Η Ευρώπη αναζητά ενεργειακή ασφάλεια μετά τη Ρωσία: Ο ρόλος του Αζερμπαϊτζάν και το μάθημα από την κρίση στα Στενά του Ορμούζ

Ο πόλεμος με το Ιράν δοκίμασε τη στρατηγική διαφοροποίησης των Βρυξελλών – Η ΕΕ απέφυγε γενικευμένες ελλείψεις φυσικού αερίου, αλλά είδε τον συνολικό λογαριασμό των 27 κρατών-μελών να αυξάνεται κατά 48%

Η Ευρώπη αναζητά ενεργειακή ασφάλεια μετά τη Ρωσία: Ο ρόλος του Αζερμπαϊτζάν και το μάθημα από την κρίση στα Στενά του Ορμούζ

Οι αναταράξεις στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες που προκάλεσε ο πόλεμος με το Ιράν και η κρίση στα Στενά του Ορμούζ έφεραν ξανά στο προσκήνιο την ευπάθεια των διεθνών ενεργειακών διαδρομών. Για την Ευρώπη, όμως, αποτέλεσαν παράλληλα ένα σημαντικό τεστ για τη στρατηγική που ακολουθεί εδώ και χρόνια, επιχειρώντας να περιορίσει την εξάρτησή της από έναν κυρίαρχο προμηθευτή και να δημιουργήσει ένα ευρύτερο δίκτυο ενεργειακών εταίρων.

σχετικά άρθρα

Η κρίση ανέδειξε τόσο τα πλεονεκτήματα όσο και τα όρια της ευρωπαϊκής ενεργειακής διαφοροποίησης. Η ΕΕ κατάφερε να αποφύγει εκτεταμένες ελλείψεις φυσικού αερίου, ωστόσο δεν έμεινε προστατευμένη από την εκτίναξη των τιμών στις διεθνείς αγορές.

Για δεκαετίες, η Ρωσία αποτελούσε τον κυρίαρχο προμηθευτή φυσικού αερίου της Ευρώπης. Πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, οι εισαγωγές μέσω αγωγών από τη Ρωσία αντιστοιχούσαν περίπου στο 45% της κατανάλωσης φυσικού αερίου στην ΕΕ.

Σε ορισμένα κράτη η εξάρτηση ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Χώρες όπως η Αυστρία και η Λετονία κάλυπταν από τη Ρωσία έως και το 80% των εισαγωγών τους σε φυσικό αέριο.

Οι κίνδυνοι αυτού του μοντέλου έγιναν εμφανείς μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022. Οι περικοπές στις ρωσικές προμήθειες συνέβαλαν σε μια πρωτοφανή ενεργειακή κρίση, με μεγάλη αύξηση των τιμών και ανησυχίες για πιθανές ελλείψεις.

Η ευρωπαϊκή απάντηση ήταν η επιτάχυνση της προσπάθειας για περισσότερους προμηθευτές και διαφορετικές οδούς εισαγωγής. Η διαδικασία αυτή άλλαξε σταδιακά τον ενεργειακό χάρτη της Ευρώπης και ενίσχυσε τις σχέσεις της με εναλλακτικούς παραγωγούς, μεταξύ των οποίων το Αζερμπαϊτζάν.

Ο TAP και η ενίσχυση του Αζερμπαϊτζάν στον ενεργειακό χάρτη

Το Αζερμπαϊτζάν έχει αποκτήσει σημαντικό ρόλο στη μακροπρόθεσμη ευρωπαϊκή στρατηγική διαφοροποίησης. Κεντρική θέση σε αυτή τη σχέση έχει ο Διαδριατικός Αγωγός Φυσικού Αερίου (TAP), ο οποίος κατασκευάστηκε στο πλαίσιο του ευρύτερου Νότιου Διαδρόμου Φυσικού Αερίου.

Ο αγωγός ξεκίνησε την εμπορική λειτουργία του τον Νοέμβριο του 2020 και σχεδιάστηκε ώστε να μεταφέρει ετησίως 10 δισ. κυβικά μέτρα φυσικού αερίου από το κοίτασμα Shah Deniz του Αζερμπαϊτζάν απευθείας στην Ευρώπη, προσφέροντας μια εναλλακτική διαδρομή έναντι του ρωσικού φυσικού αερίου.

Μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2025, ο TAP είχε παραδώσει στην Ευρώπη συνολικά 50 δισ. κυβικά μέτρα, ενώ υπάρχουν σχέδια για διπλασιασμό της ετήσιας δυναμικότητάς του έως το 2027. Η επίτευξη αυτού του στόχου θα ενίσχυε περαιτέρω τη θέση του Αζερμπαϊτζάν στο ευρωπαϊκό ενεργειακό δίκτυο.

Η σχέση, πάντως, δεν δημιουργήθηκε μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Η θεσμική συνεργασία άρχισε το 1999, με τη Συμφωνία Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας ΕΕ-Αζερμπαϊτζάν. Το 2006 ακολούθησε μνημόνιο για τη στρατηγική ενεργειακή συνεργασία, το οποίο συνέβαλε στη δημιουργία των προϋποθέσεων για έργα όπως ο Νότιος Διάδρομος Φυσικού Αερίου.

Η κατασκευή των υποδομών που συνέδεσαν τους ενεργειακούς πόρους της Κασπίας με τις ευρωπαϊκές αγορές έφερε σταδιακά το Μπακού πιο κοντά στην Ευρώπη. Σήμερα, η ΕΕ είναι ο μεγαλύτερος εμπορικός εταίρος και η βασική εξαγωγική αγορά του Αζερμπαϊτζάν, αντιπροσωπεύοντας σχεδόν το 39% του συνολικού εμπορίου της χώρας και περισσότερο από το 70% των εξαγωγών της.

Η κρίση στα Στενά του Ορμούζ έδωσε νέα ώθηση στις επαφές. Ανώτατοι Ευρωπαίοι και Αζέροι αξιωματούχοι, μεταξύ των οποίων ο Ευρωπαίος Επίτροπος Ενέργειας και Στέγασης, ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ο υπουργός Ενέργειας του Αζερμπαϊτζάν και ο πρόεδρος Ιλχάμ Αλίεφ, πραγματοποίησαν σειρά συναντήσεων, υπογραμμίζοντας τη στρατηγική σημασία της ενεργειακής συνεργασίας και του Νότιου Διαδρόμου.

Στις διαπραγματεύσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Μπακού στις αρχές Ιουνίου, οι δύο πλευρές κατέληξαν σε προκαταρκτική συμφωνία για τις Προτεραιότητες Εταιρικής Σχέσης ΕΕ-Αζερμπαϊτζάν για την περίοδο 2026-2030, έναν πολιτικό οδικό χάρτη που καλύπτει την ενέργεια, το εμπόριο και την περιφερειακή συνδεσιμότητα.

Παράλληλα, επανεκκίνησαν επίσημα οι διαπραγματεύσεις για μια νέα συνολική συμφωνία, η οποία προορίζεται να επικαιροποιήσει και να διευρύνει το πολιτικό και οικονομικό πλαίσιο των σχέσεων.

Η εμπιστοσύνη στον ρόλο του Αζερμπαϊτζάν ως ενεργειακού προμηθευτή αποτυπώθηκε και κατά τη διάρκεια του Baku Energy Week, όταν κοινοπραξία διεθνών ενεργειακών εταιρειών υπέγραψε συμφωνία διάρκειας 15 ετών για την αγορά φυσικού αερίου από το κοίτασμα Absheron στην Κασπία Θάλασσα.

Η ευρωπαϊκή στρατηγική, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο Αζερμπαϊτζάν.

Η Νορβηγία, η οποία το 2025 κάλυψε λίγο λιγότερο από το 31% των εισαγωγών φυσικού αερίου της ΕΕ, βρέθηκε επίσης στο επίκεντρο μετά την κρίση του Ορμούζ. Τον Αύγουστο, η γερμανική Uniper και η νορβηγική Equinor υπέγραψαν συμφωνία 15 ετών για μακροπρόθεσμες προμήθειες φυσικού αερίου από το 2027.

