Η τελευταία ζαριά του Μητσοτάκη: Επαναφέρει τον «μπαμπούλα» του Τσίπρα
Από την «Κυβέρνηση Φρανκενστάιν» στο «Μητσοτάκης ή Χάος»
Πώς το στρατηγικό δίλημμα του 2023 οδήγησε στο ιστορικό 41% και γιατί η γαλάζια παράταξη επιστρατεύει ξανά τον «μπαμπούλα» του Τσίπρα και του Σαμαρά για να εγκλωβίσει το εκλογικό σώμα.
Η πολιτική ιστορία γράφεται συχνά από εκείνους που καταφέρνουν να ορίσουν τις λέξεις και τα διλήμματα της αναμέτρησης. Στις διπλές κάλπες του 2023, η Νέα Δημοκρατία δεν πέτυχε απλώς μια θριαμβευτική νίκη· επέβαλε πλήρως τους δικούς της όρους στο πολιτικό σκηνικό. Το εντυπωσιακό 41% δεν ήταν το τυχαίο προϊόν μιας χαλαρής ψήφου, αλλά το αποτέλεσμα μιας χειρουργικά σχεδιασμένης επικοινωνιακής καμπάνιας.
Το Μέγαρο Μαξίμου κατάφερε να μετατρέψει μια εκλογική διαδικασία απλής αναλογικής σε ένα υπαρξιακό δίλημμα για τη χώρα, συμπυκνωμένο στη φράση: «Κυριάκος Μητσοτάκης ή πολιτικό χάος». Σήμερα, με το πολιτικό ρολόι να μετρά αντίστροφα, η ιστορία επαναλαμβάνεται ως στρατηγικό δόγμα. Η Πειραιώς στρέφεται ξανά στην ίδια δοκιμασμένη συνταγή, ποντάροντας στον φόβο του «πίσω γυρίσματος».
Το ανατομικό εργαστήριο της «Τερατογένεσης»

Για να κατανοήσει κανείς το φαινομενικά απρόσμενο μέγεθος της νίκης του 2023, πρέπει να ανατρέξει στην κατασκευή του απόλυτου πολιτικού σκιάχτρου: της «κυβέρνησης Φρανκενστάιν». Η εισαγωγή της απλής αναλογικής από τον ΣΥΡΙΖΑ είχε ανοίξει θεωρητικά το παράθυρο για κυβερνήσεις συνεργασίας. Αντί όμως η Νέα Δημοκρατία να αμυνθεί, πέρασε στην αντεπίθεση.
Το επικοινωνιακό επιτελείο της παράταξης «διάβασε» έγκαιρα τις αδυναμίες και τις ασυνεννοησίες των κομμάτων της αντιπολίτευσης. Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ μιλούσε για «κυβέρνηση προοδευτικής συνεργασίας», το ΠΑΣΟΚ έβαζε όρους για τα πρόσωπα και το ΜέΡΑ25 επανέφερε στη δημόσια συζήτηση το τοξικό φάντασμα του 2015 με το σχέδιο «Δήμητρα». Εκεί ακριβώς πάτησε η κυβερνητική ρητορική.
Η Νέα Δημοκρατία παρουσίασε το ενδεχόμενο μιας τέτοιας συνεργασίας ως μια επικίνδυνη πολιτική «τερατογένεση» βάζοντας στο κάδρο τον Τσίπρα, τον Βαρουφάκη, την Κωνσταντοπούλου, αλλά και το Νίκο Ανδρουλάκη. Μια συρραφή ετερόκλητων δυνάμεων, χωρίς κοινό πρόγραμμα, που το μόνο που τις ένωνε ήταν η επιθυμία να ηττηθεί ο Μητσοτάκης. Η ταύτιση αυτής της προοπτικής με την αστάθεια, την οικονομική παράλυση και την απώλεια της επενδυτικής βαθμίδας λειτούργησε καταλυτικά. Ο μέσος ψηφοφόρος, ακόμα και ο δυσαρεστημένος, βρέθηκε μπροστά σε έναν τοίχο.
Η στρατηγική του απόλυτου διλήμματος

