Η Κίνα κατασκευάζει ένα «υποβρύχιο Σινικό Τείχος» για να εντοπίζει τα αμερικανικά υποβρύχια – Το σχέδιο για τον έλεγχο της Νότιας Σινικής Θάλασσας

Ένα δίκτυο αισθητήρων στον βυθό, δορυφόροι που παρακολουθούν τη θάλασσα και αυτόνομα υποβρύχια drones αλλάζουν τα δεδομένα στον ναυτικό πόλεμο – Η σημασία της Ταϊβάν και οι τεχνολογίες που απειλούν το πλεονέκτημα των αμερικανικών υποβρυχίων

Η Κίνα κατασκευάζει ένα «υποβρύχιο Σινικό Τείχος» για να εντοπίζει τα αμερικανικά υποβρύχια – Το σχέδιο για τον έλεγχο της Νότιας Σινικής Θάλασσας

Η Κίνα αναπτύσσει ένα εκτεταμένο δίκτυο υποβρύχιων αισθητήρων, με στόχο να εντοπίζει εχθρικά υποβρύχια που επιχειρούν να εισέλθουν στη Νότια Σινική Θάλασσα. Το σύστημα, το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως «υποβρύχιο Σινικό Τείχος», αποτελεί μέρος της προσπάθειας του Πεκίνου να περιορίσει την ελευθερία κινήσεων των αμερικανικών ναυτικών δυνάμεων στον δυτικό Ειρηνικό, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ταϊβάν βρίσκεται στο επίκεντρο της στρατιωτικής αντιπαράθεσης μεταξύ των δύο χωρών.

σχετικά άρθρα

Το κινεζικό σχέδιο βασίζεται στην εγκατάσταση ενεργητικών και παθητικών συστημάτων εντοπισμού στον βυθό, τα οποία συνδέονται μεταξύ τους με οπτικές ίνες και μπορούν να καταγράφουν την παρουσία υποβρυχίων σε μεγάλες αποστάσεις. Το εκτιμώμενο κόστος του δικτύου φτάνει τα 300 εκατομμύρια δολάρια, ενώ κάθε ομάδα αισθητήρων εκτιμάται ότι μπορεί να καλύπτει περιοχή ακτίνας περίπου 160 χιλιομέτρων.

Η σημασία του προγράμματος δεν περιορίζεται στον εντοπισμό υποβρυχίων. Σε συνδυασμό με δορυφορικά ραντάρ, υποβρύχια drones και νέες τεχνολογίες ανθυποβρυχιακού πολέμου, η Κίνα επιχειρεί να δημιουργήσει ένα σύστημα επιτήρησης που θα μπορούσε να δυσκολέψει σημαντικά τις επιχειρήσεις των Ηνωμένων Πολιτειών κοντά στις κινεζικές ακτές.

Πώς λειτουργεί το κινεζικό «υποβρύχιο Σινικό Τείχος»

Η ανάπτυξη του κινεζικού συστήματος δεν ξεκίνησε πρόσφατα. Από το 2016, η Κίνα χρησιμοποιεί δύο υποβρύχιους αισθητήρες στον Ειρηνικό Ωκεανό.

Ο ένας βρίσκεται στην περιοχή του Challenger Deep, στο βαθύτερο γνωστό σημείο των ωκεανών, και ο δεύτερος κοντά στο νησί Γιαπ της Μικρονησίας.

Οι συγκεκριμένες τοποθεσίες έχουν ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς βρίσκονται κοντά σε θαλάσσιες διαδρομές που χρησιμοποιούνται για την πρόσβαση στη Νότια Σινική Θάλασσα, αλλά και στην ευρύτερη περιοχή της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στο Γκουάμ.

Το Πεκίνο επεκτείνει πλέον το δίκτυο, επιδιώκοντας να καλύψει τις βασικές θαλάσσιες εισόδους προς τη Νότια Σινική Θάλασσα.

