Η επίσκεψη του Ντόναλντ Τραμπ στο Πεκίνο ολοκληρώθηκε, επιβεβαιώνοντας όσους δεν περίμεναν κοσμογονικές αλλαγές. Οι υψηλές προσδοκίες των δυτικών μέσων ενημέρωσης αποδείχθηκαν, για άλλη μια φορά, εκτός πραγματικότητας. Όποιος γνωρίζει το βάθος των σινικοαμερικανικών σχέσεων καταλάβαινε εξαρχής ότι αυτή η σύνοδος κορυφής είχε χαμηλό ταβάνι.
Η ιστορία της συγκεκριμένης συνάντησης ξεκινά με μια αναβολή. Αρχικά είχε προγραμματιστεί για τον Μάρτιο, αλλά ο Τραμπ την μετέθεσε λόγω της εμπλοκής του στο Ιράν—μια επιχείρηση που δεν εξελίσσεται καθόλου καλά. Ήθελε να εμφανιστεί στην Κίνα με μια διπλωματική νίκη στις αποσκευές του, αλλά αναγκάστηκε να μεταφέρει το ταξίδι για τον Μάιο.
Αυτή η καθυστέρηση είχε ως αποτέλεσμα μια πρόχειρη αμερικανική προετοιμασία, γεγονός που προκάλεσε έντονο εκνευρισμό στην κινεζική πλευρά. Είναι χαρακτηριστικό του κλίματος ότι ο Αμερικανός πρόεδρος, φτάνοντας στο αεροδρόμιο του Πεκίνου, δεν ήταν καν σίγουρος για το ποιος θα τον υποδεχτεί και αν ο άνθρωπος αυτός μιλούσε αγγλικά. Τελικά, τον υποδέχτηκε ο Κινέζος αντιπρόεδρος. Αυτό το περιστατικό αποτυπώνει ανάγλυφα την έλλειψη οργάνωσης από την πλευρά της Ουάσιγκτον.
Το Κινεζικό Πρόγραμμα
Οι Κινέζοι, από την πλευρά τους, αντιμετώπισαν την επίσκεψη ως μια υποχρέωση που έπρεπε να «στριμωχτεί» ανάμεσα σε άλλες διεθνείς επαφές τους. Μπορεί να έστρωσαν το κόκκινο χαλί και να τήρησαν το πρωτόκολλο, όμως η ουσία παρέμεινε περιορισμένη.
Την Πέμπτη, ο Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ είχαν μια δίωρη συνάντηση στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού, η οποία συνοδεύτηκε από επίσημο γεύμα. Τα ανακοινωθέντα που εκδόθηκαν στη συνέχεια από τις δύο πλευρές επιβεβαίωσαν ότι δεν υπήρξε καμία γεωπολιτική πρόοδος. Οι δύο υπερδυνάμεις παραμένουν σε απόσταση ασφαλείας στα μεγάλα διεθνή ζητήματα, χωρίς να διαφαίνεται νέα κατεύθυνση στις διμερείς τους σχέσεις.
Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές συνόδους, όπου προηγούνται μήνες διπλωματικής προεργασίας ώστε οι ηγέτες απλώς να επικυρώσουν μια συμφωνία, εδώ δεν υπήρξε τίποτα έτοιμο. Η αμερικανική εξωτερική πολιτική φαίνεται να έχει εγκαταλείψει την κλασική διπλωματία, και τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής είναι πλέον ορατά.
Στο πολιτικό πεδίο, το χάσμα είναι τεράστιο. Δεν υπήρξε καμία σύγκλιση για το θέμα του Ιράν, ούτε φυσικά για το ζήτημα της Ταϊβάν. Η Κίνα, ωστόσο, φρόντισε να θέσει τις προτεραιότητές της με απόλυτη σαφήνεια.
Ο Σι Τζινπίνγκ ξεκίνησε την ομιλία του αναφερόμενος αποκλειστικά στην Ταϊβάν. Ήδη πριν από την άφιξη του Τραμπ, ο κινεζικός τύπος αποκαλούσε το νησί «την πιο κόκκινη από τις κόκκινες γραμμές». Το μήνυμα του Πεκίνου ήταν ξεκάθαρο: η Ταϊβάν αποτελεί εσωτερική υπόθεση της Κίνας και οι ΗΠΑ οφείλουν να μειώσουν ή να σταματήσουν εντελώς τις πωλήσεις όπλων στην Ταπέι, οι οποίες έχουν αυξηθεί κατακόρυφα τα τελευταία χρόνια.

Οι Προτεραιότητες Τραμπ
Για τον Ντόναλντ Τραμπ, η ατζέντα ήταν τελείως διαφορετική και επικεντρώθηκε αποκλειστικά στο εμπόριο. Παρά τις προσπάθειες στελεχών του, όπως ο Μάρκο Ρούμπιο, να πιέσουν την Κίνα στο θέμα του Ιράν και της ασφάλειας στα Στενά του Ορμούζ, ο Αμερικανός πρόεδρος προτίμησε να εστιάσει στις οικονομικές συμφωνίες.
