Στις 4 Μαΐου του 1979, η Margaret Thatcher διαβαίνει το κατώφλι της Downing Street, κουβαλώντας μαζί της όχι απλώς μια τσάντα, αλλά το μανιφέστο του μονεταρισμού που θα διέλυε το μεταπολεμικό consensus. Η Βρετανία του “Χειμώνα της Δυσφορίας” ήταν ο “ασθενής της Ευρώπης”, πνιγμένη στον πληθωρισμό και τις συνδικαλιστικές ακαμψίες. Η Thatcher δεν ήρθε για να διαχειριστεί την κρίση, αλλά για να την ανατινάξει. Εφαρμόζοντας τις θεωρίες του Friedman και του Hayek, επέβαλε μια θεραπεία σοκ: ιδιωτικοποιήσεις κρατικών κολοσσών, δραστική μείωση των δημοσίων δαπανών και μετωπική σύγκρουση με τα εργατικά σωματεία.
Η οικονομική της κληρονομιά παραμένει το απόλυτο case study για τις αγορές. Από τη μία, η απελευθέρωση του City (“Big Bang”) μετέτρεψε το Λονδίνο σε παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό κόμβο, τροφοδοτώντας την ανάπτυξη μέσω των υπηρεσιών. Από την άλλη, η αποβιομηχάνιση άφησε βαθιές πληγές στον κοινωνικό ιστό του Βορρά. Σήμερα, καθώς οι κυβερνήσεις παγκοσμίως επιστρέφουν στον προστατευτισμό και τις κρατικές επιδοτήσεις (βλ. IRA στις ΗΠΑ), η Θατσερική προσέγγιση της “ελεύθερης οικονομίας” μοιάζει με μακρινή ηχώ, υπενθυμίζοντας όμως πως η έλλειψη δημοσιονομικής πειθαρχίας οδηγεί αναπόφευκτα σε επώδυνες διορθώσεις. Η ιστορία της 4ης Μαΐου είναι η υπενθύμιση ότι οι αγορές λατρεύουν την αποφασιστικότητα, ακόμα και αν το τίμημα είναι η κοινωνική πόλωση.