Η λειτουργία του στηρίζεται σε δύο διαφορετικές μεθόδους εντοπισμού.

Η πρώτη χρησιμοποιεί ενεργητικά σόναρ, τα οποία εκπέμπουν ηχητικούς παλμούς μέσα στο νερό και καταγράφουν τις αντανακλάσεις τους όταν συναντούν κάποιο αντικείμενο.

Στο σύστημα που έχει παρουσιαστεί, τρεις συστοιχίες σόναρ συνδέονται με έναν κεντρικό κόμβο, επιτρέποντας τον υπολογισμό της θέσης ενός υποβρυχίου μέσω τριγωνισμού.

Η δεύτερη μέθοδος βασίζεται σε υδρόφωνα, δηλαδή παθητικούς ακουστικούς αισθητήρες που καταγράφουν τους ήχους του υποθαλάσσιου περιβάλλοντος.

Η διαφορά είναι σημαντική. Τα ενεργητικά σόναρ μπορούν να αποκαλύψουν την παρουσία τους μέσω των παλμών που εκπέμπουν, ενώ τα παθητικά συστήματα παρακολουθούν χωρίς να εκπέμπουν αντίστοιχα σήματα.

Αυτό τους επιτρέπει να αναζητούν τα ακουστικά ίχνη υποβρυχίων που έχουν σχεδιαστεί ώστε να παράγουν όσο το δυνατόν λιγότερο θόρυβο.

Οι αισθητήρες τροφοδοτούνται από εγκαταστάσεις στην ξηρά, μέσω καλωδίων που μεταφέρουν συνεχές ηλεκτρικό ρεύμα τάσης 10.000 βολτ. Παράλληλα, οι οπτικές ίνες επιτρέπουν τη γρήγορη μεταφορά και επεξεργασία των δεδομένων.

Μία από τις περιοχές όπου έχει δοκιμαστεί το σύστημα βρίσκεται στα νότια του νησιού Χαϊνάν, το οποίο αποτελεί σημαντική βάση των κινεζικών υποβρυχίων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια ακόμη λεπτομέρεια: στο μοντέλο του συστήματος διακρίνεται υποβρύχιος σταθμός φόρτισης για μη επανδρωμένο όχημα.

Η εγκατάσταση θα μπορούσε να χρησιμοποιείται για τη συντήρηση του δικτύου, αλλά δημιουργεί επίσης τη δυνατότητα υποστήριξης αυτόνομων υποβρύχιων drones.

Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, οι αισθητήρες δεν θα περιορίζονταν στην παρακολούθηση. Θα μπορούσαν να συνεργάζονται με μη επανδρωμένα οχήματα που θα αναλαμβάνουν την προσέγγιση ή την παρακολούθηση στόχων.

Ο εντοπισμός ενός υποβρυχίου, ωστόσο, δεν σημαίνει αυτομάτως και την καταστροφή του. Για να αντιμετωπιστεί απαιτούνται επιπλέον συστήματα παρακολούθησης, στοχοποίησης και οπλισμού.

Οι δορυφόροι, οι τορπίλες και τα υποβρύχια drones που αλλάζουν τον πόλεμο

Η ανίχνευση υποβρυχίων αποτελεί εδώ και δεκαετίες μία από τις μεγαλύτερες τεχνολογικές προκλήσεις των ναυτικών δυνάμεων.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες χρησιμοποιούν μεταξύ άλλων το αεροσκάφος P-3 Orion, το οποίο διαθέτει ανθυποβρυχιακό εξοπλισμό και μπορεί να μεταφέρει τορπίλες όπως η Mark 50.

Η συγκεκριμένη τορπίλη σχεδιάστηκε για την προσβολή υποβρυχίων σε μεγάλα βάθη. Χρησιμοποιεί έναν ιδιαίτερο συνδυασμό λιθίου και εξαφθοριούχου θείου, ώστε τα προϊόντα της χημικής αντίδρασης να μπορούν να αποθηκεύονται στο εσωτερικό της.

