Στο μικροσκόπιο για ξέπλυμα χρήματος ο γιος του Μπολσονάρου: Τα δισ. στον τζόγο, οι εταιρείες στην Πορτογαλία και η έρευνα για κρυφή συμμετοχή σε στοιχηματική

Ο Φλάβιο Μπολσονάρου διατάχθηκε να παραδώσει τα διαβατήριά του μετά την εκλογική του ήττα στη Βραζιλία – Οι αρχές ερευνούν τις σχέσεις του με επιχειρηματία του στοιχήματος, τις ύποπτες μεταφορές χρημάτων και ένα δίκτυο εταιρειών που συνδέεται με την αγορά τυχερών παιχνιδιών

Στο μικροσκόπιο για ξέπλυμα χρήματος ο γιος του Μπολσονάρου: Τα δισ. στον τζόγο, οι εταιρείες στην Πορτογαλία και η έρευνα για κρυφή συμμετοχή σε στοιχηματική

Στο επίκεντρο έρευνας για πιθανό ξέπλυμα χρήματος μέσω στοιχηματικών εταιρειών και διαδικτυακών καζίνο βρίσκεται ο Φλάβιο Μπολσονάρου, γιος του πρώην προέδρου της Βραζιλίας Ζαΐχ Μπολσονάρου, με τις δικαστικές αρχές να εξετάζουν τις οικονομικές σχέσεις του με τον δικηγόρο και επιχειρηματία Γουίλερ Τομάζ.

σχετικά άρθρα

Στις 26 Οκτωβρίου, μία ημέρα μετά την ήττα του στις προεδρικές εκλογές από τον Λουίς Ινάσιο Λούλα ντα Σίλβα, ο Φλάβιο Μπολσονάρου έλαβε εντολή να παραδώσει τα διαβατήριά του μέσα σε 24 ώρες. Παράλληλα, του απαγορεύτηκε να επικοινωνεί με τον Τομάζ, οικογενειακό φίλο και δικηγόρο, του οποίου οι επιχειρηματικές δραστηριότητες στον χώρο των τυχερών παιχνιδιών ερευνώνται για πιθανή νομιμοποίηση παράνομων εσόδων.

Ο Μπολσονάρου δήλωσε ότι θα συμμορφωθεί με την απόφαση, υποστήριξε ωστόσο ότι πρόκειται για προσπάθεια εκφοβισμού του.

Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται η υποψία ότι ο γιος του πρώην προέδρου είχε αποκρύψει επιχειρηματική συμμετοχή στη στοιχηματική εταιρεία BestBet, χρησιμοποιώντας εταιρείες καταχωρισμένες στην Πορτογαλία. Τόσο ο ίδιος όσο και ο Τομάζ αρνούνται τις κατηγορίες.

Η υπόθεση περιλαμβάνει ένα δίκτυο εταιρειών, τραπεζικών λογαριασμών και μεταφορών χρημάτων, καθώς και συναλλαγές δισεκατομμυρίων ρεάλ Βραζιλίας σε διαδικτυακές πλατφόρμες τυχερών παιχνιδιών.

Η στοιχηματική εταιρεία, οι άδειες και οι εταιρείες στην Πορτογαλία

Η ιστορία ξεκινά από την ταχεία ανάπτυξη της αγοράς αθλητικού στοιχήματος στη Βραζιλία. Το 2023, οι στοιχηματικές εταιρείες είχαν ήδη αποκτήσει ισχυρή παρουσία στο ποδόσφαιρο της χώρας, με 19 από τις 20 ομάδες της πρώτης κατηγορίας να διαθέτουν χορηγούς από τον συγκεκριμένο κλάδο.

Η Φλαμένγκο διαφήμιζε την Pixbet στη φανέλα της, ενώ η Φλουμινένσε συνεργαζόταν με την Betano. Η είσοδος μιας νέας εταιρείας στην αγορά απαιτούσε επομένως να ανταγωνιστεί επιχειρήσεις που είχαν ήδη αποκτήσει μεγάλη προβολή μέσω των δημοφιλέστερων ποδοσφαιρικών συλλόγων.

