Θα φτάσει μέχρι το Πάσχα το κόμμα Καρυστιανού;
Ποιον ευνοεί το σενάριο διάλυσης της Ελπίδας για τη Δημοκρατία;
Συνεχίζονται οι μαζικές αποχωρήσεις και οι καταγγελίες στο κόμμα Ελπίδα για τη Δημοκρατία.
Πριν λίγες μέρες παραιτήθηκε ο επιχειρηματίας Νίκος Μπρουτζάκης, συνιδιοκτήτης του διαδικτυακού καναλιού «Άξιον Εστί TV». Αποχώρησε καταγγέλλοντας «κλειστή κάστα», αυθαιρεσία, φίμωση της διαφορετικής άποψης και δολοφονία χαρακτήρων.
Από το κόμμα αποχώρησε και ένας συνδικαλιστής ψαράς ο Δημήτρης Κουτσόργιος (αναφέρεται και ως Τάκης). Μετά την αποχώρησή του, κατήγγειλε μεθοδευμένη σπίλωση από μέλη της «Ελπίδας για τη Δημοκρατία» και ζήτησε δημόσια από τη Μαρία Καρυστιανού να τον προστατεύσει.

Ταυτόχρονα υπάρχει και το ερώτημα: Καρυστιανού ή Τσίπρας; Το δίλημμα που αλλάζει τους εκλογικούς συσχετισμούς – Πιο σενάριο μπορεί να ευνοήσει τον Μητσοτάκη; Η πολιτική εξίσωση που διαμορφώνεται ενόψει των επόμενων εθνικών εκλογών έχει ακόμη πολλές άγνωστες παραμέτρους. Και μία από τις σημαντικότερες αφορά την πορεία του κόμματος της Μαρίας Καρυστιανού και το κατά πόσο θα καταφέρει όχι μόνο να διατηρήσει τη δυναμική με την οποία εμφανίστηκε στο πολιτικό προσκήνιο, αλλά και να φτάσει μέχρι τις κάλπες ως υπολογίσιμη εκλογική δύναμη.
Το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο κρίσιμο στην περίπτωση που οι εκλογές πραγματοποιηθούν μέσα στο 2027. Ο χρόνος μέχρι τότε είναι αρκετός ώστε να αλλάξουν σημαντικά οι πολιτικοί συσχετισμοί, να ανατραπούν δημοσκοπικά δεδομένα και να δοκιμαστούν στην πράξη οι αντοχές του νέου πολιτικού εγχειρήματος.
Η «Ελπίδα για τη Δημοκρατία» βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος, συγκεντρώνοντας ένα σημαντικό κομμάτι της κοινωνικής δυσαρέσκειας και της ψήφου διαμαρτυρίας. Ωστόσο, η συνέχεια δεν είναι αυτονόητη. Οι εσωτερικές αναταράξεις, οι δημόσιες διαφωνίες και οι αποχωρήσεις στελεχών δημιουργούν ερωτήματα για τη συνοχή και την οργανωτική της δυνατότητα. Και όσο πλησιάζει ο χρόνος των εκλογών, τόσο περισσότερο θα κρίνεται εάν η δυναμική της μπορεί να μετατραπεί σε σταθερή εκλογική επιρροή. Το μέγα ερώτημα είναι αν η Ελπίδα για την Δημοκρατία θα καταφέρει τελικά να λάβει μέρος στις εκλογές της άνοιξης του 2027 που προσδιορίζονται κοντά στο Πάσχα.
Ποια εξέλιξη ευνοεί τη ΝΔ;

Μέσα σε αυτό το σκηνικό υπάρχει και ένα δεύτερο, ακόμη πιο σύνθετο πολιτικό ερώτημα: ποιος τελικά συμφέρει περισσότερο τον Κυριάκο Μητσοτάκη ως αντίπαλος και ποια διαμόρφωση του πολιτικού χάρτη μπορεί να κάνει ευκολότερο τον στόχο της αυτοδυναμίας για τη Νέα Δημοκρατία;
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον και ο Αλέξης Τσίπρας, ο οποίος επιχειρεί να επανέλθει δυναμικά στο πολιτικό προσκήνιο με νέο κόμμα. Η πιθανότητα το κόμμα Τσίπρα να καταγράψει σημαντικά ποσοστά στις επόμενες εκλογές δημιουργεί μια νέα αριθμητική στον χώρο της αντιπολίτευσης.
Και εδώ βρίσκεται η ουσία μιας εκδοχής που συζητείται έντονα στα πολιτικά παρασκήνια: ενδεχομένως η άνοδος του Αλέξη Τσίπρα να μην αποτελεί κατ’ ανάγκη κακό σενάριο για τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Ο λόγος είναι καθαρά εκλογικός

