Tο γεωπολιτικό πόκερ του Tραμπ στο Iράν: Ένας πόλεμος χωρίς «επόμενη μέρα»

Πώς οι ξένοι αναλυτές αποκωδικοποιούν την αιφνιδιαστική επίθεση της Ουάσιγκτον απέναντι στην Τεχεράνη, τον ρόλο των αμερικανικών εκλογών και το απόλυτο διακύβευμα του μαύρου χρυσού

Tο γεωπολιτικό πόκερ του Tραμπ στο Iράν: Ένας πόλεμος χωρίς «επόμενη μέρα»

Παρακολουθώντας από την Ελλάδα τις τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές που συντελούνται αυτή τη στιγμή, το βλέμμα μας αναπόφευκτα στρέφεται στην απέναντι πλευρά του Ατλαντικού. Εκεί όπου η αμερικανική εξωτερική πολιτική μοιάζει να έχει αποκοπεί από τις παραδοσιακές της ράγες, υιοθετώντας τακτικές που αφήνουν τους ίδιους τους Αμερικανούς αναλυτές, όπως παρακολουθήσαμε σε πρόσφατες συζητήσεις στην Ουάσιγκτον, σε κατάσταση σοκ. Το σκηνικό που διαμορφώνεται γύρω από το Ιράν δεν θυμίζει απλώς μια ακόμη στρατιωτική επέμβαση. Θυμίζει ένα παίγνιο, όπου τα χαρτιά πετάγονται στον αέρα χωρίς κανείς να γνωρίζει πώς και πού θα προσγειωθούν.

σχετικά άρθρα

Το Χάος ως (Μη) Στρατηγική

Είναι κοινά αποδεκτό, τόσο στην Ευρώπη όσο και διεθνώς, ότι το ιρανικό καθεστώς έχει βεβαρυμμένο ιστορικό καταπίεσης στο εσωτερικό του και προώθησης της αστάθειας στο εξωτερικό. Ωστόσο, αυτό που περιγράφουν οι αναλυτές από την καρδιά των ΗΠΑ είναι μια κατάσταση όπου ο Πρόεδρος Τραμπ προχώρησε σε μια τεράστιας κλίμακας επίθεση χωρίς την παραμικρή υποκείμενη στρατηγική. Ο στόχος, όπως διακηρύσσεται, είναι η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος. Το ερώτημα, όμως, που πλανάται βασανιστικά είναι το εξής: Τι ακριβώς ξημερώνει την επόμενη μέρα;

Η εικόνα είναι γεμάτη αντιφάσεις. Από τη μία, η Ουάσιγκτον προτρέπει τον ιρανικό λαό να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να ελέγξει τη χώρα του. Από την άλλη, ο ίδιος ο Αμερικανός Πρόεδρος τους προειδοποιεί να μείνουν στα σπίτια τους γιατί η βροχή των βομβαρδισμών θα συνεχιστεί για μέρες. Το απόγειο αυτού του στρατηγικού κενού αποτυπώνεται στο μήνυμα προς τους Φρουρούς της Επανάστασης—τις ίδιες δυνάμεις που κατέστειλαν αιματηρά τις πρόσφατες διαδηλώσεις. Ο Τραμπ τους καλεί να παραδώσουν τα όπλα τους με αντάλλαγμα πλήρη ασυλία. Το προφανές ερώτημα που θέτουν οι Αμερικανοί σχολιαστές είναι: Σε ποιον ακριβώς να παραδοθούν; Δεν υπάρχουν αμερικανικά στρατεύματα στο έδαφος για να δεχτούν αυτή την παράδοση, ούτε υπάρχει καμία εγγύηση ότι ένας μελλοντικός ιρανικός λαός, που μετρά δεκάδες χιλιάδες νεκρούς, θα δεχτεί μια τέτοια αμνηστία.

Ακόμα και τα σενάρια διαδοχής βρίσκονται στον αέρα. Ενώ πολλοί υποστηρικτές της αλλαγής καθεστώτος προσβλέπουν στον εξόριστο πρίγκιπα Ρεζά Παχλαβί, η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση τον κρατά σε απόσταση. Ανώτατα στελέχη, όπως ο Γερουσιαστής Λίντσεϊ Γκράχαμ, έχουν απορρίψει κατηγορηματικά την υποστήριξή του. Η Ουάσιγκτον ξεκίνησε έναν πόλεμο χωρίς να ξέρει ποιον θέλει να δει στην εξουσία όταν κατακάτσει η σκόνη.

Η Εσωτερική Πολιτική ως Πυροκροτητής

Για να κατανοήσουμε το «γιατί τώρα;», πρέπει να κοιτάξουμε στο εσωτερικό των ΗΠΑ. Όπως εύστοχα επισημαίνεται, ο Τραμπ χρειαζόταν έναν τεράστιο περισπασμό. Με τις δημοσκοπήσεις ενόψει της Ομιλίας για την Κατάσταση του Έθνους να τον φέρνουν στο απόλυτο ναδίρ—με το 63% του κοινού να αποδοκιμάζει τους χειρισμούς του και το εντυπωσιακό 73% των ανεξάρτητων ψηφοφόρων να του γυρνά την πλάτη—η πίεση ήταν ασφυκτική.