Παρότι η Βραζιλία είχε νομιμοποιήσει το αθλητικό στοίχημα με προκαθορισμένες αποδόσεις από το 2018, το ομοσπονδιακό πλαίσιο αδειοδότησης δεν είχε ακόμη ολοκληρωθεί.

Η πολιτεία του Ρίο ντε Τζανέιρο προχώρησε στην έκδοση αδειών μέσω της κρατικής λοταρίας Loterj, επιτρέποντας σε επιχειρήσεις να δραστηριοποιηθούν επισήμως στην τοπική αγορά.

Ανάμεσα στις πρώτες που αξιοποίησαν αυτή τη δυνατότητα ήταν η οικογένεια του Γουίλερ Τομάζ.

Η εταιρεία της, Rede Loto, κατέβαλε 5 εκατομμύρια ρεάλ για πενταετή άδεια λειτουργίας και ξεκίνησε να δέχεται αθλητικά στοιχήματα τον Ιούνιο του 2023, με την επωνυμία Loto Carioca.

Η πλατφόρμα διέθετε ενσωματωμένη υπηρεσία πληρωμών, μέσω της οποίας πραγματοποιούνταν οι καταθέσεις και οι αναλήψεις των παικτών.

Αργότερα μετονομάστηκε σε BestBet, την εταιρεία στην οποία οι αστυνομικές αρχές υποψιάζονται ότι ο Φλάβιο Μπολσονάρου διατηρούσε κρυφή συμμετοχή μέσω πορτογαλικών επιχειρήσεων.

Η δραστηριότητα της στοιχηματικής, ωστόσο, δεν ανταποκρίθηκε στις αρχικές προσδοκίες.

Οι λογαριασμοί της Loto Carioca στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σταμάτησαν να δημοσιεύουν περιεχόμενο λιγότερο από δύο μήνες μετά την πρώτη τους ανάρτηση.

Με την αλλαγή της επωνυμίας σε BestBet υπήρξε μια νέα περίοδος δραστηριότητας. Από τον Νοέμβριο του 2023, ο λογαριασμός της στο Instagram δημοσίευε καθημερινά αποδόσεις για αγώνες που βρίσκονταν σε εξέλιξη.

Ωστόσο, τον Ιανουάριο του 2024 σταμάτησαν και αυτές οι δημοσιεύσεις. Σύμφωνα με έρευνα του βραζιλιάνικου μέσου Metrópoles, ο ιστότοπος παρέμεινε ενεργός έως τον Σεπτέμβριο.

Τα οικονομικά αποτελέσματα ήταν εξίσου περιορισμένα. Σύμφωνα με εταιρική αλληλογραφία που εξασφάλισε η εφημερίδα Folha de S.Paulo, από τον Δεκέμβριο του 2023 έως τον Ιούνιο του 2025 η BestBet δήλωσε έσοδα μόλις 210.000 ρεάλ.

Το ποσό ήταν πολύ μικρότερο ακόμη και από το κόστος της άδειας λειτουργίας, ενώ το επιχειρηματικό σχέδιο προέβλεπε έσοδα 2,1 εκατομμυρίων ρεάλ έως το τέλος του 2025.

Ένα ακόμη εμπόδιο προέκυψε από τους περιορισμούς στην περιοχή όπου επιτρεπόταν να δέχεται στοιχήματα.

Η Loterj είχε χαλαρώσει τους ελέγχους γεωγραφικής τοποθεσίας, επιτρέποντας στους πελάτες να δηλώνουν οι ίδιοι ότι βρίσκονταν εντός της πολιτείας του Ρίο ντε Τζανέιρο.

Με αυτόν τον τρόπο, ιστοσελίδες που διέθεταν τοπική άδεια μπορούσαν να δέχονται στοιχήματα και από άλλες περιοχές της Βραζιλίας.

Το 2025, όμως, το Ανώτατο Δικαστήριο διέταξε να σταματήσει αυτή η πρακτική. Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, η Rede Loto ενημέρωσε τη ρυθμιστική αρχή ότι ο περιορισμός την είχε αναγκάσει να μειώσει τα σχέδια ανάπτυξής της.

Η έρευνα επικεντρώνεται επίσης στις εταιρείες που βρίσκονταν πίσω από τη στοιχηματική.

