Ανδρουλάκης και Δούρου στήνουν μπλόκο στον Τσίπρα
Ο κίνδυνος απορρόφησης στον 2ο γύρο των εκλογών
Το μεγάλο μέτωπο ΠΑΣΟΚ – ΣΥΡΙΖΑ – Νέας Αριστεράς απέναντι στην ΕΛΑΣ του Τσίπρα. Το παρασκήνιο των επαφών, ο φόβος της πολιτικής απορρόφησης και η μάχη για την επόμενη ημέρα της Κεντροαριστεράς – Γιατί η επίσημη συνεργασία παραμένει απαγορευμένη ζώνη, αλλά τα μεσαία στελέχη αναζητούν κοινό βηματισμό.

Στην Κεντροαριστερά διαμορφώνεται ένα παράδοξο πολιτικό σκηνικό. Σε επίπεδο ηγεσιών, η συνεργασία του ΠΑΣΟΚ με τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά παραμένει εξαιρετικά δύσκολη, αν όχι πρακτικά αδύνατη στην παρούσα φάση. Στα χαμηλότερα και μεσαία επίπεδα, ωστόσο, οι συζητήσεις για την επόμενη ημέρα του προοδευτικού χώρου αποκτούν διαφορετικό ενδιαφέρον. Γιατί, πίσω από τις δημόσιες αντιπαραθέσεις, υπάρχει ένας κοινός προβληματισμός: η επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα μπορεί να αλλάξει τις ισορροπίες και να συμπιέσει πολιτικά δυνάμεις που μέχρι σήμερα διεκδικούν αυτόνομο ρόλο. Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι, επομένως, αν θα υπάρξει αύριο μια κοινή πορεία Ανδρουλάκη, Δούρου και Σακελλαρίδη/Πέρκας. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο δεν διαφαίνεται. Το ερώτημα είναι εάν στελέχη των τριών χώρων, τα οποία αντιλαμβάνονται ότι απειλούνται από την ανασύνθεση που επιχειρεί ο πρώην πρωθυπουργός, θα αναζητήσουν τρόπους πολιτικής συνεννόησης ώστε να μην παραδώσουν αμαχητί στον Τσίπρα το σύνολο της δεξαμενής των προοδευτικών ψηφοφόρων.

Ο κοινός αντίπαλος και ο φόβος της απορρόφησης
Η ίδρυση της Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης, της ΕΛ.Α.Σ., από τον Αλέξη Τσίπρα αλλάζει τα δεδομένα. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν επιστρέφει απλώς για να διεκδικήσει ένα κομμάτι του παλιού ΣΥΡΙΖΑ. Επιχειρεί να εμφανιστεί ως ο φορέας μιας ευρύτερης ανασύνθεσης της Κεντροαριστεράς, απευθυνόμενος τόσο σε ψηφοφόρους της ριζοσπαστικής Αριστεράς όσο και σε πολίτες που κινούνται στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας. Αυτό ακριβώς είναι που προκαλεί ανησυχία σε στελέχη του ΠΑΣΟΚ, του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Αριστεράς. Εάν ο Τσίπρας καταφέρει να εμφανιστεί ως ο μοναδικός πολιτικός πόλος με δυνατότητα να συγκεντρώσει ευρύτερες προοδευτικές δυνάμεις, τότε οι υπόλοιποι κινδυνεύουν να μετατραπούν σε μικρότερους παίκτες μιας αναμέτρησης που θα διεξάγεται με τους δικούς του όρους. Το πρόβλημα, μάλιστα, δεν περιορίζεται στις δημοσκοπικές επιδόσεις. Αφορά την πολιτική ταυτότητα, την εκπροσώπηση του χώρου και, κυρίως, το ποιος θα έχει τον πρώτο λόγο στις μετεκλογικές διεργασίες. Για αρκετά στελέχη, η επόμενη φάση της αναμέτρησης θα κριθεί από το αν θα καταφέρουν να διατηρήσουν διακριτή παρουσία ή αν θα βρεθούν αντιμέτωπα με ένα νέο κύμα μετακινήσεων προς την ΕΛ.Α.Σ.

Το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να γίνει «πράσινος ΣΥΡΙΖΑ»
Στη Χαριλάου Τρικούπη, ο Νίκος Ανδρουλάκης έχει έναν επιπλέον λόγο να αντιμετωπίζει με επιφυλακτικότητα τα ανοίγματα προς τα αριστερά. Έχει επενδύσει πολιτικά στην προσπάθεια να παρουσιάσει το ΠΑΣΟΚ ως τον βασικό αυτόνομο φορέα της αντιπολίτευσης και όχι ως ένα κόμμα που θα περιμένει τις αποφάσεις του Τσίπρα για να καθορίσει τη στάση του.
Μια επίσημη συνεργασία με τον ΣΥΡΙΖΑ ή τη Νέα Αριστερά θα δημιουργούσε, άλλωστε, σοβαρό πολιτικό πρόβλημα. Η Νέα Δημοκρατία θα έβρισκε την ευκαιρία να επαναφέρει με μεγαλύτερη ένταση το επιχείρημα περί «πράσινου ΣΥΡΙΖΑ», αμφισβητώντας την προσπάθεια του Ανδρουλάκη να διατηρήσει το ΠΑΣΟΚ σε διακριτή ιδεολογική και πολιτική τροχιά. Υπάρχει, επιπλέον, το ζήτημα των προσώπων. Ο Παύλος Πολάκης αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα εμπόδια για οποιαδήποτε προσέγγιση με την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, καθώς η πολιτική και προσωπική αντιπαράθεση των προηγούμενων ετών εξακολουθεί να βαραίνει τις σχέσεις των δύο πλευρών. Δεν είναι, ασφαλώς, ο μοναδικός λόγος που αποκλείει μια συνεργασία. Είναι, όμως, ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των αντιφάσεων που θα έπρεπε να ξεπεραστούν.
Ο Ανδρουλάκης γνωρίζει ότι μια απότομη μετατόπιση προς τα αριστερά θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις στο εσωτερικό του κόμματός του και να απομακρύνει ψηφοφόρους που θέλουν μια διαφορετική πρόταση διακυβέρνησης από εκείνη του ΣΥΡΙΖΑ της προηγούμενης περιόδου.

