρόφιμα στον κόσμο. Ο νόμος όριζε αυστηρά ότι τα μόνα συστατικά που επιτρέπονταν για την παρασκευή μπύρας ήταν το νερό, το κριθάρι και ο λυκίσκος (η μαγιά προστέθηκε αργότερα όταν ανακαλύφθηκε ο ρόλος της).
Μακροοικονομικά, το Reinheitsgebot δεν ήταν απλώς ένα μέτρο προστασίας της δημόσιας υγείας (για να αποφευχθούν τοξικά πρόσθετα), αλλά μια ευφυέστατη Ρυθμιστική Παρέμβαση (Regulatory Intervention) στην αγορά σιτηρών. Απαγορεύοντας τη χρήση σιταριού και σίκαλης στη ζυθοποιία, ο Δούκας διασφάλισε ότι αυτά τα πολύτιμα δημητριακά θα χρησιμοποιούνταν αποκλειστικά από τους αρτοποιούς, κρατώντας την τιμή του ψωμιού χαμηλά και αποτρέποντας τις κοινωνικές εξεγέρσεις. Ταυτόχρονα, ο νόμος λειτούργησε ως ένα κλασικό Εμπόδιο Εισόδου (Barrier to Entry). Απαγορεύοντας τις μπύρες που περιείχαν άλλα συστατικά, προστάτευσε τις τοπικές βαυαρικές ζυθοποιίες από τον ανταγωνισμό των βόρειων γερμανικών κρατιδίων, αποδεικνύοντας ότι τα ποιοτικά πρότυπα συχνά λειτουργούν ως συγκεκαλυμμένος προστατευτισμός (non-tariff barriers).