Στις 23 Μαΐου 2025, ο Φλάβιο Μπολσονάρου και μέλη της οικογένειάς του ταξίδεψαν με ιδιωτικό αεροσκάφος μαζί με τον Τομάζ, από το Κασκάις, κοντά στη Λισαβόνα, στη Νίκαια και στη συνέχεια στο Παρίσι.

Σύμφωνα με τη Folha, στο συμβόλαιο της πτήσης εμφανιζόταν η Cathedral Holdings, η εταιρεία που ήταν και ο επίσημος ιδιοκτήτης της BestBet.

Ο Τομάζ υποστήριξε ότι είχε πληρώσει προσωπικά για ένα ταξίδι διακοπών μεταξύ φίλων, χωρίς να περιμένει κάποιο αντάλλαγμα.

Η Cathedral ήταν ιδιοκτήτρια της Rede Loto, η οποία είχε εξασφαλίσει την άδεια από τη Loterj δύο χρόνια νωρίτερα.

Σύμφωνα με πηγές της Folha που γνώριζαν τη διαδικασία διορισμού, ο αξιωματούχος που υπέγραψε την άδεια, Χαζενκλέβερ Κανσάντο, είχε προταθεί για τη θέση του από τον Μπολσονάρου.

Η Loterj υποστήριξε ότι η Rede Loto είχε καταθέσει όλα τα απαραίτητα έγγραφα και ότι δεν υπήρχε κάποιο κώλυμα για τους εμπλεκομένους.

Το πλαίσιο αδειοδότησης του Ρίο δεν απαιτούσε να γνωστοποιούνται τα φυσικά πρόσωπα που ήταν οι τελικοί δικαιούχοι της πορτογαλικής εταιρείας. Αρκούσε η δήλωση της Cathedral ως μετόχου.

Έτσι, ο Τομάζ και τα μέλη της οικογένειάς του δεν εμφανίζονταν στα στοιχεία πραγματικών δικαιούχων που απαιτούσε η ρυθμιστική αρχή.

Η Cathedral είχε δηλωμένη έδρα σε ένα μικρό γραφείο στο Φουνσάλ, την πρωτεύουσα της Μαδέρας. Στην ίδια διεύθυνση και με τον ίδιο διαχειριστή ήταν καταχωρισμένη και η Alcazar, άλλη εταιρεία συμμετοχών του Τομάζ, σύμφωνα με το περιοδικό piauí.

Οι αρχές εξετάζουν εάν ο Μπολσονάρου διατηρούσε μέσω αυτών των εταιρειών κρυφή συμμετοχή στη στοιχηματική επιχείρηση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και τραπεζικές οδηγίες που στάλθηκαν από το γραφείο του Τομάζ κατά τη διάρκεια του ευρωπαϊκού ταξιδιού.

Στις 22 Μαΐου 2025, μία ημέρα πριν από την πτήση προς τη Νίκαια, εργαζόμενη του Τομάζ έστειλε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στη Santander σχετικά με λογαριασμό της Alcazar.

Ζήτησε να συνδεθεί ο λογαριασμός με ένα κεντρικό τραπεζικό προφίλ και, στο ίδιο μήνυμα, να αφαιρεθούν λογαριασμοί που συνδέονταν με τον Μπολσονάρου και τον Τομάζ από προφίλ κεντρικού χρήστη.

Το δημοσιευμένο μήνυμα περιλαμβάνει το όνομα του Μπολσονάρου, χωρίς όμως να διευκρινίζει ποιος ήταν ο κεντρικός χρήστης του τραπεζικού προφίλ.

Τα εκατομμύρια από τις πληρωμές, τα δισεκατομμύρια στον τζόγο και οι δικαστικές αποφάσεις

Παρά τις περιορισμένες επιδόσεις της BestBet, μια άλλη εταιρεία που συνδεόταν με το ίδιο επιχειρηματικό δίκτυο κατέγραφε σημαντικά έσοδα.

Πρόκειται για τη RioPag, η οποία προηγουμένως ονομαζόταν Pixs και διαχειριζόταν καταθέσεις και αναλήψεις για στοιχηματικές εταιρείες με άδεια της Loterj, μεταξύ των οποίων και η Loto Carioca.