Με αυτόν τον τρόπο αποφεύγεται η ανάγκη αποβολής καυσαερίων στο νερό, γεγονός που μειώνει τα ίχνη που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν την παρουσία της.

Το P-3 Orion διαθέτει επίσης έναν χαρακτηριστικό αισθητήρα στο πίσω μέρος της ατράκτου, γνωστό ως ανιχνευτή μαγνητικών ανωμαλιών.

Η τεχνολογία αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι τα μεταλλικά κύτη των υποβρυχίων επηρεάζουν το φυσικό μαγνητικό πεδίο της Γης.

Οι σύγχρονοι αισθητήρες μπορούν να καταγράφουν εξαιρετικά μικρές μεταβολές, ακόμη και της τάξης των 0,001 νανοτέσλα, δηλαδή περίπου 50 εκατομμύρια φορές ασθενέστερες από το γήινο μαγνητικό πεδίο των 50 μικροτέσλα.

Για την επίτευξη αυτής της ευαισθησίας αξιοποιούνται τεχνολογίες που βασίζονται στην αλληλεπίδραση φωτός με άτομα ηλίου και στο φαινόμενο Ζέεμαν, το οποίο συνδέει τις μεταβολές των ενεργειακών επιπέδων των ατόμων με την ένταση ενός μαγνητικού πεδίου.

Παρά την ακρίβειά τους, οι αισθητήρες αυτοί έχουν περιορισμούς. Η αποτελεσματικότητά τους μειώνεται όσο αυξάνεται η απόσταση από το υποβρύχιο.

Γι’ αυτό αεροσκάφη όπως το P-3 πραγματοποιούν συχνά έρευνες σε χαμηλό ύψος, περίπου 150 μέτρων ή και χαμηλότερα, ακολουθώντας προκαθορισμένες διαδρομές.

Η Σοβιετική Ένωση είχε επιχειρήσει να περιορίσει αυτό το μειονέκτημα χρησιμοποιώντας τιτάνιο αντί για χάλυβα στην κατασκευή υποβρυχίων.

Το τιτάνιο έχει πολύ ασθενέστερη μαγνητική απόκριση και προσφέρει υψηλή αντοχή σε σχέση με το βάρος του, επιτρέποντας την κατασκευή υποβρυχίων που μπορούν να επιχειρούν σε μεγαλύτερα βάθη.

Το 1969, οι Αμερικανοί εντόπισαν ενδείξεις για ένα νέο σοβιετικό πυρηνοκίνητο υποβρύχιο μήκους μόλις 79 μέτρων, με ασυνήθιστα χαρακτηριστικά πλευστότητας και επιφάνειας.

Η κατασκευή μεγάλων τμημάτων από τιτάνιο αποτελούσε τεράστια τεχνική πρόκληση, κυρίως λόγω των δυσκολιών συγκόλλησης του μετάλλου.

Ωστόσο, οι Σοβιετικοί κατάφεραν να κατασκευάσουν τέτοια υποβρύχια, χωρίς να έχουν γίνει πλήρως γνωστές οι μέθοδοι που χρησιμοποίησαν.

Τα συγκεκριμένα σκάφη μπορούσαν να αναπτύσσουν υποβρύχια ταχύτητα περίπου 40 κόμβων, δημιουργώντας νέα δεδομένα για τις δυτικές ναυτικές δυνάμεις.

Η αμερικανική απάντηση περιλάμβανε την ανάπτυξη της τορπίλης Mark 48, η οποία μπορούσε να φτάσει περίπου τους 55 κόμβους.

Η Mark 48 χρησιμοποιεί ειδικό καύσιμο, το Otto Fuel, και διαθέτει ενεργητικό και παθητικό σόναρ καθοδήγησης.

