Γιατί η παγίδα της δεύτερης Κυριακής τρομάζει το Μαξίμου;

Με τι κριτήρια θα ψηφίσουν οι πολίτες;

Γιατί η παγίδα της δεύτερης Κυριακής τρομάζει το Μαξίμου;

Η τιμωρητική ψήφος μπορεί να ρίξει τη ΝΔ κάτω από το 25% στην πρώτη κάλπη – Η ακρίβεια, η στέγη, οι μισθοί και τα ζητήματα κράτους δικαίου διαμορφώνουν ένα εκρηκτικό μείγμα – Γιατί η δεύτερη Κυριακή μπορεί να είναι εντελώς διαφορετική εκλογή

σχετικά άρθρα

Η μεγάλη παγίδα για τη Νέα Δημοκρατία στις επόμενες εκλογές μπορεί να κρύβεται εκεί που σήμερα δεν φαίνεται: στη δεύτερη Κυριακή.

Όχι επειδή είναι δεδομένο ότι η ΝΔ θα χάσει την πρωτιά. Ούτε επειδή είναι δεδομένο ότι δεν θα μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση. Αλλά επειδή η πρώτη κάλπη μπορεί να λειτουργήσει με εντελώς διαφορετική λογική από τη δεύτερη.

Ο ψηφοφόρος της πρώτης Κυριακής δεν είναι υποχρεωμένος να επιλέξει με αποκλειστικό κριτήριο ποιος θέλει να κυβερνήσει. Μπορεί να ψηφίσει για να στείλει μήνυμα. Να διαμαρτυρηθεί. Να «κόψει» δύναμη από το πρώτο κόμμα. Να τιμωρήσει μια κυβέρνηση χωρίς να έχει αποφασίσει ακόμη ποια κυβέρνηση θέλει στη θέση της.

Και αυτή η αρνητική ή τιμωρητική ψήφος μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.

Η ακρίβεια που δεν έχει ξεχαστεί

Το πρώτο και ισχυρότερο μέτωπο είναι η οικονομία.

Η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί για μεγάλο μέρος της κοινωνίας την καθημερινή πολιτική εμπειρία. Δεν έχει σημασία μόνο τι λένε οι επίσημοι δείκτες. Σημασία έχει τι βλέπει ο πολίτης όταν πηγαίνει στο σούπερ μάρκετ, όταν πληρώνει το ενοίκιο, όταν ανοίγει τον λογαριασμό του ηλεκτρικού ή όταν προσπαθεί να οργανώσει τα έξοδα της οικογένειάς του.

Και εδώ υπάρχει ένα ακόμη πρόβλημα για την κυβέρνηση: οι αυξήσεις στους μισθούς δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε αντίστοιχη αύξηση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης.

Ο πολίτης μπορεί να βλέπει περισσότερα χρήματα στον μισθό του και ταυτόχρονα να αισθάνεται ότι μπορεί να αγοράσει λιγότερα.

Αυτό δημιουργεί πολιτική δυσαρέσκεια που δεν εξαφανίζεται εύκολα.

Η δεύτερη μεγάλη πληγή είναι η στέγη

Δίπλα στην ακρίβεια βρίσκεται πλέον το ζήτημα της στέγασης. Για τους νεότερους ιδιαίτερα, το ενοίκιο έχει γίνει πολιτικό ζήτημα πρώτης γραμμής. Για μια οικογένεια, η κατοικία καταλαμβάνει ολοένα μεγαλύτερο κομμάτι του διαθέσιμου εισοδήματος. Για έναν νέο άνθρωπο, η δημιουργία ανεξάρτητου νοικοκυριού γίνεται δυσκολότερη.

Και εδώ η κυβέρνηση αντιμετωπίζει ένα πολιτικό παράδοξο. Μπορεί να παρουσιάζει σειρά μέτρων για την ενίσχυση των εισοδημάτων, αλλά εάν το κόστος στέγασης απορροφά την αύξηση, ο πολίτης δεν αισθάνεται ότι βελτιώθηκε η ζωή του.

Στην κάλπη, άλλωστε, ο πολίτης δεν ψηφίζει με βάση τα κυβερνητικά δελτία Τύπου. Ψηφίζει με βάση την προσωπική του εμπειρία.