Με βάση την αρχική σύμβαση, για κάθε κατάθεση 100 ρεάλ, η εταιρεία εισέπραττε 2,50 ρεάλ ως προμήθεια. Στις αναλήψεις επιβαλλόταν επιπλέον χρέωση 1%.

Οι προμήθειες αυτές απέφεραν μεγάλα ποσά λόγω του συνολικού όγκου συναλλαγών.

Σύμφωνα με στοιχεία που εξασφάλισε το UOL, από τον Ιούνιο του 2023 έως τον Αύγουστο του 2026 η RioPag διατήρησε έσοδα 187,8 εκατομμυρίων ρεάλ από την επεξεργασία πληρωμών, πριν από την αφαίρεση των λειτουργικών εξόδων.

Άλλα 45,2 εκατομμύρια ρεάλ κατευθύνθηκαν στη Loterj.

Έτσι, ενώ η BestBet είχε ελάχιστη εμπορική δραστηριότητα, η εταιρεία πληρωμών αποκόμιζε έσοδα από πελάτες που χρησιμοποιούσαν και άλλες στοιχηματικές πλατφόρμες.

Ο Τομάζ υποστήριξε ότι ήταν δικηγόρος της RioPag και αρνήθηκε ότι κατείχε μετοχές ή συμμετείχε στη διοίκησή της.

Ωστόσο, έρευνα του Agência Pública εντόπισε μια αλυσίδα εταιρικής ιδιοκτησίας.

Η RioPag ανήκε στην Capital Pretium, η οποία με τη σειρά της ανήκε στην Embrasis. Ιδιοκτήτες της τελευταίας ήταν ο Τομάζ και η αδελφή του.

Σύμφωνα με την αστυνομία, χρήματα μεταφέρονταν μέσω αυτής της εταιρικής αλυσίδας, ενώ η Embrasis διένειμε σχεδόν όλα τα ποσά που εισέπραττε.

Η φορολογική δήλωση του Τομάζ κατέγραφε ότι το 2024 είχε λάβει τουλάχιστον 67,7 εκατομμύρια ρεάλ από την Embrasis.

Μέρος των χρημάτων της εταιρείας κατέληξε και στους προσωπικούς λογαριασμούς που χρησιμοποιούσε για τυχερά παιχνίδια.

Τον Μάρτιο του 2025, ο Τομάζ έλαβε 2,05 εκατομμύρια ρεάλ στον προσωπικό του λογαριασμό στη Magnum Bank, από τα οποία 1,05 εκατομμύρια προέρχονταν από την Embrasis.

Ακολούθησαν διαδοχικές μεταφορές των 100.000 ρεάλ προς τη Foggo Entertainment, την εταιρεία που διαχειρίζεται την πλατφόρμα Blaze στη Βραζιλία, σύμφωνα με αστυνομική έκθεση που παρουσίασε το UOL.

Οι δραστηριότητες του Τομάζ στην Blaze αποτελούν ξεχωριστό και ιδιαίτερα σημαντικό μέρος της έρευνας.

Σύμφωνα με στοιχεία από δική του δικαστική προσφυγή κατά της πλατφόρμας, τα οποία δημοσίευσε το Metrópoles, στις 29 Ιουλίου 2025, μεταξύ 02:00 και 04:00 τα ξημερώματα, ο επιχειρηματίας κατέθεσε έντεκα φορές από 100.000 ρεάλ.

Συνολικά, μέσα σε δύο ώρες κατέθεσε 1,1 εκατομμύριο ρεάλ, τα οποία έχασε παίζοντας εκατοντάδες γύρους ρουλέτας.

Η συνολική δραστηριότητά του ήταν πολύ μεγαλύτερη.

Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Οικονομικών της Βραζιλίας που δημοσίευσε η Folha, τα στοιχήματα του Τομάζ κατά την περίοδο 2025-2026 έφτασαν περίπου τα 6,3 δισεκατομμύρια ρεάλ.

Η συντριπτική πλειονότητα των στοιχημάτων πραγματοποιήθηκε στην Blaze και σχεδόν αποκλειστικά σε παιχνίδια καζίνο.

