Έρευνα αποκαλύπτει αποκλίσεις στο κόστος διακοπών της Ευρώπης
Πρόσφατη ανάλυση του Euronews Business, βασισμένη σε στοιχεία της Eurostat, καταγράφει σημαντικές αποκλίσεις στο κόστος των καλοκαιρινών διακοπών, ιδιαίτερα στις τιμές φαγητού, διαμονής και ποτών, μεταξύ των δημοφιλέστερων ευρωπαϊκών προορισμών. Η έρευνα συγκρίνει τα επίπεδα τιμών σε επτά χώρες – Τουρκία, Ελλάδα, Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Γαλλία και Κροατία.
Από τα στοιχεία προκύπτει ότι η Τουρκία αποτελεί τη φθηνότερη επιλογή συνολικά, ενώ η Πορτογαλία προσφέρει την καλύτερη σχέση ποιότητας-τιμής σε ξενοδοχεία και εστιατόρια. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η ανάλυση βασίζεται στους εθνικούς μέσους όρους τιμών, πράγμα που σημαίνει ότι οι τιμές σε συγκεκριμένους, ιδιαίτερα δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς, ενδέχεται να είναι αισθητά υψηλότερες.
Βάσει του δείκτη συνολικής καταναλωτικής δαπάνης των νοικοκυριών, η Τουρκία αναδεικνύεται η οικονομικότερη χώρα της σύγκρισης. Ένα «καλάθι» αγαθών και υπηρεσιών που κοστίζει κατά μέσο όρο 100 ευρώ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, στην Τουρκία διαμορφώνεται μόλις στα 59,6 ευρώ. Αντίθετα, η Γαλλία εμφανίζει το υψηλότερο κόστος με 100,3 ευρώ, ακολουθούμενη από την Ιταλία (97,1 ευρώ), την Ισπανία (91,6 ευρώ), την Ελλάδα (87,4 ευρώ), την Πορτογαλία (86,6 ευρώ) και την Κροατία (78,4 ευρώ).
Στην κατηγορία της διαμονής και της εστίασης, η Πορτογαλία αναδεικνύεται ως η πιο συμφέρουσα επιλογή, με δείκτη 73,6, υποδηλώνοντας τιμές κατά 26,4 ευρώ χαμηλότερες από τον μέσο όρο της ΕΕ. Ακολουθεί η Τουρκία (78,3 ευρώ), ενώ Ισπανία (85,4), Ελλάδα (86,1) και Κροατία (89,6) βρίσκονται επίσης κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι ακριβότεροι προορισμοί σε αυτή την κατηγορία είναι η Γαλλία (116) και η Ιταλία (110,8).
Οι τιμές των τροφίμων παρουσιάζουν μικρότερες αποκλίσεις. Η Γαλλία είναι η ακριβότερη, με τιμές περίπου 8% πάνω από τον μέσο όρο της ΕΕ, ενώ η Τουρκία είναι η οικονομικότερη με 75,6 ευρώ. Η Ισπανία είναι η μοναδική άλλη χώρα με τιμές κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ενώ Ελλάδα, Ιταλία, Πορτογαλία και Κροατία κινούνται ελαφρώς υψηλότερα.
Η μεγαλύτερη διαφοροποίηση καταγράφεται στις τιμές των αλκοολούχων ποτών. Παρά το χαμηλό συνολικό κόστος ζωής, η Τουρκία είναι ο ακριβότερος προορισμός, με δείκτη 210,2, δηλαδή πάνω από το διπλάσιο του μέσου όρου της ΕΕ. Η Ελλάδα κατατάσσεται δεύτερη (154), ακολουθούμενη από την Κροατία (133,9). Στον αντίποδα, η Ιταλία έχει τις χαμηλότερες τιμές (81,9), με την Ισπανία επίσης κάτω από τον μέσο όρο.