Και μετά έρχονται τα Τέμπη, οι υποκλοπές και ο ΟΠΕΚΕΠΕ

Το τρίτο μέτωπο είναι διαφορετικό. Δεν αφορά το πορτοφόλι αλλά την εμπιστοσύνη. Τέμπη, υποκλοπές, ΟΠΕΚΕΠΕ και γενικότερα οι συζητήσεις γύρω από τη λειτουργία των θεσμών έχουν αφήσει ένα πολιτικό αποτύπωμα που η κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει στην κάλπη.

Δεν σημαίνει ότι όλοι όσοι προβληματίζονται για τα ζητήματα αυτά θα ψηφίσουν αντιπολιτευτικά κόμματα. Σημαίνει όμως ότι ένα τμήμα του εκλογικού σώματος μπορεί να θεωρήσει ότι η πρώτη κάλπη είναι η κατάλληλη στιγμή για να στείλει ένα θεσμικό μήνυμα.

Το ερώτημα μπορεί να μην είναι «ποιον εμπιστεύομαι για πρωθυπουργό;». Μπορεί να είναι:

«Πόσο μεγάλη δύναμη θέλω να έχει η σημερινή κυβέρνηση;»

Και αυτή είναι πολύ διαφορετική ερώτηση.

Το κρίσιμο όριο του 25%

Εδώ η πολιτική συζήτηση συναντά την εκλογική αριθμητική.

Με τον ισχύοντα εκλογικό νόμο, ο οποίος εφαρμόστηκε στις εκλογές του 2023 και έχει αναφερθεί ως το σύστημα με το οποίο προγραμματίζεται να διεξαχθούν οι εκλογές του 2027, το πρώτο κόμμα αποκτά κλιμακούμενο μπόνους εδρών από το 25% και πάνω, με το μέγιστο μπόνους των 50 εδρών να αντιστοιχεί στο 40%. Γ ι’ αυτό το 25% αποκτά τεράστια πολιτική σημασία.

Εάν η ΝΔ βρεθεί κάτω από αυτό το ποσοστό στην πρώτη κάλπη, δεν θα έχει απλώς καταγράψει ένα χαμηλό εκλογικό αποτέλεσμα. Θα έχει χάσει το μπόνους που μπορεί να μετατρέψει ένα ποσοστό ψήφων σε πολύ μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη.

Η Βουλή θα αποτυπώνει πολύ πιο καθαρά τους πραγματικούς συσχετισμούς μεταξύ των κομμάτων.

Με άλλα λόγια, η πρώτη Κυριακή μπορεί να μοιάζει πολύ περισσότερο με εκλογή αναλογικής κατανομής δυνάμεων. Και τότε αρχίζουν τα δύσκολα.

Η παγίδα της δεύτερης κάλπης

Εάν η ΝΔ έχει βρεθεί κάτω από το 25%, η δεύτερη Κυριακή δεν θα είναι απλώς μια επανάληψη της πρώτης. Θα είναι μια νέα πολιτική μάχη.

Στην πρώτη κάλπη ο ψηφοφόρος μπορεί να έχει ψηφίσει «κόντρα» στη ΝΔ. Στη δεύτερη θα κληθεί να απαντήσει στο πολύ διαφορετικό ερώτημα ποιος μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση. Και τότε τίποτα δεν είναι αυτονόητο.

Η ΝΔ μπορεί να παραμένει πρώτη, αλλά η απόσταση από το δεύτερο κόμμα μπορεί να έχει μειωθεί. Κάποια κόμματα μπορεί να έχουν ενισχυθεί περισσότερο από τις αρχικές εκτιμήσεις. Άλλα μπορεί να έχουν βρεθεί κοντά ή πάνω από το όριο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης. Το αποτέλεσμα της πρώτης κάλπης θα έχει αλλάξει τη συμπεριφορά των ψηφοφόρων.

Από την ψήφο διαμαρτυρίας στην ψήφο εξουσίας

Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό στοίχημα. Στην πρώτη Κυριακή μπορεί να υπάρξει ένας κατακερματισμός της δυσαρέσκειας.

