Ο Μητσοτάκης και η «κβαντική» αντιπολίτευση

Χαρίζουν στον Μητσοτάκη και τρίτη τετραετία

Ο Μητσοτάκης και η «κβαντική» αντιπολίτευση

Η ακρίβεια και η ενεργειακή φτώχεια φθείρουν την κυβέρνηση, αλλά ο πρωθυπουργός παραμένει όρθιος – ΠΑΣΟΚ, Τσίπρας, Καρυστιανού και οι μικρότεροι παίκτες υπόσχονται νίκες, αυτοδυναμίες και αποκλεισμούς συνεργασιών σε ένα πολιτικό σκηνικό που αψηφά την κοινή λογική.

σχετικά άρθρα

Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική που η πραγματικότητα μοιάζει να παραβιάζει ακόμη και τους στοιχειώδεις κανόνες της αριθμητικής. Η κοινωνία ζητά αλλαγή, η ακρίβεια εξακολουθεί να πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά, η ενεργειακή φτώχεια απειλεί να μετατρέψει τον χειμώνα σε δοκιμασία για χιλιάδες οικογένειες και η κυβέρνηση δυσκολεύεται να πείσει ότι διαθέτει αποτελεσματικές απαντήσεις στα προβλήματα της καθημερινότητας. Κι όμως, ο Κυριάκος Μητσοτάκης εξακολουθεί να εμφανίζεται πολιτικά ανθεκτικός, διατηρώντας σε αρκετές δημοσκοπικές μετρήσεις καλύτερη εικόνα από το κόμμα του.

Το παράδοξο είναι προφανές. Μια κυβέρνηση που βρίσκεται αντιμέτωπη με σημαντική κοινωνική δυσαρέσκεια θα περίμενε κανείς να αντιμετωπίζει μια ισχυρή και πειστική εναλλακτική πρόταση εξουσίας. Αντί γι’ αυτό, η αντιπολίτευση μοιάζει να έχει εγκλωβιστεί σε έναν ιδιότυπο πολιτικό μικρόκοσμο, όπου όλοι διεκδικούν την πρωτιά, αρκετοί προαναγγέλλουν την επόμενη κυβέρνηση και άλλοι αποκλείουν συνεργασίες προτού καν αποκτήσουν τη δύναμη να τις διαπραγματευτούν.

Καλώς ήρθατε στην εποχή της κβαντικής πολιτικής. Εκεί όπου τα ποσοστά δεν αποτελούν αναγκαστικά μέτρο πολιτικής δύναμης, η εκλογική πραγματικότητα υποχωρεί μπροστά στις προσωπικές φιλοδοξίες και η αριθμητική μοιάζει να έχει μετατραπεί σε προαιρετική επιστήμη.

Ο Μητσοτάκης και το πολιτικό δώρο της αντιπολίτευσης

Ο πρωθυπουργός δεν βρίσκεται αντιμέτωπος με μια εύκολη κοινωνική και οικονομική συγκυρία. Η ακρίβεια παραμένει ένα από τα πιο ευαίσθητα μέτωπα για την κυβέρνηση, ενώ το ενεργειακό κόστος επιβαρύνει νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Η δυσαρέσκεια δεν εξαφανίζεται επειδή μια δημοσκόπηση καταγράφει καλύτερη προσωπική εικόνα του πρωθυπουργού από την πρόθεση ψήφου της Νέας Δημοκρατίας.

Εδώ, όμως, βρίσκεται το κλειδί του πολιτικού παραδόξου. Η φθορά της κυβέρνησης δεν μετατρέπεται αυτομάτως σε κέρδος για την αντιπολίτευση. Για να συμβεί αυτό, πρέπει να υπάρχει ένας πολιτικός φορέας που να πείθει ότι μπορεί να κυβερνήσει καλύτερα, να διαχειριστεί τις κρίσεις αποτελεσματικότερα και να προσφέρει μια συγκεκριμένη διέξοδο από τα προβλήματα της κοινωνίας.

Ο Μητσοτάκης μπορεί να χάνει δυνάμεις ως επικεφαλής μιας κυβέρνησης που δοκιμάζεται, αλλά εξακολουθεί να επωφελείται από την αδυναμία των αντιπάλων του να συγκροτήσουν ένα αξιόπιστο εναλλακτικό σχέδιο. Η σχετική υπεροχή του δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην ψήφο ενθουσιασμού. Μπορεί να εκφράζει και την απουσία μιας επιλογής που να εμπνέει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη.