Το ποσό αυτό, πάντως, δεν αντιστοιχεί σε 6,3 δισεκατομμύρια διαφορετικών χρημάτων, καθώς περιλαμβάνει και ποσά που στοιχηματίζονταν επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού.

Ο Τομάζ προσέφυγε δικαστικά ζητώντας να ανακτήσει τις απώλειές του, κατηγορώντας την Blaze ότι εκμεταλλεύτηκε τον εθισμό του στον τζόγο.

Από τα στοιχεία της υπόθεσης προκύπτει ότι είχε στη διάθεσή του προσωπικό υπεύθυνο εξυπηρέτησης VIP πελατών και διαπραγματευόταν με την εταιρεία τους όρους των αναλήψεών του.

Όταν οι επαναλαμβανόμενοι έλεγχοι αναγνώρισης προσώπου καθυστερούσαν τις αναλήψεις, ζήτησε υψηλότερα όρια. Υπάλληλος της εταιρείας τού προσέφερε τη δυνατότητα να απαλλαγεί από τους συγκεκριμένους ελέγχους.

Ο ίδιος παραπονέθηκε επίσης ότι το μέγεθος της στοιχηματικής δραστηριότητάς του θα έπρεπε να είχε οδηγήσει την πλατφόρμα σε παρέμβαση.

Η Blaze τον είχε κατατάξει στους πελάτες μεσαίου κινδύνου.

Ωστόσο, αξιολόγηση του υπουργείου Οικονομικών κατέληξε ότι θα έπρεπε να βρίσκεται στην υψηλότερη κατηγορία κινδύνου, ενώ εντόπισε συναλλαγές που η εταιρεία δεν είχε επιλέξει για περαιτέρω έλεγχο.

Χαρακτηριστική είναι η δραστηριότητα της 30ής Οκτωβρίου 2025, όταν ο Τομάζ κατέθεσε 7 εκατομμύρια ρεάλ σε 14 συναλλαγές.

Την επόμενη ημέρα προχώρησε σε 12 αναλήψεις συνολικού ύψους 6 εκατομμυρίων ρεάλ μέσα σε μόλις 18 λεπτά.

Το υπουργείο Οικονομικών έχει κινήσει διοικητική διαδικασία εναντίον της Blaze, εξετάζοντας τις παραλείψεις που διαπιστώθηκαν στην παρακολούθηση των συναλλαγών.

Η εταιρεία υποστηρίζει ότι διαθέτει αυστηρούς μηχανισμούς ελέγχου και συμμορφώνεται με τις κανονιστικές υποχρεώσεις της.

Οι αστυνομικές αρχές εξετάζουν το ενδεχόμενο οι επαναλαμβανόμενες καταθέσεις, αναλήψεις και στοιχηματισμοί να χρησιμοποιούνταν για την απόκρυψη της προέλευσης χρημάτων που προέρχονταν από παράνομες δραστηριότητες.

Σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, τα ποσά που αποσύρονταν από την πλατφόρμα μπορούσαν να εμφανίζονται ως χρήματα που είχαν περάσει από νόμιμη στοιχηματική δραστηριότητα.

Οι ερευνητές εξετάζουν ακόμη το ενδεχόμενο οι απώλειες από τα παιχνίδια να αποτελούσαν αποδεκτό κόστος για τη μεταφορά και την εμφάνιση των υπόλοιπων χρημάτων ως νόμιμων.

Παράλληλα, ερευνάται πιθανή κρυφή συμμετοχή του Τομάζ στην Blaze, μέσω της οποίας ποσά που καταγράφονταν ως απώλειες θα μπορούσαν να επιστρέφουν σε αυτόν μέσω συνδεδεμένων εταιρειών.

Ο Τομάζ και η Foggo αρνούνται ότι ο επιχειρηματίας είχε οποιοδήποτε ιδιοκτησιακό συμφέρον στην Blaze.

