Τελικά ποιος θέλει πρόωρες εκλογές;

ΕΛΑΣ, ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι βέβαιο ότι θέλουν κάλπες το φθινόπωρο

Τελικά ποιος θέλει πρόωρες εκλογές;

Εκλογικός γρίφος για τον Κυριάκο Μητσοτάκη: Φθινόπωρο ή άνοιξη; Τα διλήμματα του Μαξίμου και οι υπολογισμοί της αντιπολίτευσης είναι βασικό θέμα συζήτησης στα πολιτικά και δημοσιογραφικά γραφεία αφού δεν είναι βέβαιο ποιος τελικά επιθυμεί τη διενέργεια εκλογών το φθινόπωρο.

σχετικά άρθρα

Βασικό δίλημμα για το Μέγαρο Μαξίμου είναι αν συμφέρει να αξιοποιηθεί η σημερινή πολιτική υπεροχή ή αν αξίζει να αναληφθεί το ρίσκο της αναμονής.

Για την αντιπολίτευση, κάθε μήνας που περνά αποτελεί πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο στην προσπάθεια ανασυγκρότησης και επανατοποθέτησης στον πολιτικό χάρτη.

Το ενδεχόμενο πρόωρης προσφυγής στις κάλπες εξακολουθεί να αποτελεί το βασικό αντικείμενο συζήτησης στα πολιτικά παρασκήνια, και τα πολιτικά πηγαδάκια , παρά το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν έχει ανοίξει επισήμως τα χαρτιά της. Στο Μέγαρο Μαξίμου εξετάζονται δύο βασικά σενάρια: εκλογές τον Οκτώβριο, αμέσως μετά τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, ή αναμονή έως τον Μάρτιο ή τον Απρίλιο του επόμενου έτους.

Υπουργοί , βουλευτές και υποψήφιοι αναρωτιούνται και το χρόνο διεξαγωγής των εκλογών και παράλληλα προετοιμάζονται έχει σημάνει για αυτούς η προεκλογική μάχη. Για αυτό και η περισσότεροι ελάχιστες ώρες παραμένουν κλεισμένοι στα υπουργικά τους γραφεία. Προτάσουν πάνω από όλα συναντήσεις με πολίτες , ραντεβού, εκδηλώσεις και παρουσία παντού. Εγκαίνια , συναυλίες , εκθέσεις. Οτι κινείται και ότι πετάει είναι παρόντες… Η μακρά προεκλογική περίοδος δεν θα κουράσει μόνο την αντιπολίτευση αλλά και τα μέλη της κυβέρνησης και αυτός είναι ένας σοβαρός κίνδυνος.

Τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα

Η επιλογή του φθινοπώρου έχει συγκεκριμένα πλεονεκτήματα για τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η κυβέρνηση θα μπορούσε να αξιοποιήσει το πακέτο οικονομικών μέτρων της ΔΕΘ, να κεφαλαιοποιήσει την εικόνα πολιτικής σταθερότητας και να προλάβει πιθανές κοινωνικές ή οικονομικές αναταράξεις που ενδέχεται να εμφανιστούν αργότερα. Παράλληλα, η αντιπολίτευση εξακολουθεί να βρίσκεται σε φάση αναδιάταξης, χωρίς να έχει διαμορφώσει ένα ενιαίο και πειστικό εναλλακτικό αφήγημα εξουσίας. Θα μπορούσε θεωρητικά να λειτουργήσει το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού υπέρ της ΝΔ.

Υπάρχουν, όμως, και σοβαρά μειονεκτήματα. Μια πρόωρη εκλογική αναμέτρηση θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένδειξη πολιτικής βιασύνης ή ως προσπάθεια αποφυγής δύσκολων εξελίξεων σε ανοικτές υποθέσεις που απασχολούν την κυβέρνηση. Επιπλέον, θα έδινε στην αντιπολίτευση τη δυνατότητα να κατηγορήσει τον πρωθυπουργό ότι επιλέγει τον χρόνο των εκλογών αποκλειστικά με κομματικά κριτήρια. Τα κόμματα της αντιπολίτευσης θα το εκλάβουν ως ένδειξη «απόδρασης» του Κυριάκου Μητσοτάκη και θα τον κατηγορήσουν ότι άλλα λέει και άλλα κάνει.