Ενέργεια στην Ευρώπη

Αυξημένο ενδιαφέρον υπήρξε και για την Αλγερία. Τον Μάρτιο, η πρωθυπουργός της Ιταλίας Τζόρτζια Μελόνι και ο υπουργός Εξωτερικών της Ισπανίας Χοσέ Μανουέλ Αλμπάρες ταξίδεψαν στο Αλγέρι, καθώς οι δύο χώρες επιδίωκαν να αυξήσουν τις ενεργειακές αγορές τους.

Η Ρώμη παράλληλα εμβάθυνε τη συνεργασία μεταξύ της ιταλικής Eni και της αλγερινής Sonatrach, με συζητήσεις για υπεράκτια έρευνα και νέες πηγές πετρελαίου και φυσικού αερίου.

Απέφυγε τις ελλείψεις η Ευρώπη, αλλά πλήρωσε 48% περισσότερο

Παρά τη διεύρυνση της συνεργασίας με το Μπακού, οι πραγματικές ποσότητες αζέρικου φυσικού αερίου εξακολουθούν να είναι σχετικά περιορισμένες σε σύγκριση με τις συνολικές ανάγκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Οι εξαγωγές φυσικού αερίου του Αζερμπαϊτζάν προς την ΕΕ αυξήθηκαν κατά μόλις 3% το πρώτο εξάμηνο του 2026 σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του προηγούμενου έτους. Σε απόλυτους αριθμούς, η αύξηση ήταν μόλις 0,2 δισ. κυβικά μέτρα.

Σήμερα, το Αζερμπαϊτζάν καλύπτει λίγο λιγότερο από το 4% του φυσικού αερίου της ΕΕ. Το ποσοστό δείχνει ότι η σημασία του δεν βρίσκεται στο ότι μπορεί από μόνο του να αντικαταστήσει τους μεγαλύτερους προμηθευτές, αλλά στη θέση που καταλαμβάνει μέσα σε ένα πολύ ευρύτερο δίκτυο πηγών και διαδρομών.

Ακριβώς αυτό το μοντέλο δοκιμάστηκε κατά τη διαταραχή στα Στενά του Ορμούζ. Παρά την πίεση στις παγκόσμιες ενεργειακές ροές, η Ευρώπη απέφυγε γενικευμένες ελλείψεις φυσικού αερίου, αποτέλεσμα των επενδύσεων που είχαν προηγηθεί σε εναλλακτικούς προμηθευτές, υποδομές εισαγωγών και ενεργειακές συνεργασίες.

Η προστασία αυτή, όμως, είχε σαφή όρια.

Η κρίση προκάλεσε απότομη άνοδο των ενεργειακών τιμών, με τον συνολικό λογαριασμό φυσικού αερίου των 27 κρατών-μελών της ΕΕ να εκτιμάται ότι αυξήθηκε κατά 48%.

Η εξέλιξη ανέδειξε τη βασική διαφορά ανάμεσα στην ασφάλεια εφοδιασμού και την προστασία από τις τιμές. Η διαφοροποίηση μπορεί να περιορίσει τον κίνδυνο να μείνει η Ευρώπη χωρίς επαρκείς ποσότητες φυσικού αερίου όταν διακόπτεται μια σημαντική πηγή ή διαδρομή, δεν μπορεί όμως να την απομονώσει από τις αναταράξεις μιας παγκόσμιας ενεργειακής αγοράς.

Οι κινήσεις της Ευρώπης προς το Αζερμπαϊτζάν κατά τη διάρκεια της κρίσης δείχνουν παράλληλα ότι η διαφοροποίηση δεν αντιμετωπίζεται ως ένα έργο που έχει ολοκληρωθεί, αλλά ως μια συνεχής διαδικασία που απαιτεί επενδύσεις στις σχέσεις και στις υποδομές που τη στηρίζουν.

Σε ένα διεθνές ενεργειακό περιβάλλον που γίνεται ολοένα πιο περίπλοκο, η μακροπρόθεσμη ασφάλεια της Ευρώπης εξαρτάται έτσι λιγότερο από την αναζήτηση ενός νέου κυρίαρχου προμηθευτή στη θέση της Ρωσίας και περισσότερο από τη δημιουργία και τη διατήρηση ενός ευρέος δικτύου διαφορετικών και αξιόπιστων ενεργειακών εταίρων.