Όταν το φόβητρο της «κυβέρνησης των ηττημένων» εδραιώθηκε στη συνείδηση των πολιτών, το επόμενο βήμα ήταν η προσωποποίηση του κινδύνου. Το δίλημμα πήρε την τελική του μορφή: «Μητσοτάκης ή χάος». Το Μαξίμου δεν ζήτησε απλώς την ψήφο των πολιτών για το πρόγραμμά του, αλλά τους κάλεσε να επιλέξουν ανάμεσα στην προβλεψιμότητα μιας μονοκομματικής διακυβέρνησης και στο άγνωστο μιας πολυκομματικής περιπέτειας.
Η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε «μαγνήτης» για το κρίσιμο και μετριοπαθές Κέντρο. Οι πολίτες που είχαν νιώσει στο πετσί τους την οικονομική ανασφάλεια της προηγούμενης δεκαετίας, προτίμησαν τη σταθερότητα, έστω και με τις όποιες κυβερνητικές αστοχίες. Το αποτέλεσμα της κάλπης διέλυσε κάθε αμφιβολία. Το 41% έδειξε ότι το αφήγημα περί αποτελεσματικότητας και ασφάλειας είχε επικρατήσει ολοκληρωτικά έναντι της θολής εναλλακτικής πρότασης της αντιπολίτευσης. Η Νέα Δημοκρατία κατάφερε να εγκλωβίσει τον ΣΥΡΙΖΑ στην εσωστρέφεια και να εκμηδενίσει τη δυναμική των υπολοίπων.
Το ιστορικό Deja Vu και η επιστροφή στο παρελθόν
Φτάνοντας στο σήμερα, το πολιτικό σκηνικό μπορεί να έχει υποστεί κραδασμούς, όμως οι βασικές γραμμές της κυβερνητικής στρατηγικής παραμένουν αναλλοίωτες. Όλα δείχνουν ότι η Νέα Δημοκρατία θα κινηθεί και σε αυτή την αναμέτρηση με την ίδια ακριβώς φιλοσοφία. Το κεντρικό διακύβευμα που διαμορφώνεται πίσω από τις κλειστές πόρτες των συσκέψεων είναι σαφές: «Μητσοτάκης ή πιαωγύρισμα».
Παρά τις εσωτερικές αλλαγές και τις ανακατατάξεις στον χώρο της κεντροαριστεράς, το κυβερνών κόμμα επιλέγει να αναμετρηθεί με το παρελθόν, καθώς αυτό αποτελεί το πιο ασφαλές του γήπεδο. Η ρητορική της Πειραιώς θα επιχειρήσει ξανά να ταυτίσει την αντιπολίτευση με τις γκρίζες μέρες των μνημονιακών πειραματισμών. Το μήνυμα προς τους ψηφοφόρους θα είναι απλό και σκληρό: «Κάθε ψήφος που δεν στηρίζει τη σημερινή κυβέρνηση, ανοίγει την πόρτα για την επιστροφή των προσώπων και των πολιτικών που χρέοκόπησαν τη χώρα».
Η επιμονή σε αυτή τη σύγκριση δεν είναι τυχαία. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η φθορά της εξουσίας είναι υπαρκτή και ότι τα καθημερινά προβλήματα, όπως η ακρίβεια, πιέζουν τους πολίτες. Όταν όμως η συζήτηση μεταφέρεται από το «τι έκανε η ΝΔ» στο «τι θα πάθετε αν έρθουν οι άλλοι», η δυναμική αλλάζει. Το Μαξίμου ποντάρει στα ανακλαστικά αυτοσυντήρησης της κοινωνίας. Ο κεντρικός «μπαμπούλας» που θα εργαλειοποιήσει η ΝΔ είναι ο ίδιος ο Αλέξης Τσίπρας τον οποίο η Πειραιώς ανάγει σε βασικό της αντίπαλο.
Η μάχη για την ηγεμονία του Κέντρου

Στο δρόμο προς τις κάλπες, το μεγάλο στοίχημα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη είναι να κρατήσει ζωντανό το αντι-ΣΥΡΙΖΑ μέτωπο που τον γιγάντωσε το 2019 και τον διατήρησε κυρίαρχο το 2023. Ακόμα κι αν τα πρόσωπα στην ηγεσία των άλλων κομμάτων αλλάζουν, η επικοινωνιακή τακτική της ΝΔ θα προσπαθήσει να αποδείξει ότι η ουσία παραμένει η ίδια: έλλειψη ρεαλιστικού εναλλακτικού σχεδίου διακυβέρνησης.
Η αντιπολίτευση θα βρεθεί για άλλη μια φορά αντιμέτωπη με μια καταιγίδα διλημμάτων. Θα κληθεί να απαντήσει αν προτείνει σταθερότητα ή νέες περιπέτειες, αν εγγυάται τη δημοσιονομική πειθαρχία ή αν θα οδηγήσει σε εκτροχιασμό την οικονομία. Για τη Νέα Δημοκρατία, η διατήρηση της εξουσίας περνά μέσα από την επιτυχημένη αναπαραγωγή του φόβου της αστάθειας.
Αν το 2023 το σύνθημα ήταν η αποφυγή μιας «κυβέρνησης Φρανκενστάιν», τώρα ο στόχος είναι η αποτροπή ενός πολιτικού πισωγυρίσματος. Η κάλπη θα δείξει αν οι πολίτες θα επιλέξουν ξανά το δρόμο της σταθερότητας που προτείνει ο Πρωθυπουργός, ή αν το δίλημμα «Μητσοτάκης ή χάος» έχει αρχίσει πλέον να χάνει τη μαγική του επίδραση στην κοινωνία. Το σίγουρο είναι ότι η κυβερνητική παράταξη θα παίξει το χαρτί της σταθερότητας μέχρι την τελευταία ημέρα, γνωρίζοντας ότι αυτός είναι ο μοναδικός τρόπος για να κλειδώσει ξανά την πολιτική κυριαρχία.