Με άλλα λόγια, ο πρωθυπουργός δεν χρειάζεται να κερδίζει καθημερινά την κοινωνία, εφόσον οι αντίπαλοί του δυσκολεύονται να την πείσουν ότι διαθέτουν καλύτερη λύση.

ΠΑΣΟΚ: Πρωτιά με 12% και αρχηγός υπό πίεση

Στη Χαριλάου Τρικούπη, το αφήγημα της πολιτικής αλλαγής συνυπάρχει με μια δύσκολη δημοσκοπική πραγματικότητα. Το ΠΑΣΟΚ φιλοδοξεί να διεκδικήσει την πρώτη θέση, ακόμη και με μία ψήφο διαφορά, αλλά όσο παραμένει καθηλωμένο σε ποσοστά της τάξης του 12% τόσο μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στις προσδοκίες και στην πραγματική εκλογική του δύναμη.

Το πρόβλημα δεν είναι ότι ένα κόμμα δεν δικαιούται να ονειρεύεται την πρωτιά. Είναι ότι η φιλοδοξία πρέπει να συνοδεύεται από μια πειστική στρατηγική διεύρυνσης, ένα σαφές πολιτικό μήνυμα και την ικανότητα να προσελκύσει ψηφοφόρους πέρα από τον παραδοσιακό του χώρο.

Την ίδια ώρα, ο Νίκος Ανδρουλάκης δεν έχει απεριόριστο πολιτικό χρόνο. Εφόσον το ΠΑΣΟΚ δεν καταφέρει να εκπληρώσει τον στόχο της πρωτιάς, η συζήτηση για την επόμενη ημέρα είναι πιθανό να ενταθεί. Και αν το κόμμα βρεθεί ξανά στην τρίτη θέση, τότε το ζήτημα της ηγεσίας δύσκολα θα παραμείνει εκτός συζήτησης.

Η αντίφαση είναι χαρακτηριστική: ένα κόμμα που θέλει να εμφανίζεται ως ο βασικός διεκδικητής της εξουσίας εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ερωτήματα για την εκλογική του δυναμική και την εσωτερική συνοχή της ηγεσίας του. Η πολιτική αλλαγή δεν επιτυγχάνεται με την επανάληψη της επιθυμίας. Χρειάζεται εκλογική αριθμητική, κοινωνική διείσδυση και αξιοπιστία.

Τσίπρας: Η επιστροφή δεν είναι αυτονόητη πορεία προς την εξουσία

Στον χώρο της ευρύτερης Αριστεράς, η συζήτηση για την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα συνοδεύεται από μεγάλες προσδοκίες. Οι υποστηρικτές του τον αντιμετωπίζουν ως τον πολιτικό που μπορεί να ανασυνθέσει τον προοδευτικό χώρο και να διεκδικήσει εκ νέου την πρωθυπουργία.

Το ερώτημα, ωστόσο, είναι πολύ πιο πεζό και γι’ αυτό περισσότερο αποκαλυπτικό: με ποια εκλογική δύναμη θα επιχειρήσει να επιστρέψει και ποια θα είναι η σχέση αυτής της δύναμης με το πολιτικό κεφάλαιο που ήδη διαθέτει;

Αν ένας πρώην πρωθυπουργός, ο οποίος άφησε τον ΣΥΡΙΖΑ στην αξιωματική αντιπολίτευση με ποσοστό 17,5% στις εκλογές του 2023, επιστρέψει στην εκλογική αρένα με χαμηλότερη επίδοση, για παράδειγμα της τάξης του 16%, τότε η πολιτική αποτίμηση δεν θα είναι καθόλου αυτονόητη. Τα ποσοστά αυτά, βεβαίως, δεν αποτελούν πρόβλεψη για το τελικό αποτέλεσμα, αλλά ένα υποθετικό σενάριο που αναδεικνύει το πραγματικό διακύβευμα.

Η επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού δεν κρίνεται μόνο από το αν θα συγκεντρώσει ένα αξιοπρεπές ποσοστό. Κρίνεται από το αν θα καταφέρει να δημιουργήσει νέο πολιτικό ρεύμα, να υπερβεί τα όρια του παλιού του ακροατηρίου και να εμφανιστεί ως ηγέτης μιας ευρύτερης κοινωνικής πλειοψηφίας.