Ο Τραμπ αναζητούσε γρήγορες επιχειρηματικές νίκες για να τις παρουσιάσει στο εγχώριο ακροατήριο, δεδομένου ότι αντιμετωπίζει μια δύσκολη προεκλογική αναμέτρηση στις ΗΠΑ. Στην αποστολή συμμετείχε μάλιστα και ο γιος του, Έρικ Τραμπ, εκπροσωπώντας την οικογενειακή κοινοπραξία, γεγονός που μαρτυρά ότι η επίσκεψη είχε και προσωπικό οικονομικό ενδιαφέρον για την πλευρά Τραμπ.
Στο επίκεντρο της κινεζικής ρητορικής βρέθηκε η έννοια της «εποικοδομητικής στρατηγικής σταθερότητας». Πρόκειται για ένα πλαίσιο διαχείρισης των διμερών σχέσεων που βασίζεται στην αμοιβαία παραδοχή ότι καμία πλευρά δεν μπορεί να κυριαρχήσει απόλυτα πάνω στην άλλη. Το Πεκίνο προτείνει μια συνύπαρξη που θα αποφεύγει μια γενικευμένη σύρραξη, αναγνωρίζοντας παράλληλα τον ανταγωνιστικό χαρακτήρα των σχέσεών τους.
Η στρατηγική αυτή βασίζεται σε τρεις πυλώνες. Ο πρώτος είναι η Ταϊβάν, όπου η Κίνα θέτει ένα σκληρό όριο, προειδοποιώντας εμμέσως πλην σαφώς για τον κίνδυνο πολέμου. Ο δεύτερος πυλώνας αφορά την αποφυγή της «Παγίδας του Θουκυδίδη», δηλαδή της μοιραίας σύγκρουσης μεταξύ μιας αναδυόμενης και μιας κυρίαρχης δύναμης. Ο τρίτος πυλώνας είναι η οικονομική συνεργασία, ένας τομέας όπου οι δύο χώρες μπορούν να βρουν κοινό έδαφος.
Η Δυτική Ανάγνωση
Αυτή η κινεζική πρόταση περί στρατηγικής σταθερότητας πέρασε μάλλον απαρατήρητη από τα δυτικά μέσα ενημέρωσης. Οι Αμερικανοί στην επίσημη ενημέρωσή τους δεν έκαναν καμία αναφορά σε αυτήν, περιοριζόμενοι να δηλώσουν ότι η σύνοδος ήταν θετική και ότι συζητήθηκε το εμπόριο.
Ακόμα και για το φλέγον ζήτημα της Ταϊβάν, η Ουάσιγκτον επέλεξε την τακτική της αποσιώπησης στο επίσημο ανακοινωθέν της, προσποιούμενη ότι το θέμα δεν τέθηκε με την ένταση που περιέγραψε η κινεζική πλευρά. Είναι προφανές ότι οι δύο πρωτεύουσες δίνουν εντελώς διαφορετικές ερμηνείες στα αποτελέσματα των συνομιλιών.
Η Σημασία των Επαφών
Παρά την έλλειψη θεαματικών αποτελεσμάτων, η πραγματοποίηση της συνάντησης κρίνεται θετική. Είναι η πρώτη φορά μετά από εννέα χρόνια που Αμερικανός πρόεδρος επισκέπτεται την Κίνα. Στελέχη της αμερικανικής διοίκησης, όπως ο Μάρκο Ρούμπιο (ο οποίος βρισκόταν σε κινεζική μαύρη λίστα) ή ο Πιτ Χέγκσεθ, είχαν την ευκαιρία να δουν την Κίνα από κοντά, κάτι που βοηθά στη μείωση των προκαταλήψεων.
Οι κοινωνικές επαφές στο περιθώριο της συνόδου, τα επίσημα δείπνα και η ανθρώπινη αλληλεπίδραση συμβάλλουν στη σταθερότητα. Το σημαντικότερο ίσως χειροπιαστό αποτέλεσμα είναι η πρόσκληση του Τραμπ προς τον Σι να επισκεφθεί τις ΗΠΑ τον ερχόμενο Σεπτέμβριο. Αυτή η εξέλιξη αγοράζει πολύτιμο χρόνο και για τις δύο πλευρές, μεταθέτοντας τις ουσιαστικότερες συζητήσεις για το φθινόπωρο.