Εάν ο Αλέξης Τσίπρας καταφέρει να συγκεντρώσει ένα σημαντικό ποσοστό, θα αντλήσει ψηφοφόρους από όμορους πολιτικούς χώρους, οι οποίοι σήμερα κατευθύνονται προς άλλα κόμματα της αντιπολίτευσης ή μικρότερους αντισυστημικούς σχηματισμούς. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, δεν αποκλείεται ορισμένα κόμματα που σήμερα βρίσκονται κοντά στο όριο εισόδου στη Βουλή να αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσκολίες να εξασφαλίσουν τελικά κοινοβουλευτική εκπροσώπηση. Αυτό θα είχε άμεση επίπτωση στην εκλογική αριθμητική.
Η αριθμητική της αυτοδυναμίας
Στις εκλογές, δεν αρκεί να κοιτάζει κανείς μόνο το ποσοστό που συγκεντρώνει το πρώτο κόμμα. Ιδιαίτερη σημασία έχει και το συνολικό ποσοστό των κομμάτων που μένουν εκτός Βουλής, καθώς αυτό επηρεάζει την κατανομή των εδρών μεταξύ των κοινοβουλευτικών κομμάτων. Εάν, για παράδειγμα, στις επόμενες εκλογές καταλήξουν στη Βουλή έξι κόμματα και παράλληλα αυξηθεί το ποσοστό των ψήφων που θα κατευθυνθούν σε σχηματισμούς οι οποίοι δεν θα περάσουν το εκλογικό όριο του 3%, τότε η απαιτούμενη εκλογική δύναμη για την επίτευξη κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας από το πρώτο κόμμα μπορεί να γίνει χαμηλότερη σε σχέση με ένα σενάριο πολυκομματικής Βουλής.
Με απλά λόγια, όσο λιγότερα κόμματα καταφέρνουν να μπουν στη Βουλή και όσο μεγαλύτερο είναι το ποσοστό των ψήφων που μένει εκτός της κατανομής των εδρών, τόσο ευνοϊκότερη μπορεί να γίνει η αριθμητική για το πρώτο κόμμα.
Αυτό είναι το στοιχείο που δίνει ιδιαίτερη πολιτική σημασία στην πορεία των μικρότερων κομμάτων και κυρίως εκείνων που κινούνται κοντά στο όριο εισόδου στη Βουλή.
Τα εκτός Βουλής κόμματα
Σε αυτό το πλαίσιο, μία πιθανή ισχυρή παρουσία του κόμματος Τσίπρα θα μπορούσε να λειτουργήσει ως παράγοντας αναδιάταξης του αντιπολιτευτικού χώρου. Εάν απορροφήσει σημαντικό μέρος ψηφοφόρων από κόμματα που βρίσκονται σήμερα στο μεταίχμιο της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, είναι πιθανό να αλλάξει ο αριθμός των κομμάτων που θα περάσουν τελικά το κατώφλι της Βουλής.
Και αυτό, με τη σειρά του, θα μπορούσε να επηρεάσει τον πήχη που θα χρειαστεί να περάσει η Νέα Δημοκρατία για να διεκδικήσει την αυτοδυναμία. Βεβαίως, πρόκειται για πολιτικό σενάριο και όχι για προεξοφλημένη εξέλιξη. Κανείς δεν μπορεί σήμερα να γνωρίζει ποια θα είναι τα τελικά ποσοστά, ποια κόμματα θα παραμείνουν μέχρι τις εκλογές, ούτε ποιοι ψηφοφόροι θα μετακινηθούν από τον έναν σχηματισμό στον άλλο.
Το ίδιο ισχύει και για τη Μαρία Καρυστιανού. Το ερώτημα εάν το κόμμα της θα αντέξει πολιτικά και οργανωτικά μέχρι τις κάλπες παραμένει ανοιχτό. Και ακριβώς επειδή η παρουσία ή η απουσία ενός κόμματος μπορεί να επηρεάσει την τελική κατανομή των ψήφων και των εδρών, η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία για όλους τους πολιτικούς παίκτες.
Στο τέλος της ημέρας, λοιπόν, η μάχη δεν θα κριθεί μόνο από το ποιος θα είναι πρώτος. Θα κριθεί και από το ποιοι θα καταφέρουν να περάσουν την πόρτα της Βουλής και ποιοι θα μείνουν έξω.
Και σε αυτή την εξίσωση, η τύχη της Καρυστιανού, η δυναμική επιστροφή του Τσίπρα και η αντοχή των μικρότερων κομμάτων μπορεί να αποδειχθούν πολύ πιο καθοριστικοί παράγοντες απ’ όσο φαίνεται σήμερα.
Για τον Κυριάκο Μητσοτάκη, το ζητούμενο δεν είναι απλώς να διατηρήσει την πρωτιά της Νέας Δημοκρατίας. Είναι να διαμορφωθεί ένας εκλογικός χάρτης που θα του επιτρέψει, εφόσον παραμείνει πρώτο κόμμα, να μετατρέψει την πρωτιά σε κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Και μέχρι τότε, το πολιτικό παιχνίδι θα συνεχίσει να παίζεται όχι μόνο στα ποσοστά των δημοσκοπήσεων, αλλά και στην εκλογική αριθμητική που κρύβεται πίσω από αυτά.