Το να δηλώνει κανείς ότι θα γίνει πρωθυπουργός είναι εύκολο. Το δύσκολο είναι να εξηγήσει με ποιους ψηφοφόρους, με ποια πολιτική συμμαχία και με ποια συγκεκριμένη πρόταση θα το πετύχει.

Καρυστιανού: Από το 4% στην αυτοδυναμία;

Ακόμη πιο εντυπωσιακή είναι η αντίθεση ανάμεσα στα μικρά δημοσκοπικά μεγέθη και στις μεγάλες πολιτικές προσδοκίες που αναπτύσσονται γύρω από νέα εγχειρήματα. Η Μαρία Καρυστιανού, με βάση το υποθετικό δημοσκοπικό δεδομένο του 4% που τίθεται στη συζήτηση, καλείται να αντιμετωπίσει ένα κρίσιμο ερώτημα: πώς μετατρέπεται η κοινωνική απήχηση και η διαμαρτυρία σε συγκροτημένη εκλογική δύναμη;

Η δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό σύστημα μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για ένα νέο εγχείρημα. Δεν αποτελεί, όμως, από μόνη της ολοκληρωμένο πρόγραμμα διακυβέρνησης. Άλλο η κοινωνική αγανάκτηση, άλλο η πρόθεση ψήφου και εντελώς διαφορετικό πράγμα η δυνατότητα σχηματισμού αυτοδύναμης κυβέρνησης.

Η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός προσδοκιών. Είναι σύγκρουση με πραγματικούς αριθμούς, πραγματικές κοινωνικές συμμαχίες και πραγματικές ευθύνες.

Βελόπουλος και Λατινοπούλου: Οι συνεργασίες που αποκλείονται πριν υπάρξουν

Στην περίπτωση της Ελληνικής Λύσης και της Φωνής Λογικής, το πολιτικό θέατρο αποκτά τη δική του ξεχωριστή διάσταση. Οι Κυριάκος Βελόπουλος και Αφροδίτη Λατινοπούλου επιδιώκουν να διατηρήσουν διακριτό πολιτικό στίγμα και να αποκλείσουν εκ των προτέρων σενάρια συνεργασίας με άλλους σχηματισμούς.

Κάθε κόμμα έχει, φυσικά, το δικαίωμα να θέτει κόκκινες γραμμές. Όταν, όμως, η συζήτηση για την εξουσία ξεκινά με διαδοχικούς αποκλεισμούς, πριν ακόμη αποσαφηνιστεί ο συσχετισμός δυνάμεων, το αποτέλεσμα θυμίζει πολιτικό αδιέξοδο που παρουσιάζεται ως στρατηγική επιλογή.

Ποιος θα συνεργαστεί με ποιον, με ποιους όρους και στη βάση ποιου προγράμματος; Αυτά είναι ερωτήματα που απασχολούν τους ψηφοφόρους όταν πλησιάζει η ώρα των αποφάσεων. Οι εκ των προτέρων διακηρύξεις μπορεί να συσπειρώνουν ένα ακροατήριο, αλλά δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: τι γίνεται την επόμενη ημέρα των εκλογών;

Άρμεγε λαγούς και κούρευε χελώνες! Στην κβαντική πολιτική, άλλωστε, τα πάντα είναι δυνατά: ακόμη και να παράγεται πολιτική ενέργεια από το μηδέν.

ΣΥΡΙΖΑ: Η εσωκομματική συζήτηση καταπίνει την πολιτική

Και ενώ η αντιπολίτευση επιχειρεί να βρει τον βηματισμό της, στον ΣΥΡΙΖΑ η συζήτηση για την επόμενη ημέρα εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από την ηγεσία. Ο Παύλος Πολάκης επαναφέρει διαρκώς το ζήτημα της αλλαγής αρχηγού, σε μια περίοδο κατά την οποία το κόμμα δυσκολεύεται να πείσει ότι μπορεί να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο.

Το πρόβλημα είναι βαθύτερο από μια προσωπική αντιπαράθεση. Όταν ένα κόμμα αναλώνεται στη συζήτηση για το ποιος θα το οδηγήσει, χωρίς να πείθει ότι γνωρίζει προς τα πού θέλει να πάει, η εσωκομματική διαδικασία μετατρέπεται σε υποκατάστατο πολιτικής στρατηγικής.

