Τα 12 ναυτικά μίλια επιστρέφουν στο επίκεντρο – Το casus belli, η χρονική συγκυρία και ο ρόλος των εξοπλισμών

Η αναφορά Μητσοτάκη στο δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων και οι αντιδράσεις στην Τουρκία – Γιατί το «όποτε και όπως» αποκτά ιδιαίτερη σημασία και πώς συνδέεται το ζήτημα με τη στρατιωτική ισχύ της Ελλάδας

Τα 12 ναυτικά μίλια επιστρέφουν στο επίκεντρο – Το casus belli, η χρονική συγκυρία και ο ρόλος των εξοπλισμών

Το ζήτημα της επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια επανέρχεται στο επίκεντρο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, μετά τις δηλώσεις του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Θεσσαλονίκη και τις αντιδράσεις που ακολούθησαν στα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, όπου υπενθυμίζεται το casus belli της Τουρκίας.

σχετικά άρθρα

Ο πρωθυπουργός υπογράμμισε ότι η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα επέκτασης στα 12 ναυτικά μίλια, επισημαίνοντας παράλληλα ότι η Διακήρυξη των Αθηνών εξακολουθεί να ισχύει παρά τις δυσκολίες στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και ότι οι δίαυλοι επικοινωνίας ανάμεσα στις δύο χώρες παραμένουν ανοιχτοί.

Η βασική διαφορά μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας παραμένει, όπως ανέφερε, η οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. Αναφερόμενος παράλληλα στα θαλάσσια πάρκα, στον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και στις έρευνες για υδρογονάνθρακες, σημείωσε ότι πρόκειται για πρωτοβουλίες μέσα από τις οποίες ασκούνται στην πράξη τα κυριαρχικά δικαιώματα της χώρας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά, ωστόσο, η διατύπωση που χρησιμοποίησε για τα χωρικά ύδατα, καθώς ξεκαθάρισε ότι η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα να προχωρήσει στην επέκταση «όποτε και όπως» κρίνει ότι υπάρχει η κατάλληλη χρονική συγκυρία.

Οι δύο αυτές λέξεις ανοίγουν δύο διαφορετικές παραμέτρους: τον χρόνο και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μια τέτοια κίνηση.

Η χρονική συγκυρία θεωρείται κρίσιμο στοιχείο, καθώς μια απόφαση για τα 12 ναυτικά μίλια θα έπρεπε να ληφθεί λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τις διμερείς σχέσεις, αλλά και τη συνολική γεωπολιτική κατάσταση στην περιοχή. Ως υποθετικά παραδείγματα μιας περιόδου κατά την οποία η Τουρκία θα είχε στραμμένη την προσοχή και τις δυνάμεις της αλλού αναφέρονται μια σοβαρή εσωτερική κρίση ή η εμπλοκή της σε πολεμική σύγκρουση στα ανατολικά της.

Σήμερα, η Τουρκία έχει ήδη σημαντικό ενδιαφέρον στραμμένο προς τα ανατολικά της σύνορα και τη Μέση Ανατολή, με στρατιωτική παρουσία στη Συρία και δραστηριότητα στην ευρύτερη περιοχή. Μέσα σε ένα τέτοιο περιβάλλον, η κατάσταση στην Ανατολική Μεσόγειο δεν μπορεί να εξετάζεται ανεξάρτητα από τις υπόλοιπες γεωπολιτικές εξελίξεις.

Στην ίδια ανάλυση, η αναφορά του πρωθυπουργού στη διατήρηση της Διακήρυξης των Αθηνών συνδέεται και με την ανάγκη να υπάρχει εικόνα σταθερότητας απέναντι σε μεγάλους επενδυτικούς και χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς, ιδιαίτερα σε μια περίοδο κατά την οποία βρίσκονται σε εξέλιξη μεγάλα ενεργειακά και διασυνδετικά σχέδια όπως ο GSI.