Ας δούμε όμως πιο προσεκτικά τον τρίτο πυλώνα, αυτόν των επιχειρηματικών συμφωνιών. Ο Σι Τζινπίνγκ είχε επισκεφθεί το Σαν Φρανσίσκο τον Νοέμβριο του 2023, όπου είχε παρακαθήσει σε δείπνο με Αμερικανούς επιχειρηματίες—με το κόστος της θέσης δίπλα του να φτάνει τις 40.000 δολάρια. Αυτή τη φορά, ο Τραμπ έφερε μαζί του μια ομάδα από κορυφαίους διευθύνοντες συμβούλους της Corporate America.
Η αποστολή περιλάμβανε περίπου 12 CEOs, αριθμός σαφώς μικρότερος από τους 30 που είχαν συνοδεύσει τον Τραμπ το 2017, όταν είχαν υπογραφεί συμφωνίες ύψους 250 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Στην τρέχουσα σύνοδο, οι μεγάλες ανακοινώσεις έλειπαν, παρά την παρουσία ισχυρών ονομάτων της αγοράς.
Στο αεροπλάνο της αμερικανικής αποστολής συνταξίδευψαν προσωπικότητες όπως ο Ίλον Μασκ, ο Τιμ Κουκ της Apple, ο Λάρι Φινκ της BlackRock και ο Ντέιβιντ Σόλομον της Goldman Sachs. Οι εταιρείες αυτές χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες: εκείνες που εξαρτώνται απόλυτα από την κινεζική εφοδιαστική αλυσίδα (όπως η Apple και η Tesla), εκείνες που συμμετείχαν για λόγους αβροφροσύνης προς τον Τραμπ, και εκείνες που επιδιώκουν να διευρύνουν την παρουσία τους στην τεράστια κινεζική αγορά.

Το Παιχνίδι της Nvidia
Στην τρίτη κατηγορία ξεχωρίζουν δύο εταιρείες που αποτελούν ισχυρά γεωπολιτικά χαρτιά στα χέρια του Πεκίνου: η Nvidia και η Boeing.
Η Nvidia αυτή τη στιγμή έχει μηδενικές πωλήσεις στην Κίνα, χάνοντας μια αγορά η αξία της οποίας εκτιμάται στα 50 δισεκατομμύρια δολάρια. Ενώ η Ουάσιγκτον είχε απαγορεύσει την εξαγωγή των προηγμένων ημιαγωγών της εταιρείας, ο Τραμπ επέτρεψε πρόσφατα τις πωλήσεις με αντάλλαγμα έναν δασμό 25%. Ωστόσο, η Κίνα αρνήθηκε να τους αγοράσει, επικαλούμενη λόγους εθνικής ασφάλειας.
Η πραγματική επιδίωξη του Πεκίνου είναι να αναγκάσει τους εγχώριους τεχνολογικούς κολοσσούς (Alibaba, Tencent, ByteDance) να στραφούν σε κινεζικής κατασκευής μικροτσίπ. Αν η αγορά ήταν ελεύθερη, οι εταιρείες αυτές θα προτιμούσαν την Nvidia, στερώντας από την εγχώρια βιομηχανία το κίνητρο για καινοτομία. Παράλληλα, η Κίνα χρησιμοποιεί αυτή την αγορά των 50 δισεκατομμυρίων ως διαπραγματευτικό χαρτί απέναντι στον Τραμπ.
Το Παρασκήνιο Huang
Η παρουσία του διευθύνοντος συμβούλου της Nvidia, Jensen Huang, στην Κίνα πέρασε από σαράντα κύματα. Αρχικά, το όνομά του είχε αφαιρεθεί από την επίσημη λίστα της αμερικανικής αποστολής, καθώς ο Τραμπ φοβόταν τις αντιδράσεις του Κογκρέσου για τις σχέσεις της εταιρείας με το Πεκίνο.
Όταν όμως διέρρευσε στα μέσα ενημέρωσης ότι ο Huang αποκλείστηκε, ο Τραμπ άλλαξε γνώμη. Το Air Force One παρέλαβε τον Huang από το Άνκορεϊτζ της Αλάσκας, όπου το προεδρικό αεροσκάφος είχε σταματήσει για ανεφοδιασμό, και έτσι ο επικεφαλής της Nvidia έφτασε στο Πεκίνο μαζί με τον Ίλον Μασκ και τον Αμερικανό πρόεδρο.
Η Κρίση της Boeing
Η περίπτωση της Boeing είναι εξίσου χαρακτηριστική. Η αμερικανική αεροναυπηγική εταιρεία δεν έχει καταγράψει πωλήσεις στην Κίνα από το 2017, τόσο για γεωπολιτικούς λόγους όσο και εξαιτίας των γνωστών τεχνικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν τα αεροσκάφη της.