Ο ίδιος αμφισβητεί επίσης το αναφερόμενο ποσό των 1,4 δισεκατομμυρίων ρεάλ σε συναλλαγές που βρίσκονται υπό έρευνα, αρνείται ότι μετέφερε στο εξωτερικό χρήματα από στοιχήματα και υποστηρίζει ότι χρησιμοποιούσε νόμιμα προσωπικά κεφάλαια.

Στις 23 Οκτωβρίου, ο δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αλεσάντρε ντε Μοράες διέταξε τη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων του Τομάζ έως το ποσό των 6 δισεκατομμυρίων ρεάλ, καθώς και την αναστολή της δραστηριότητας των εταιρειών του.

Οι τράπεζες κλήθηκαν να προσδιορίσουν ποια πρόσωπα είχαν εξουσιοδότηση να διαχειρίζονται τους εταιρικούς λογαριασμούς, συμπεριλαμβανομένων εκείνων της Alcazar.

Ο Τομάζ είχε ήδη εγκαταλείψει τη Βραζιλία από τον Αύγουστο. Οι δικηγόροι του χαρακτήρισαν τα μέτρα δυσανάλογα, υποστηρίζοντας ότι το ανώτατο ποσό της δέσμευσης δεν έχει σχέση με την πραγματική περιουσία του.

Ο δικαστής ζήτησε επίσης από τις τράπεζες να γνωστοποιήσουν όλους όσοι είχαν εξουσιοδότηση πρόσβασης στους λογαριασμούς των εταιρειών του Τομάζ, συμπεριλαμβανομένων πρώην χρηστών των λογαριασμών της Alcazar.

Παράλληλα, επέτρεψε στους ερευνητές να αποκτήσουν πρόσβαση στα τραπεζικά και φορολογικά στοιχεία των εταιρειών.

Η έρευνα περνά πλέον από την εξέταση της αλληλογραφίας που είχε ανακτηθεί από τον Τομάζ στον έλεγχο των επίσημων αρχείων των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων μέσω των οποίων διακινήθηκαν τα χρήματα.

Η απόφαση για την άσκηση ποινικών διώξεων ανήκει στη Γενική Εισαγγελία της Βραζιλίας.

Όταν η αστυνομία ολοκληρώσει και υποβάλει τα ευρήματά της, οι εισαγγελικές αρχές μπορούν να ασκήσουν διώξεις, να ζητήσουν περαιτέρω έρευνα ή να προτείνουν το κλείσιμο της υπόθεσης.

Ακόμη και αν ασκηθούν διώξεις, θα πρέπει να γίνουν δεκτές από το Ανώτατο Δικαστήριο προκειμένου ο Μπολσονάρου ή ο Τομάζ να καταστούν κατηγορούμενοι σε ποινική δίκη.

Οι περιορισμοί στα διαβατήρια και οι δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων αποτελούν μέτρα της έρευνας που βρίσκεται σε εξέλιξη και όχι ποινικές καταδίκες.

Ξεχωριστά συνεχίζεται η διοικητική διαδικασία για την Blaze, με αντικείμενο την παρακολούθηση των συναλλαγών του Τομάζ, την κατάταξή του στη μεσαία κατηγορία κινδύνου και τις μεγάλες κινήσεις χρημάτων που δεν ελέγχθηκαν.

Οι υποχρεώσεις αυτές ισχύουν ανεξάρτητα από το εάν τελικά αποδειχθεί η τέλεση αδικήματος ξεπλύματος χρήματος.

Η ρυθμιστική αρχή καλείται να αποφασίσει εάν οι παραλείψεις δικαιολογούν την επιβολή κυρώσεων, οι οποίες μπορούν να περιλαμβάνουν πρόστιμα έως 2 δισεκατομμύρια ρεάλ για κάθε παράβαση.

Το ύψος των πιθανών προστίμων εξαρτάται, μεταξύ άλλων, από τη σοβαρότητα της παράβασης, το όφελος που αποκτήθηκε και την οικονομική δυνατότητα της εταιρείας.

Έτσι, παράλληλα με την έρευνα για την προέλευση και τη διαδρομή των χρημάτων, οι αρχές εξετάζουν και τον τρόπο με τον οποίο η Blaze διαχειρίστηκε τις συναλλαγές ενός από τους μεγαλύτερους πελάτες της.