Η σταθερότητα αποκτά σημασία για την προσέλκυση και διατήρηση επενδυτικού ενδιαφέροντος, ενώ η δυνατότητα της Ελλάδας να ασκεί στην πράξη τα δικαιώματά της συνδέεται με την παρουσία του κράτους, των Ενόπλων Δυνάμεων και των εταιρειών που αναλαμβάνουν έρευνες και ενεργειακές δραστηριότητες.

Το casus belli και η σύνδεση με τα ελληνικά εξοπλιστικά

Στην Τουρκία, οι δηλώσεις για τα 12 ναυτικά μίλια προκάλεσαν εκτεταμένη συζήτηση, με αναλυτές να επαναφέρουν την απόφαση της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης του 1995 και το casus belli σε περίπτωση επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο.

Τούρκος στρατιωτικός αναλυτής υποστήριξε ότι, εάν η Ελλάδα προχωρήσει σε μια τέτοια απόφαση, θα πρέπει να ενεργήσουν από κοινού η Στρατιά του Αιγαίου, η 1η Στρατιά, η τουρκική Πολεμική Αεροπορία και το Πολεμικό Ναυτικό, αναφέροντας ότι σχετικά σενάρια έχουν αποτελέσει αντικείμενο στρατιωτικών ασκήσεων.

Το βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τις τουρκικές τοποθετήσεις είναι ότι η επέκταση στα 12 ναυτικά μίλια εξακολουθεί να παρουσιάζεται στην Τουρκία ως κόκκινη γραμμή και δυνητική αιτία πολέμου.

Αυτό δημιουργεί για την ελληνική πλευρά την ανάγκη να εξετάζει ακόμη και το δυσμενέστερο σενάριο σε περίπτωση που αποφασίσει να ασκήσει το συγκεκριμένο δικαίωμα.

Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η σύνδεση των 12 ναυτικών μιλίων με τα ελληνικά εξοπλιστικά προγράμματα. Η εκτίμηση που διατυπώνεται είναι ότι η Αθήνα θα μπορούσε να επιλέξει να προχωρήσει όταν θα έχει ολοκληρώσει έναν αριθμό κρίσιμων προγραμμάτων και θα θεωρεί ότι διαθέτει την απαιτούμενη στρατιωτική ισχύ για να αντιμετωπίσει ακόμη και το χειρότερο ενδεχόμενο, δηλαδή μια ελληνοτουρκική στρατιωτική σύγκρουση.

Πρόκειται για εκτίμηση και όχι για πληροφορία σχετικά με ειλημμένη κυβερνητική απόφαση. Η λογική της βασίζεται στο ότι, από τη στιγμή που η άλλη πλευρά διατηρεί το casus belli, οποιαδήποτε κίνηση θα πρέπει να συνοδεύεται από προετοιμασία για το ενδεχόμενο στρατιωτικής αντίδρασης, ανεξάρτητα από το εάν αυτή τελικά εκδηλωθεί.

Την ίδια στιγμή, η Τουρκία διατηρεί στρατιωτικές δυνάμεις και δραστηριότητα σε διαφορετικά μέτωπα στα ανατολικά της. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στη Συρία και στα σύνορα με το Ιράκ, όπου η Άγκυρα έχει αναπτύξει δυνάμεις και πραγματοποιεί επιχειρήσεις.

Υπό αυτή την οπτική, η ολοκλήρωση κρίσιμων ελληνικών εξοπλιστικών προγραμμάτων θα μπορούσε να επηρεάσει τους υπολογισμούς κόστους και κινδύνου της Άγκυρας σε περίπτωση μιας ελληνικής απόφασης για τα χωρικά ύδατα.

Το γεγονός ότι στην Τουρκία η συζήτηση για τα 12 μίλια συνοδεύεται από αναφορές σε κοινή δράση διαφορετικών κλάδων των τουρκικών Ενόπλων Δυνάμεων δείχνει παράλληλα τη σοβαρότητα με την οποία αντιμετωπίζεται το συγκεκριμένο σενάριο.