Θεσμική αφοσίωση

Από την άλλη πλευρά, η αναμονή μέχρι την άνοιξη δίνει στον Κυριάκο Μητσοτάκη περισσότερο χρόνο για να παρουσιάσει πρόσθετες μεταρρυθμίσεις, να ενισχύσει το κυβερνητικό έργο και να επιδιώξει βελτίωση βασικών οικονομικών δεικτών. Ωστόσο, όσο μεγαλώνει ο πολιτικός χρόνος, αυξάνονται και οι κίνδυνοι από απρόβλεπτες κρίσεις, κοινωνικές αντιδράσεις ή νέα ζητήματα που θα μπορούσαν να επηρεάσουν το πολιτικό κλίμα. Παράδειγμα οι τυχόν νέες αιτιάσεις για υποκλοπές ακόμη και τα πύρινα μέτωπα με τις πυρκαγιές του καλοκαιριού είναι υπολογίσημα μεγέθη.

Η αντιπολίτευση ψάχνει χρόνο

Για την αντιπολίτευση, αντίθετα, ο χρόνος λειτουργεί διαφορετικά. Μια εκλογική αναμέτρηση την άνοιξη φαίνεται να εξυπηρετεί περισσότερο τα σχέδιά της. Ο Αλέξης Τσίπρας θα έχει μεγαλύτερο χρονικό περιθώριο να ολοκληρώσει την οργανωτική συγκρότηση του νέου πολιτικού του φορέα, να προσελκύσει στελέχη από τον ευρύτερο χώρο της Κεντροαριστεράς και να παρουσιάσει ολοκληρωμένο κυβερνητικό πρόγραμμα.

Το ίδιο ισχύει και για τον Νίκο Ανδρουλάκη, ο οποίος επιδιώκει να ανασυντάξει το ΠΑΣΟΚ και να ανακτήσει πολιτική δυναμική απέναντι στις πιέσεις που δέχεται από την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα στο πολιτικό προσκήνιο. Η παράταση του πολιτικού χρόνου θεωρείται κρίσιμη ώστε να επιχειρήσει δημοσκοπική ανάκαμψη και να επαναφέρει το κόμμα του στον ρόλο της βασικής εναλλακτικής δύναμης. Οι συνεχείς μετακινήσεις στελεχών στην κεντροαριστερά δείχνουν ότι δεν είναι η κατάλληλη περίοδος για εκλογές.

“Καίγεται” ο ΣΥΡΙΖΑ που θέλει χρόνο στη διάθεσή του

Την ίδια στιγμή, ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σε μεταβατική περίοδο, καθώς ακόμη δεν έχει εκλέξει νέα ηγεσία. Η εκκρεμότητα αυτή δυσκολεύει τη χάραξη σταθερής στρατηγικής και περιορίζει την αποτελεσματικότητα της αντιπολιτευτικής του παρουσίας. Όσο περισσότερο καθυστερούν οι εκλογές, τόσο περισσότερες πιθανότητες έχει να κλείσει τις εσωκομματικές πληγές και να εμφανιστεί με σαφέστερο πολιτικό στίγμα.

Οι τελικές αποφάσεις του πρωθυπουργού θα εξαρτηθούν από έναν συνδυασμό παραγόντων: τις δημοσκοπήσεις, την πορεία της οικονομίας, τις διεθνείς εξελίξεις και, κυρίως, την εικόνα που θα παρουσιάζει η αντιπολίτευση. Το βασικό δίλημμα για το Μέγαρο Μαξίμου είναι αν συμφέρει να αξιοποιηθεί η σημερινή πολιτική υπεροχή ή αν αξίζει να αναληφθεί το ρίσκο της αναμονής, με την ελπίδα ακόμη καλύτερων προϋποθέσεων την άνοιξη. Για την αντιπολίτευση, αντίθετα, κάθε μήνας που περνά αποτελεί πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο στην προσπάθεια ανασυγκρότησης και επανατοποθέτησης στον πολιτικό χάρτη.

Στην ελληνική πολιτική σκηνή, κανένα κόμμα της αξιωματικής ή ελάσσονος αντιπολίτευσης δεν μπορεί να δηλώσει δημόσια «δεν θέλω εκλογές», καθώς αυτό θα ερμηνευόταν ως αδυναμία ή φόβος απέναντι στην κυβέρνηση. Έτσι, ακολουθούν την εξής τακτική:

1. Δημόσια ρητορική: Ζητούν κάλπες για να δείξουν αποφασιστικότητα και να συσπειρώσουν τη βάση τους.

2  Παρασκηνιακή στρατηγική: Ελπίζουν ότι ο πρωθυπουργός θα εξαντλήσει την τετραετία, ώστε να κερδίσουν τους απαραίτητους μήνες για να βρουν υποψηφίους, να μαζέψουν πόρους και να ανατρέψουν τις δημοσκοπήσεις.