Ο νόμος φορολογίας του Κλίντον και η μακροοικονομική σταθερότητα
10 Αυγούστου 1993
Στις 10 Αυγούστου 1993, ο Αμερικανός πρόεδρος Μπιλ Κλίντον υπέγραψε τον νόμο (Omnibus Budget Reconciliation Act), περνώντας μία από τις πιο κρίσιμες μεταρρυθμίσεις δημοσιονομικής πολιτικής στη σύγχρονη ιστορία, αυξάνοντας τον ανώτατο συντελεστή φορολογίας εισοδήματος στο 39,6% για τα υψηλά εισοδήματα και τον εταιρικό φόρο στο 35%. Οι συντηρητικοί επικριτές προέβλεπαν άμεση ύφεση και φυγή επενδύσεων. Ωστόσο, το χρηματοπιστωτικό σύστημα και η πραγματική οικονομία αντέδρασαν εντελώς διαφορετικά. Η σαφής δέσμευση της αμερικανικής κυβέρνησης για δραστική μείωση του ομοσπονδιακού ελλείμματος καθησύχασε τις αγορές ομολόγων, ρίχνοντας κάθετα τα μακροπρόθεσμα επιτόκια και τροφοδοτώντας την αλματώδη ανάπτυξη της Wall Street για το υπόλοιπο της δεκαετίας, οδηγώντας τελικά την αμερικανική οικονομία σε ιστορικά πλεονάσματα (surpluses).
Το μάθημα της 10ης Αυγούστου παραμένει ένα από τα ισχυρότερα στο οπλοστάσιο της μακροοικονομίας: η αυστηρή δημοσιονομική πειθαρχία δεν πνίγει απαραίτητα την ανάπτυξη. Αντιθέτως, μπορεί να τη διευκολύνει, αν η μείωση του ελλείμματος μειώσει τις προσδοκίες για πληθωρισμό και συμπιέσει το κόστος δανεισμού για τις επιχειρήσεις. Σήμερα, με το αμερικανικό κρατικό χρέος να ξεπερνά τα 34 τρισεκατομμύρια δολάρια και την επιβάρυνση εξυπηρέτησής του να υπονομεύει την παγκόσμια ρευστότητα, το παράδειγμα του 1993 είναι απόλυτα επίκαιρο. Αποδεικνύει ότι η διαρκής μείωση της φορολογίας στο κεφάλαιο, όταν χρηματοδοτείται αποκλειστικά από διαρκή ελλείμματα, αποτελεί μια επικίνδυνη πολιτική αυταπάτη που υποθηκεύει τη δομική ισορροπία των αγορών.