Η εσωτερική αγωνία σε Κουμουνδούρου και Νέα Αριστερά
Στον ΣΥΡΙΖΑ, η επιστροφή του Τσίπρα δημιουργεί ένα διαφορετικό πρόβλημα: ποιος θα μπορέσει να διατηρήσει πολιτικό ρόλο όταν ο πρώην πρωθυπουργός αρχίσει να συγκεντρώνει γύρω του παλιά στελέχη και να διεκδικεί εκ νέου την ηγεσία του ευρύτερου χώρου; Αντίστοιχες ανησυχίες υπάρχουν και στη Νέα Αριστερά, όπου η ανασύνθεση της προοδευτικής παράταξης μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για το μέλλον του εγχειρήματος. Η πιθανότητα επιστροφής στελεχών στον πολιτικό κύκλο του Τσίπρα και η μάχη για την εκπροσώπηση των ίδιων ψηφοφόρων δημιουργούν ένα περιβάλλον αυξημένης πίεσης. Δεν είναι τυχαίο ότι τα πρόσφατα δημοσιεύματα καταγράφουν εσωτερικές διαφωνίες στην ΕΛ.Α.Σ. για τη στρατηγική απέναντι στο ΠΑΣΟΚ και την επιστροφή στελεχών από τον παλιό ΣΥΡΙΖΑ.
Η ίδια η πλευρά Τσίπρα δεν είναι απαλλαγμένη από αντιφάσεις: άλλο η επιδίωξη διεύρυνσης και άλλο η διαχείριση των προσώπων που διεκδικούν θέση στο νέο εγχείρημα. Σε αυτό το περιβάλλον, η επικοινωνία μεταξύ μεσαίων στελεχών διαφορετικών κομματικών χώρων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Δεν συνιστά από μόνη της συμφωνία ή οργανωμένο μέτωπο. Δείχνει, όμως, ότι υπάρχουν κοινά ερωτήματα για το πώς θα διατηρηθούν οι πολιτικές και οργανωτικές ισορροπίες όταν η μάχη για την ηγεμονία της Κεντροαριστεράς περάσει στην επόμενη φάση.

Η δεύτερη φάση της μάχης
Το μεγάλο ερώτημα είναι τι θα συμβεί όταν η αντιπαράθεση περάσει από τη σημερινή δημοσκοπική σύγκρουση στη διαμόρφωση των μετεκλογικών συσχετισμών. Σε μια τέτοια συγκυρία, κάθε κόμμα θα κληθεί να αποφασίσει αν θα επιμείνει στην αυτόνομη πορεία του ή αν θα αναζητήσει συνεννοήσεις για να διατηρήσει επιρροή. Για το ΠΑΣΟΚ, το στοίχημα είναι να μην εμφανιστεί ως ουρά του Τσίπρα. Για τον ΣΥΡΙΖΑ και τη Νέα Αριστερά, να μην καταλήξουν απλώς δεξαμενές στελεχών για ένα νέο πολιτικό σχήμα. Και για την ΕΛ.Α.Σ., να αποδείξει ότι μπορεί να διευρυνθεί χωρίς να μετατραπεί σε μια ανακύκλωση προσώπων και αντιθέσεων του παρελθόντος. Εδώ βρίσκεται και η ουσία του παρασκηνίου: δεν χρειάζεται να υπάρξει κοινή κομματική συμφωνία για να διαμορφωθούν συγκλίσεις σε επιμέρους ζητήματα. Αρκεί να υπάρχει η κοινή αντίληψη ότι κανένας από τους υπόλοιπους παίκτες δεν θέλει να δει τον Τσίπρα να αναδεικνύεται σε αδιαμφισβήτητο εκπρόσωπο ολόκληρης της Κεντροαριστεράς. Η μάχη, επομένως, δεν αφορά μόνο τις επόμενες εκλογές. Αφορά την επόμενη ημέρα του προοδευτικού χώρου και το ποιος θα έχει τη δυνατότητα να καθορίσει τους όρους της ανασύνθεσής του. Και όσο ο Τσίπρας επιχειρεί να διευρύνει την επιρροή του, τόσο θα εντείνεται το δίλημμα για τα στελέχη των άλλων κομμάτων: θα συνεχίσουν να ανταγωνίζονται μεταξύ τους ή θα αναζητήσουν, έστω άτυπα, τρόπους να διατηρήσουν τον δικό τους πολιτικό χώρο; Προς το παρόν, επίσημη συμφωνία δεν υπάρχει. Η μάχη, όμως, για την πολιτική επιβίωση έχει ήδη αρχίσει. Να υπάρξει μια συμφωνία πολιτικής στήριξης μεταξύ πρώτης και δεύτερης κάλπης. Μετά την πρώτη αναμέτρηση, κάθε χώρος θα γνωρίζει την πραγματική εκλογική του δύναμη και θα μπορούσε να υπάρξει συνεννόηση για κοινές πολιτικές προτεραιότητες ή για το ποιος θα διεκδικήσει την ηγεσία της αντιπολίτευσης.