Σε αυτό προστίθεται η πρόσφατη καταστροφή στη Μινεάπολη, όπου παραστρατιωτικές δυνάμεις στους δρόμους, στην προσπάθειά τους να επιβάλουν την ατζέντα των μαζικών απελάσεων, προκάλεσαν τον θάνατο δύο Αμερικανών πολιτών. Παράλληλα, τα φαντάσματα του παρελθόντος, με νέες αποκαλύψεις γύρω από το σκάνδαλο Έπσταϊν και καταγγελίες από τη δεκαετία του ’80, δημιουργούσαν έναν κλοιό γύρω από τον Λευκό Οίκο. Ο πόλεμος, ιστορικά, αποτελεί την απόλυτη επικοινωνιακή οδό διαφυγής για έναν πιεσμένο ηγέτη. Μια τακτική «wag the dog» στην πιο επικίνδυνη, πραγματική της μορφή.

Το Αφήγημα της Απειλής και η Αντίφαση

Το αφήγημα της εθνικής ασφάλειας που χρησιμοποιείται για να δικαιολογήσει την επίθεση βρίθει ανακολουθιών. Μόλις τον περασμένο Ιούλιο, ο Τραμπ διαβεβαίωνε τον πλανήτη ότι οι ΗΠΑ και το Ισραήλ είχαν «εκμηδενίσει» την πυρηνική ικανότητα του Ιράν, απορρίπτοντας κάθε υποψία ότι η Τεχεράνη είχε διασώσει εμπλουτισμένο ουράνιο. Σήμερα, η ίδια κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το Ιράν απείχε μόλις μία εβδομάδα από την κατασκευή πυραύλων ικανών να πλήξουν αμερικανικό έδαφος.

Αυτή η ρητορική δημιουργεί σοβαρά προβλήματα στη βάση των ψηφοφόρων του «Make America Great Again», οι οποίοι είχαν πιστέψει στην υπόσχεση για το τέλος των διαρκών πολέμων. Αν αυτή η επιχείρηση τραβήξει σε μάκρος, η επεξήγηση του εθνικού συμφέροντος στους Αμερικανούς πολίτες θα γίνει εξαιρετικά δύσκολη.

Το «Μοντέλο της Βενεζουέλας» στη Μέση Ανατολή

Ίσως η πιο κυνική, αλλά ταυτόχρονα και πιο ρεαλιστική εξήγηση που προκύπτει από την αμερικανική πρωτεύουσα είναι η επιθυμία επανάληψης του σκηνικού της Βενεζουέλας. Εκεί, η Ουάσιγκτον επιτέθηκε, απομάκρυνε τον Μαδούρο, αλλά άφησε τον σκελετό του καθεστώτος στη θέση του, εξαναγκάζοντάς το να παραχωρήσει τον πλήρη έλεγχο των πετρελαϊκών αποθεμάτων στις ΗΠΑ.

Είναι ενδεικτικό ότι, μόλις λίγες μέρες πριν την επίθεση, Ιρανοί διαπραγματευτές φέρονται να πρότειναν στους Αμερικανούς μια αντίστοιχη συμφωνία, παραχωρώντας μερίδιο της πετρελαϊκής τους βιομηχανίας με την ελπίδα να αποτρέψουν τη στρατιωτική δράση. Το σενάριο που διαγράφεται τώρα είναι μια βίαιη ανατροπή του Ανώτατου Ηγέτη Αλί Χαμενεΐ και του Προέδρου Πεζεσκιάν, και στη συνέχεια μια στάση αναμονής μέχρι να βρεθεί ο πρόθυμος διάδοχος που θα παραδώσει τα κλειδιά της πετρελαϊκής βιομηχανίας υπό αμερικανική ομπρέλα.

Ο Θάνατος του Διεθνούς Δικαίου

Μέσα σε όλο αυτό το σκηνικό, έννοιες όπως «Διεθνές Δίκαιο» ή «Κογκρέσο» μοιάζουν πλέον με κενά γράμματα. Για τους Αμερικανούς σχολιαστές, η τρέχουσα διοίκηση έχει απλώς διαγράψει αυτούς τους θεσμούς. Η στόχευση ξένων ηγετών παραβιάζει άμεσα το διεθνές δίκαιο, αλλά και τον νόμο του Ρόναλντ Ρίγκαν από το 1981, ο οποίος απαγορεύει τη συμμετοχή Αμερικανών σε δολοφονίες αρχηγών κρατών. Επιπλέον, καταπατάται βάναυσα ο Νόμος περί Πολεμικών Εξουσιών (War Powers Act). Ωστόσο, στην Ουάσιγκτον του σήμερα, οι θεσμικές αντιδράσεις περιορίζονται σε χτύπημα των ποδιών στο πάτωμα από ορισμένους γερουσιαστές.

Το συμπέρασμα είναι σκληρό, αλλά σαφές: Βρισκόμαστε μπροστά σε μια κατάσταση όπου η αμερικανική εξωτερική πολιτική ασκείται χωρίς τα παραδοσιακά πρίσματα ανάλυσης. Είναι μια επικίνδυνη αυτοσχεδιαστική παράσταση που, ενώ σχεδιάστηκε για να λύσει εσωτερικά προβλήματα ενός ηγέτη, καταλήγει να βάζει φωτιά σε μια ήδη εξαιρετικά εύφλεκτη περιοχή, υπενθυμίζοντας σε εμάς εδώ στην Ευρώπη πόσο ευάλωτοι είμαστε στους απόηχους της Ουάσιγκτον.