Ακρίτα: «Όχι face control στη Βουλή» – Σκληρή κριτική
Η Έλενα Ακρίτα ξεκαθάρισε την θέση της για την υποψηφιότητά της στην αντιπροεδρία της Βουλής, εκφράζοντας την απογοήτευσή της για τη συζήτηση που έχει αναπτυχθεί. Η βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ χαρακτήρισε το όλο θέμα «κωμικοτραγικό», τονίζοντας ότι η κοινωνία αντιμετωπίζει πολύ σοβαρότερα ζητήματα από το αν η ίδια θα αναλάβει αυτή τη θέση.
Σε πρόσφατες δηλώσεις της, η κυρία Ακρίτα ήταν κατηγορηματική: καμία κυβέρνηση, ούτε η νυν της Νέας Δημοκρατίας ούτε οποιαδήποτε μελλοντική, δεν μπορεί να κάνει «face control» στους άλλους βουλευτές, χρησιμοποιώντας την κοινοβουλευτική της πλειοψηφία ως κριτήριο. Αυτή η προσέγγιση υπονομεύει τη δημοκρατική διαδικασία και την ισότητα των εκπροσώπων.
Η δικαστική διαμάχη της με την κυρία Μαρέβα Γκραμπόφσκι, όπως επεσήμανε, δεν πρέπει να αποτελεί εμπόδιο. Η σύζυγος του πρωθυπουργού δεν κατέχει θεσμική ιδιότητα, άρα μια ιδιωτική υπόθεση δεν μπορεί να επηρεάζει τις επιλογές για τις θεσμικές θέσεις της Πολιτικής και της Βουλής. Η βουλευτής υπογράμμισε ότι τέτοια θέματα αποπροσανατολίζουν από την ουσία.
Παρά τα χαμηλά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ στις δημοσκοπήσεις, η Έλενα Ακρίτα εμφανίστηκε αισιόδοξη πως το κόμμα θα εισέλθει στη Βουλή. Ωστόσο, ξεκαθάρισε ότι δεν την ενδιαφέρει μια νέα υποψηφιότητα στις επόμενες βουλευτικές εκλογές, δηλώνοντας πως «μία θητεία είναι πολύ καλά».
Πιο σημαντικά, για την ίδια, είναι τα προβλήματα που βιώνει ο πολίτης στην καθημερινότητά του. Ανέφερε συγκεκριμένα ότι «κόβουν τα ογκολογικά φάρμακα των ασθενών» και πως τον Σεπτέμβριο, στον Άγιο Σάββα, από 12 προγραμματισμένα χειρουργεία, έγιναν μόλις τέσσερα, αφήνοντας οκτώ γυναίκες χωρίς προγραμματισμό. Αυτά είναι τα πραγματικά ζητήματα που χρήζουν άμεσης προσοχής και όχι οι προσωπικές αντιπαραθέσεις στην Πολιτική σκηνή.
Η δήλωση της Έλενας Ακρίτα θέτει ένα σημαντικό ερώτημα: Πώς μπορεί η πολιτική να εστιάζει στην ουσία και στα προβλήματα των πολιτών, όταν οι αντιπαραθέσεις και τα προσωπικά ζητήματα κυριαρχούν στον δημόσιο διάλογο; Η απάντηση σε αυτό το ερώτημα θα κρίνει την ποιότητα της δημοκρατίας μας.

