Παρακολουθώντας τα τελευταία γεγονότα στο Ιράν είναι εύκολο να παρασυρθούμε από την ταχύτητα της επικαιρότητας. Οι οθόνες μας γεμίζουν με εικόνες μαζικών διαδηλώσεων στην Τεχεράνη. Η οικονομία της χώρας καταρρέει, ο πληθωρισμός καλπάζει στο 48%, και οι δρόμοι αντηχούν από συνθήματα κατά του καθεστώτος. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε δηλώσει ξεκάθαρα πως, αν η Τεχεράνη ασκήσει βία κατά των διαδηλωτών, η Αμερική είναι «οπλισμένη και έτοιμη» να επέμβει.
Για πολλούς αναλυτές διεθνώς, αυτή ίσως είναι η αρχή του τέλους για την Ισλαμική Δημοκρατία. Όμως αναλυτές που εξετάζουν το γεωπολιτικό παζλ θέτουν ένα πολύ πιο ουσιαστικό ερώτημα: Πώς φτάσαμε ως εδώ; Το Ιράν που αντιμετωπίζει σήμερα η Ουάσιγκτον –με το πυρηνικό του πρόγραμμα, τους Φρουρούς της Επανάστασης και την ακραία αντιαμερικανική ρητορική– δεν προέκυψε εν κενώ. Σύμφωνα με την ενδελεχή ανάλυση των ιστορικών δεδομένων, αυτό το Ιράν είναι προϊόν συγκεκριμένων αμερικανικών επιλογών. Οι κυρώσεις, τα πραξικοπήματα και οι πόλεμοι δεν το αποδυνάμωσαν· το μετέτρεψαν σε μια οντότητα εξαιρετικά ανθεκτική.
Το Προπατορικό Αμάρτημα του 1953
Για να κατανοήσουμε το σήμερα, πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο στο 1953. Το Ιράν τότε ήταν μια λειτουργική, αν και όχι τέλεια, δημοκρατία. Ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός, Μοχάμεντ Μοσαντέκ, πήρε μια απόφαση που απείλησε ευθέως τα δυτικά συμφέροντα: εθνικοποίησε το ιρανικό πετρέλαιο, το οποίο μέχρι τότε ελεγχόταν από την Anglo-Iranian Oil Company (τη σημερινή BP), αποφέροντας τεράστια κέρδη στη Βρετανία και ψίχουλα στους Ιρανούς.
Η αντίδραση της Δύσης ήταν άμεση. Η CIA, υπό την κυβέρνηση Αϊζενχάουερ, οργάνωσε την «Επιχείρηση Αίας». Με χρηματισμούς, προπαγάνδα και υποκίνηση ταραχών, η αμερικανική υπηρεσία πληροφοριών ανέτρεψε τον Μοσαντέκ και εγκατέστησε τον Σάχη Μοχάμεντ Ρεζά Παχλαβί. Εκείνη τη στιγμή, η Αμερική κατέστρεψε την ιρανική δημοκρατία για να προστατεύσει τα πετρελαϊκά κέρδη. Ήταν το πρώτο, σκληρό μάθημα που πήρε το Ιράν: η Ουάσιγκτον θα διαλύσει τη δημοκρατία σου, αν αυτή απειλεί τα συμφέροντά της.
Τα 25 Χρόνια του Σάχη και η Έκρηξη του ’79
Για το επόμενο τέταρτο του αιώνα, το Ιράν κυβερνήθηκε από τον Σάχη, ο οποίος λειτουργούσε ως απόλυτος σύμμαχος των ΗΠΑ. Εξοπλίστηκε με αμερικανικά όπλα, διατήρησε τη ροή του πετρελαίου και αποτέλεσε ανάχωμα απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Εσωτερικά, όμως, επέβαλε ένα καθεστώς τρόμου. Η μυστική του αστυνομία, η SAVAK, εκπαιδευμένη από τη CIA σε μεθόδους ανάκρισης και βασανιστηρίων, εξόντωσε κάθε πολιτική αντίδραση.
Η καταπίεση αυτή συσσώρευσε οργή. Όταν η Ιρανική Επανάσταση ξέσπασε το 1979, συμμετείχαν φιλελεύθεροι, κομμουνιστές και εθνικιστές. Νικητές, ωστόσο, αναδείχθηκαν οι ισλαμιστές του Χομεϊνί. Ο λόγος ήταν απλός: αντιπροσώπευαν την πιο ακραία, αδιαπραγμάτευτη αντιαμερικανική δύναμη. Μετά από 25 χρόνια υποταγής, ο ιρανικός λαός αναζητούσε κάτι που δεν θα υποκύψει ποτέ ξανά στις ΗΠΑ. Η Κρίση των Ομήρων στην αμερικανική πρεσβεία δεν ήταν ένα τυχαίο ξέσπασμα, αλλά η εκδίκηση για το 1953 και τη SAVAK.
Πόλεμος, Εγκατάλειψη και η Λογική της Επιβίωσης
Η δεκαετία του 1980 έφερε τον καταστροφικό πόλεμο Ιράν-Ιράκ (1980-1988), με έναν εκατομμύριο νεκρούς. Οι ξένοι αναλυτές τονίζουν μια λεπτομέρεια που συχνά διαφεύγει από το δυτικό αφήγημα: οι ΗΠΑ υποστήριξαν ανοιχτά τον Σαντάμ Χουσεΐν. Του παρείχαν πληροφορίες, δορυφορικές εικόνες και οικονομική βοήθεια, γνωρίζοντας μάλιστα ότι χρησιμοποιούσε χημικά όπλα εναντίον ιρανικών στρατευμάτων και αμάχων.