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κινδυνεύει να μείνει εκτός Βουλής, όπως υποδηλώνει το δυσμενές σενάριο που περιγράφεται, τότε η κρίση του δεν θα είναι απλώς οργανωτική. Θα αφορά την ίδια την πολιτική του χρησιμότητα, την κοινωνική του βάση και την ικανότητά του να εκφράσει ένα διακριτό ακροατήριο.

Οι διαμάχες για την ηγεσία δεν μπορούν να υποκαταστήσουν ένα πειστικό πρόγραμμα. Και οι αλλαγές προσώπων δεν αρκούν όταν το πρόβλημα αφορά συνολικά την ταυτότητα και την αξιοπιστία ενός κόμματος.

Η κβαντική αντιπολίτευση και το πραγματικό πλεονέκτημα του πρωθυπουργού

Το συμπέρασμα είναι ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης βρίσκεται σε μια πολιτικά παράδοξη θέση. Από τη μία πλευρά, καλείται να διαχειριστεί μια κοινωνία που πιέζεται από την ακρίβεια, το ενεργειακό κόστος και την αίσθηση ότι οι δυσκολίες της καθημερινότητας δεν αντιμετωπίζονται με την απαιτούμενη αποτελεσματικότητα. Από την άλλη, βλέπει απέναντί του μια αντιπολίτευση που δυσκολεύεται να μετατρέψει τη δυσαρέσκεια σε συγκροτημένη πρόταση εξουσίας.

Είναι, ασφαλώς, πολιτικά τυχερός. Η τύχη, όμως, στην πολιτική δεν είναι ανεξάρτητη από τις αδυναμίες των αντιπάλων. Όταν το ΠΑΣΟΚ διεκδικεί την πρωτιά χωρίς να έχει ακόμη πείσει ότι μπορεί να τη φτάσει, όταν η επιστροφή του Τσίπρα συνοδεύεται από προσδοκίες που πρέπει να επιβεβαιωθούν στην κάλπη, όταν νέα πολιτικά εγχειρήματα συζητούν για αυτοδυναμίες από αφετηρία μικρών ποσοστών και όταν τα κόμματα της αντιπολίτευσης αποκλείουν συνεργασίες χωρίς να παρουσιάζουν εναλλακτική διαδρομή προς τη διακυβέρνηση, τότε το κυβερνητικό πλεονέκτημα μεγαλώνει.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι ο πρωθυπουργός είναι άτρωτος. Η προσωπική δημοφιλία δεν αποτελεί λευκή επιταγή, ούτε η καταλληλότητα για την πρωθυπουργία ταυτίζεται με την πρόθεση ψήφου. Η κοινωνική δυσαρέσκεια μπορεί να παραμένει υποβόσκουσα για μεγάλο διάστημα και να εκδηλωθεί εκλογικά όταν εμφανιστεί μια πειστική εναλλακτική.

Εκεί ακριβώς βρίσκεται το μεγάλο πρόβλημα της αντιπολίτευσης: όσο αδυνατεί να συγκροτήσει αυτή την εναλλακτική, τόσο επιτρέπει στον Μητσοτάκη να εμφανίζεται ως η ασφαλέστερη επιλογή μέσα σε ένα σκηνικό αβεβαιότητας.

Η «κβαντική» πολιτική έχει τους δικούς της κανόνες. Όλοι μπορούν να δηλώνουν νικητές, όλοι μπορούν να ονειρεύονται την εξουσία και όλοι μπορούν να υπόσχονται ότι θα αλλάξουν τη χώρα. Όταν, όμως, έρθει η ώρα της κάλπης, η πραγματικότητα δεν θα μετρηθεί σε διακηρύξεις, προσωπικές φιλοδοξίες και πολιτικά συνθήματα.

Θα μετρηθεί σε ψήφους.

Και μέχρι τότε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης μπορεί να συνεχίζει να αντιμετωπίζει μια αντιπολίτευση που, αντί να αξιοποιεί τη φθορά της κυβέρνησης, μοιάζει να προσφέρει στον ίδιο το πολυτιμότερο πολιτικό δώρο: την απουσία ενός πειστικού αντιπάλου.