Ο ένας ψηφοφόρος να πάει στο ΠΑΣΟΚ, ο άλλος σε ένα κόμμα δεξιότερα της ΝΔ, ο τρίτος σε ένα κόμμα διαμαρτυρίας και ο τέταρτος σε μια νέα πολιτική δύναμη.

Όλοι όμως θα έχουν συμβάλει στο ίδιο αποτέλεσμα: στη μείωση του ποσοστού της ΝΔ.

Στη δεύτερη Κυριακή, όμως, το ερώτημα αλλάζει. Δεν θα υπάρχει πλέον μόνο η δυνατότητα της διαμαρτυρίας. Θα υπάρχει μπροστά στον ψηφοφόρο το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης. Και εκεί μπορεί να υπάρξουν μετακινήσεις.

Ψηφοφόροι που στην πρώτη κάλπη θέλησαν να «τιμωρήσουν» τη ΝΔ μπορεί στη δεύτερη να επιστρέψουν σε αυτήν για λόγους πολιτικής σταθερότητας. Αλλά μπορεί να συμβεί και το αντίστροφο.

Ψηφοφόροι άλλων κομμάτων μπορεί να αποφασίσουν ότι ήρθε η ώρα να δημιουργηθεί πραγματική εναλλακτική διακυβέρνησης. Αυτό είναι το άγνωστο της δεύτερης Κυριακής.

Το ρίσκο δεν είναι μόνο να χάσει η ΝΔ το μπόνους. Το πραγματικό ρίσκο για το Μέγαρο Μαξίμου δεν είναι απλώς να χάσει το μπόνους.

Είναι να δημιουργηθεί στην πρώτη κάλπη η αίσθηση ότι η πολιτική κυριαρχία της ΝΔ έχει τελειώσει.

Οι εκλογές έχουν και ψυχολογία

Ένα κόμμα που κερδίζει με 40% αντιμετωπίζεται ως κυρίαρχο. Ένα κόμμα που είναι πρώτο με 27% αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Και ένα κόμμα που βρίσκεται κάτω από το 25% εισέρχεται στη δεύτερη κάλπη υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες.

Η πρώτη κάλπη, επομένως, μπορεί να αλλάξει όχι μόνο τους αριθμούς αλλά και το πολιτικό κλίμα.

Το δίλημμα του Μητσοτάκη

Γι’ αυτό η στρατηγική της ΝΔ θα πρέπει να αντιμετωπίσει δύο διαφορετικές εκλογές.

Στην πρώτη θα πρέπει να περιορίσει την τιμωρητική ψήφο.

Να πείσει τον ψηφοφόρο ότι τα προβλήματα της ακρίβειας, της στέγασης και των μισθών αντιμετωπίζονται. Να απαντήσει στα ζητήματα κράτους δικαίου και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη εκεί όπου έχει πληγεί.

Στη δεύτερη θα πρέπει να κερδίσει κάτι διαφορετικό: την ψήφο που δίνει κυβέρνηση. Και αυτό δεν είναι καθόλου δεδομένο.

Γιατί ένας ψηφοφόρος μπορεί να θέλει να στείλει μήνυμα στη ΝΔ στην πρώτη Κυριακή, χωρίς να έχει αποφασίσει ποιον θέλει να κυβερνήσει στη δεύτερη. Αυτό ακριβώς είναι η παγίδα της δεύτερης Κυριακής.

Η ΝΔ μπορεί να μπει στην πρώτη κάλπη θεωρώντας ότι το βασικό ερώτημα είναι αν θα είναι πρώτη. Μπορεί όμως να ανακαλύψει το βράδυ των εκλογών ότι το πραγματικό ερώτημα ήταν πόσο ισχυρή θα είναι.

Και εάν βρεθεί κάτω από το 25%, η δεύτερη κάλπη θα ανοίξει ένα εντελώς διαφορετικό παιχνίδι. Τότε δεν θα αρκεί να είναι πρώτη.

Θα πρέπει να αποδείξει ότι μπορεί ακόμη να γίνει κυβέρνηση. Και μέχρι να ανοίξουν οι κάλπες της δεύτερης Κυριακής, όλα θα είναι ανοιχτά.