Όταν το Ιράν προσέφυγε στον ΟΗΕ, η Ουάσιγκτον μπλόκαρε την καταδίκη. Για την Τεχεράνη, το μάθημα ήταν ξεκάθαρο: το διεθνές δίκαιο είναι ψευδαίσθηση και κανείς δεν πρόκειται να σε βοηθήσει. Αυτή η αίσθηση της απόλυτης μοναξιάς ενισχύθηκε το 1988, όταν το αμερικανικό πολεμικό πλοίο USS Vincennes κατέρριψε –κατά λάθος, σύμφωνα με τις ΗΠΑ– την πτήση 655 της Iran Air, σκοτώνοντας 290 αμάχους. Η απουσία επίσημης συγγνώμης και η παρασημοφόρηση του Αμερικανού πλοιάρχου εδραίωσαν στην ιρανική ψυχοσύνθεση την πεποίθηση ότι η Αμερική τους θεωρεί αναλώσιμους.
Η Πυρηνική Επιλογή και ο Πόλεμος των Αντιπροσώπων
Αυτή η ιστορική διαδρομή εξηγεί τα δύο μεγαλύτερα αγκάθια της σημερινής ιρανικής πολιτικής: το πυρηνικό πρόγραμμα και το δίκτυο των πληρεξούσιων (proxies).
Γιατί το Ιράν θέλει πυρηνικά; Η απάντηση κρύβεται στην πρόσφατη ιστορία. Χώρες που εγκατέλειψαν τα πυρηνικά τους προγράμματα, όπως το Ιράκ του Σαντάμ και η Λιβύη του Καντάφι, δέχθηκαν στρατιωτικές επεμβάσεις και καταστράφηκαν. Αντίθετα, η Βόρεια Κορέα, διατηρώντας το οπλοστάσιό της, εξασφάλισε τη θέση της στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Στη γεωπολιτική σκακιέρα, το πυρηνικό όπλο λειτουργεί ως η απόλυτη ασφάλεια ζωής.
Παράλληλα, περικυκλωμένο από αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις (σε Κατάρ, Μπαχρέιν, Κουβέιτ, και παλαιότερα σε Ιράκ και Αφγανιστάν), το Ιράν γνώριζε ότι δεν μπορούσε να κερδίσει έναν συμβατικό πόλεμο. Αναγκάστηκε έτσι να αναπτύξει ασύμμετρες δυνάμεις. Η Χεζμπολάχ, οι Χούθι και οι σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ δημιουργήθηκαν ως απάντηση στην απόλυτη αμερικανική στρατιωτική υπεροχή στην περιοχή, προκειμένου να κάνουν το κόστος μιας ενδεχόμενης αμερικανικής επίθεσης απαγορευτικό.
Από τη Συμφωνία του 2015 στη Σημερινή Σύγκρουση
Η Συμφωνία για το Πυρηνικό Πρόγραμμα (JCPOA) το 2015 έδειξε προς στιγμήν ότι η αποκλιμάκωση είναι εφικτή. Το Ιράν περιόρισε το πρόγραμμά του, επιτρέποντας ελέγχους με αντάλλαγμα την άρση των κυρώσεων. Όλοι οι διεθνείς παρατηρητές επιβεβαίωναν τη συμμόρφωση της Τεχεράνης.
Ωστόσο, το 2018, η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει μονομερώς τις ΗΠΑ από τη συμφωνία και να επιβάλει ξανά τη στρατηγική της «μέγιστης πίεσης», τίναξε την ειρήνη στον αέρα. Η δολοφονία του στρατηγού Σουλεϊμανί το 2020 έριξε κι άλλο λάδι στη φωτιά, φέρνοντας τις δύο πλευρές στα πρόθυρα γενικευμένης σύρραξης. Οι επιθέσεις στις ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις –όπως στις πρόσφατες κλιμακώσεις που αναλύονται από διεθνή παρατηρητήρια–, σε συνδυασμό με τις ασφυκτικές κυρώσεις, οδήγησαν τη χώρα στη σημερινή οικονομική κατάρρευση και στις μαζικές κοινωνικές αναταραχές του χειμώνα 2025-2026.
Ο Φαύλος Κύκλος
Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σταυροδρόμι. Ίσως το ιρανικό καθεστώς λυγίσει υπό το βάρος της λαϊκής οργής. Αν, όμως, καταρρεύσει μια χώρα 90 εκατομμυρίων ανθρώπων, το κενό ισχύος μπορεί να βυθίσει ολόκληρη τη Μέση Ανατολή στο απόλυτο χάος, όπως συνέβη στο Ιράκ και τη Λιβύη. Αν, από την άλλη, το καθεστώς επιβιώσει, το μάθημα που θα έχει αντλήσει θα είναι και πάλι το ίδιο: η Δύση επιδιώκει την καταστροφή του, άρα η περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση και η απόκτηση πυρηνικών είναι μονόδρομος.
Όπως επισημαίνουν οι ξένοι αναλυτές, κάθε ενέργεια που έκαναν οι ΗΠΑ για να ελέγξουν το Ιράν, το έκανε πιο επικίνδυνο. Κάθε προσπάθεια αποδυνάμωσης, το έκανε πιο ανθεκτικό. Η Ιστορία διδάσκει πως, εδώ και 70 χρόνια, η αμερικανική πολιτική δημιουργεί τον εχθρό που φοβάται, για να καταλήξει τελικά να φοβάται τον εχθρό που η ίδια δημιούργησε. Και όσο αγνοούμε αυτή την ιστορική πραγματικότητα, τόσο θα επαναλαμβάνουμε τα ίδια, ολέθρια λάθη.