Κατά την αρχική φάση της διαδρομής της μπορεί επίσης να συνδέεται με το υποβρύχιο που την εκτόξευσε μέσω καλωδίου, αξιοποιώντας τις πληροφορίες των αισθητήρων του.

Η ισχυρή πολεμική κεφαλή της έχει σχεδιαστεί ώστε να προκαλεί καταστροφικές ζημιές ακόμη και σε ιδιαίτερα ανθεκτικά υποβρύχια.

Ωστόσο, οι τεχνολογικές εξελίξεις δεν περιορίζονται πλέον στα σόναρ και στις τορπίλες.

Το 2023 η Κίνα εκτόξευσε τέσσερις δορυφόρους με τεχνολογία ραντάρ συνθετικού διαφράγματος (SAR), για την παρακολούθηση θαλάσσιων δραστηριοτήτων στον δυτικό Ειρηνικό.

Τα συγκεκριμένα ραντάρ αξιοποιούν την κίνηση του δορυφόρου και τη συνδυαστική επεξεργασία πολλαπλών σημάτων για τη δημιουργία εικόνων υψηλής ανάλυσης.

Μία από τις πιθανές εφαρμογές τους είναι ο εντοπισμός διαταραχών στην επιφάνεια της θάλασσας που ενδέχεται να συνδέονται με την κίνηση υποβρυχίων.

Η μέθοδος δεν σημαίνει ότι κάθε υποβρύχιο μπορεί να εντοπιστεί από το Διάστημα, αλλά προσφέρει μια επιπλέον δυνατότητα επιτήρησης χωρίς να απαιτείται άμεση ακουστική ή μαγνητική ανίχνευση.

Η επόμενη μεγάλη αλλαγή ενδέχεται να προέλθει από τα αυτόνομα υποβρύχια οχήματα.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το Manta Ray της Northrop Grumman, ένα μη επανδρωμένο υποβρύχιο όχημα που αναπτύσσεται στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η απουσία πληρώματος επιτρέπει διαφορετικές επιλογές σχεδιασμού. Τα μη επανδρωμένα οχήματα δεν χρειάζονται χώρους διαβίωσης και μπορούν να χρησιμοποιούν υλικά με περιορισμένο μαγνητικό ίχνος, καθώς και ηλεκτροκινητήρες χαμηλού θορύβου.

Επιπλέον, θα μπορούσαν να επαναφορτίζονται σε υποβρύχιους σταθμούς και να παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα στην περιοχή αποστολής τους.

Μια ακόμη δυνατότητα είναι να ακινητοποιούνται στον βυθό, απενεργοποιώντας τα περισσότερα συστήματά τους και λειτουργώντας αποκλειστικά ως παθητικοί αισθητήρες.

Αντί για ένα σταθερό δίκτυο εντοπισμού, μια ναυτική δύναμη θα μπορούσε μελλοντικά να αναπτύξει μεγάλο αριθμό συνεργαζόμενων αυτόνομων υποβρύχιων οχημάτων.

Για την Κίνα, ένας τέτοιος συνδυασμός σταθερών αισθητήρων, δορυφόρων και drones θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την επιτήρηση των θαλάσσιων προσβάσεων προς τις ακτές της.

Το κρίσιμο ζήτημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι κατά πόσο τα υποβρύχιά τους θα μπορούν να συνεχίσουν να επιχειρούν χωρίς να εντοπίζονται κοντά στην Ταϊβάν και στη Νότια Σινική Θάλασσα.

Η εξέλιξη αυτών των τεχνολογιών δεν σημαίνει ότι τα επανδρωμένα υποβρύχια έχουν χάσει ήδη την αξία τους. Δείχνει, όμως, ότι το παραδοσιακό τους πλεονέκτημα, η δυνατότητα να παραμένουν αθέατα κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας, αντιμετωπίζει ολοένα περισσότερες τεχνολογικές προκλήσεις.