Για την Αθήνα, συνεπώς, η επιλογή του «όποτε» δεν αφορά απλώς μια ημερομηνία. Συνδέεται με το διεθνές περιβάλλον, την κατάσταση στην Τουρκία, τις περιφερειακές ισορροπίες και το επίπεδο ετοιμότητας των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Αντίστοιχα, το «όπως» αφήνει ανοιχτό το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί μια επέκταση, χωρίς από τις συγκεκριμένες δηλώσεις να προκύπτει συγκεκριμένο σχέδιο ή χρονοδιάγραμμα.

Τα 12 μίλια και η θέση της Ελλάδας στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση εάν ενταχθεί στις ευρύτερες αλλαγές του διεθνούς συστήματος.

Στην περιοχή διαμορφώνονται νέες εμπορικές και ενεργειακές διαδρομές, στις οποίες εμπλέκονται χώρες όπως η Ινδία, το Ισραήλ, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Η γεωγραφική θέση της Ελλάδας μπορεί να της προσφέρει σημαντικό ρόλο σε αυτά τα σχέδια, όμως η δυνατότητα αξιοποίησής της συνδέεται και με την εικόνα σταθερότητας και αποφασιστικότητας που παρουσιάζει η χώρα.

Η προσέγγιση αυτή αντιμετωπίζει τα 12 ναυτικά μίλια όχι μόνο ως ελληνοτουρκικό ζήτημα, αλλά ως τμήμα της ευρύτερης προσπάθειας της Ελλάδας να καθορίσει τη θέση της στις νέες οικονομικές και γεωπολιτικές ισορροπίες.

Η λογική είναι ότι τα κράτη και οι επενδυτές που σχεδιάζουν μεγάλες υποδομές αναζητούν χώρες ικανές να εξασφαλίσουν σταθερότητα και συνέχεια στα έργα που αναλαμβάνουν. Εάν ένα κράτος δεν μπορεί ή δεν επιθυμεί να διαμορφώσει σαφές πλαίσιο για τη θέση και τις επιδιώξεις του, τα κεφάλαια και οι εμπορικοί διάδρομοι μπορούν να στραφούν προς άλλες επιλογές.

Μέσα σε αυτή την εικόνα, η Ελλάδα δεν μπορεί να στηρίζεται στην προσδοκία ότι κάποια εξωτερική δύναμη θα αναλάβει να διευθετήσει τα ζητήματα που αφορούν τις δικές της επιλογές.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν στραμμένο ένα μεγάλο μέρος του στρατηγικού τους ενδιαφέροντος στον Ινδοειρηνικό και στον ανταγωνισμό με την Κίνα, ενώ η Ρωσία εμφανίζεται με πολύ περιορισμένο αποτύπωμα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η διεθνής πραγματικότητα περιγράφεται έτσι ως ένα σύστημα στο οποίο ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Κίνας βρίσκεται στο επίκεντρο, με άλλες δυνάμεις να διατηρούν μικρότερο ή περιφερειακό ρόλο.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η συζήτηση για τα 12 ναυτικά μίλια ξεπερνά το ερώτημα εάν και πότε θα υπάρξει μια ελληνική απόφαση. Συνδέεται με το κατά πόσο η Αθήνα θεωρεί ότι έχει δημιουργήσει τις στρατιωτικές, οικονομικές και διπλωματικές προϋποθέσεις ώστε να μπορεί να διαχειριστεί τις συνέπειες μιας τέτοιας κίνησης.

Η δήλωση ότι η Ελλάδα διατηρεί το δικαίωμα να ενεργήσει «όποτε και όπως» κρίνει κατάλληλο αφήνει επομένως ανοιχτό το σημαντικότερο ερώτημα: ποια θα θεωρηθεί η κατάλληλη συγκυρία.

Και με το casus belli να εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο της τουρκικής συζήτησης, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα συνδέεται αναπόφευκτα με την αποτρεπτική ισχύ της χώρας, την ολοκλήρωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων και τις νέες ισορροπίες που διαμορφώνονται στην περιοχή.