Στα μη αλκοολούχα ποτά οι διαφορές είναι πιο περιορισμένες, με τις χαμηλότερες τιμές στην Ιταλία και τις υψηλότερες στην Κροατία. Η Τουρκία διατηρεί επίσης το χαμηλότερο κόστος στα προϊόντα καπνού (δείκτης 25,4 έναντι 100 στην ΕΕ), ενώ η Γαλλία είναι η ακριβότερη. Επιπλέον, η Τουρκία είναι ο οικονομικότερος προορισμός για μέσα μαζικής μεταφοράς, περίπου 32% χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τη Γαλλία να είναι η μόνη χώρα όπου οι μετακινήσεις κοστίζουν περισσότερο από τον μέσο όρο της ΕΕ. Μικρές αποκλίσεις παρατηρούνται στις τιμές των θαλασσινών, με την Πορτογαλία να καταγράφει τις χαμηλότερες και την Ελλάδα τις υψηλότερες μεταξύ των επτά χωρών.
Οι συντάκτες της έρευνας επισημαίνουν ότι τα στοιχεία αφορούν αποκλειστικά τα επίπεδα τιμών και δεν λαμβάνουν υπόψη τα εισοδήματα των καταναλωτών, συνεπώς το πραγματικό κόστος των διακοπών διαφοροποιείται ανάλογα με την αγοραστική δύναμη κάθε ταξιδιώτη.
Σταθερή εικόνα για τον ελληνικό τουρισμό το πρώτο πεντάμηνο του 2026
Παράλληλα, το Ινστιτούτο Τουριστικών Ερευνών και Προβλέψεων (ΙΤΕΠ) παρουσίασε τη σταθερή πορεία των βασικών δεικτών της ελληνικής τουριστικής αγοράς κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, καθώς και την ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού ξενοδοχειακού δυναμικού. Κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, η νέα πρόεδρος του ΙΤΕΠ, Χριστίνα Τετράδη, τόνισε την αξιοπιστία των δεδομένων που παρέχονται από το Ινστιτούτο για τον σχεδιασμό πολιτικών και αποφάσεων σε όλα τα επίπεδα.
Ο Γενικός Διευθυντής του ΙΤΕΠ, καθηγητής Γιώργος Πετράκος, ανέλυσε τη σημαντική ποιοτική αναβάθμιση του ελληνικού ξενοδοχειακού κλάδου την τελευταία δεκαετία, η οποία συνέβαλε καθοριστικά στην οικονομική μεγέθυνση, στην ενίσχυση του τουριστικού προϊόντος και στην αύξηση της προστιθέμενης αξίας του κλάδου. Το 2025, ο συνολικός τζίρος των ξενοδοχείων έφτασε τα 12,5 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 9% σε σχέση με το 2024 (11,5 δισ. ευρώ).
Σύμφωνα με τα ευρήματα των ερευνών του ΙΤΕΠ, οι Έλληνες ξενοδόχοι υιοθετούν σύγχρονη επιχειρηματική κουλτούρα, συνδυάζοντας την παράδοση με τις αρχές της βιωσιμότητας (ESG) και την αξιοποίηση νέων τεχνολογιών, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην αύξηση των ξενοδοχείων τεσσάρων και πέντε αστέρων, καθώς και στη διεύρυνση του κύκλου εργασιών, κάτι που συνδέεται άμεσα με την ποιοτική αναβάθμιση του τουριστικού προϊόντος.
Οι επενδύσεις για ανακαινίσεις και επεκτάσεις ξενοδοχειακών μονάδων ανήλθαν το 2025 στα 1,5 δισ. ευρώ, με σημαντική αύξηση και στις επενδύσεις για δράσεις βιωσιμότητας. Στον τομέα της απασχόλησης, ο κλάδος φιλοξένησε άμεσα περισσότερους από 225.000 εργαζόμενους το 2025, καταγράφοντας σταθερή άνοδο, ενώ σημειώθηκε και σημαντική παρουσία γυναικών σε διοικητικές θέσεις.
Ο κ. Πετράκος επισήμανε ότι κατά το πρώτο πεντάμηνο του 2026, οι πληρότητες και οι μέσες τιμές των ξενοδοχείων παραμένουν στα ίδια επίπεδα με την αντίστοιχη περίοδο του 2025, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη σταθερότητα του κλάδου σε ένα περιβάλλον αυξημένων διεθνών προκλήσεων.