Η Boeing πίεζε για μια συμφωνία μαμούθ 500 αεροσκαφών, με τον Τραμπ να δηλώνει τελικά ότι η Κίνα συμφώνησε για την αγορά 200 αεροπλάνων. Ακόμα όμως και αν αυτή η συμφωνία υλοποιηθεί, η Boeing έχει χάσει σημαντικό έδαφος. Η ευρωπαϊκή Airbus κατέχει πλέον το 55% της κινεζικής αγοράς, έχοντας εξασφαλίσει πρόσφατα τεράστιες παραγγελίες από την China Eastern και την China Southern.
Επιπλέον, η Κίνα αναπτύσσει το δικό της επιβατικό αεροσκάφος, το Comac, το οποίο διαθέτει ήδη ένα εγχώριο χαρτοφυλάκιο παραγγελιών που ξεπερνά τα 1.000 αεροσκάφη από τις κρατικές αεροπορικές εταιρείες της χώρας. Η Boeing, επομένως, χρειάζεται την Κίνα πολύ περισσότερο από ό,τι η Κίνα την Boeing.
Αντί για μεγάλες εμπορικές συμφωνίες, το κυριότερο αποτέλεσμα της συνόδου ήταν η συμφωνία για τη δημιουργία ενός Κινεζοαμερικανικού Συμβουλίου Εμπορίου και Επενδύσεων. Αυτός ο μηχανισμός θυμίζει έντονα το «Συμβούλιο Ειρήνης» που είχε ανακοινώσει ο Τραμπ για τη Λωρίδα της Γάζας.

Το νέο αυτό διμερές όργανο θα αναλάβει να ρυθμίζει την πρόσβαση των αμερικανικών εταιρειών στην κινεζική αγορά και να επιβλέπει την υλοποίηση των συμφωνιών, όπως αυτή της Boeing, καθώς συχνά τέτοια συμβόλαια μένουν στα χαρτιά για χρόνια. Στόχος είναι η διαχείριση της εμπορικής σχέσης χωρίς τη συνεχή απειλή επιβολής νέων δασμών, γεγονός που ευθυγραμμίζεται με την κινεζική επιδίωξη για σταθερότητα.
Συμπερασματικά, η σύνοδος του Πεκίνου δεν πρόκειται να καταγραφεί ως ιστορικός σταθμός στις σχέσεις των δύο χωρών. Ακόμα και αν ο Τραμπ επιθυμεί μια νέα μορφή οικονομικής συνεργασίας με την Κίνα, επιστρέφοντας στην Ουάσιγκτον θα βρεθεί αντιμέτωπος με το κατεστημένο των νεοσυντηρητικών (neocons), οι οποίοι δύσκολα θα αποδεχθούν τις υποχωρήσεις του.
Το καλύτερο δυνατό σενάριο για το άμεσο μέλλον είναι η διατήρηση μιας σχετικής σταθερότητας στις διμερείς σχέσεις, χωρίς ακραίες εντάσεις, και η προσεκτική διαχείριση του ζητήματος της Ταϊβάν, το οποίο παραμένει το πιο επικίνδυνο σημείο τριβής.
Η Απομόνωση της Ευρώπης
Αυτή η πιθανή προσέγγιση Ουάσιγκτον και Πεκίνου δημιουργεί ένα σοβαρό πρόβλημα για την Ευρώπη. Η γηραιά ήπειρος βρίσκεται ήδη σε δυσμενή θέση: δέχεται οικονομικά πλήγματα από τους αμερικανικούς δασμούς, το ΝΑΤΟ δείχνει σημάδια αποδιοργάνωσης και το βάρος του πολέμου στην Ουκρανία πέφτει ολοένα και περισσότερο στις πλάτες των Ευρωπαίων.
Μέχρι σήμερα, το μόνο σημείο στο οποίο συνέπλεαν απόλυτα η Ευρώπη και οι ΗΠΑ ήταν η κοινή τους στάση απέναντι στην οικονομική και εξαγωγική επέκταση της Κίνας. Αν αυτό το κοινό μέτωπο διαρραγεί επειδή ο Τραμπ θα επιλέξει να κάνει ξεχωριστές συμφωνίες με το Πεκίνο, η Ευρώπη κινδυνεύει να απομονωθεί πλήρως.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ολλανδική ASML, η οποία παράγει τα πιο εξελιγμένα μηχανήματα κατασκευής μικροτσίπ στον κόσμο. Η εταιρεία εκφράζει έντονη δυσαρέσκεια, καθώς οι ΗΠΑ της απαγορεύουν να πουλήσει την τεχνολογία της στην Κίνα. Υπάρχει ο ορατός κίνδυνος ο Τραμπ να απαγορεύσει στις ευρωπαϊκές εταιρείες την πρόσβαση στην κινεζική αγορά, την ίδια ώρα που ο ίδιος θα διαπραγματεύεται προνομιακούς όρους για τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Μια τέτοια εξέλιξη θα αποτελέσει ένα ακόμα βαρύ πλήγμα για μια ήδη καταπονημένη ευρωπαϊκή οικονομία.
