Όταν οι νυχτερινές εικόνες από τις εκρήξεις στην Τεχεράνη κάνουν τον γύρο του κόσμου, είναι εύκολο να παρασυρθεί κανείς από την εντυπωσιοθηρία της στιγμής. Όμως, πίσω από τα διαγγέλματα και την αστραπιαία δράση, κρύβεται μια ψυχρή, στρατηγική μετατόπιση. Η κοινή επιχείρηση ΗΠΑ-Ισραήλ κατά του Ιράν δεν γράφεται στην ιστορία ως ένα «μεμονωμένο χτύπημα». Είναι, αντίθετα, το αποκορύφωμα μιας μακράς πορείας κλιμάκωσης, μια συνειδητή απόφαση που απειλεί να ξαναγράψει βίαια τον γεωπολιτικό χάρτη της Μέσης Ανατολής, επαναφέροντας το φάντασμα ενός γενικευμένου πολέμου στην ευρύτερη γειτονιά μας.
Όταν διαβάζουμε τις αναλύσεις των αμερικανικών δεξαμενών σκέψης, οφείλουμε να κρατάμε έναν βασικό μεταφραστικό κανόνα: αυτοί σχεδιάζουν από την ασφάλεια της άλλης πλευράς του Ατλαντικού, την ώρα που εμείς, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, βρισκόμαστε στο κατώφλι της κρίσης. Για την Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ, η απόφαση πάρθηκε: Το ιρανικό πυρηνικό και πυραυλικό πρόγραμμα, πλαισιωμένο από το δίκτυο των περιφερειακών proxies, δεν είναι πλέον μια κατάσταση διαχειρίσιμη μόνο με κυρώσεις. Η πίεση αντικαταστάθηκε από την ανάγκη για άμεση, σκληρή στρατιωτική απάντηση.
Το τέλος της διπλωματίας και το πρώτο κύμα
Εδώ και μήνες, οι παρασκηνιακές επαφές για ένα νέο, έστω και άτυπο, πλαίσιο περιορισμού του ιρανικού προγράμματος είχαν ουσιαστικά βαλτώσει. Από την κατάρρευση της συμφωνίας για τα πυρηνικά και μετά, η Τεχεράνη δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Αύξησε τα αποθέματα εμπλουτισμένου ουρανίου της, αναβάθμισε δραματικά τις βαλλιστικές της δυνατότητες και μετέτρεψε τις ένοπλες οργανώσεις από τον Λίβανο μέχρι την Υεμένη σε μια ασπίδα «στρατηγικού βάθους». Το Ισραήλ και οι ΗΠΑ, από την πλευρά τους, είχαν τραβήξει την κόκκινη γραμμή τους: η Ισλαμική Δημοκρατία δεν θα γίνει ποτέ μια de facto πυρηνική δύναμη.
Τα ρεπορτάζ των τελευταίων ημερών αποκαλύπτουν μια έντονη διπλωματική κινητικότητα που αγνοήθηκε. Κράτη του Κόλπου και η Τουρκία προειδοποιούσαν τον Λευκό Οίκο πως αν ανοίξει η πόρτα των στρατιωτικών πληγμάτων, δεν θα κλείσει εύκολα. Ο φόβος των αντιποίνων στα δικά τους εδάφη ήταν έκδηλος. Παρόλα αυτά, η δυναμική είχε ήδη δρομολογηθεί. Η συσσώρευση ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων, τα τελεσίγραφα και η πολεμική ρητορική έδειχναν τον δρόμο. Η παρούσα επιχείρηση, λοιπόν, δεν είναι μια φωτοβολίδα εντυπωσιασμού. Είναι ξεκάθαρα η «πρώτη φάση» ενός ευρύτερου σχεδίου.
Η μεγάλη παγίδα της «ελεγχόμενης κλιμάκωσης»
Εδώ εντοπίζεται το μεγαλύτερο ρίσκο, αυτό που οι Αμερικανοί αναλυτές ονομάζουν «ελεγχόμενη κλιμάκωση». Η κεντρική ιδέα του άξονα ΗΠΑ-Ισραήλ είναι ένα ισχυρό, πλην όμως μετρημένο κύμα πληγμάτων. Στόχος είναι η καταστροφή κρίσιμων πυρηνικών υποδομών, η υποβάθμιση των Φρουρών της Επανάστασης και η αποστολή ενός μηνύματος: η περαιτέρω στρατιωτικοποίηση θα έχει ανυπόφορο κόστος. «Χτυπάμε τώρα για να αποφύγουμε κάτι χειρότερο αύριο», λένε στην Ουάσιγκτον. Συνδυασμός αποτροπής και εξαναγκασμού στο χαρτί.
Στην πράξη, όμως, το Ιράν έχει το δικό του εγχειρίδιο. Το στρατηγικό μοντέλο της Τεχεράνης (όπως ορθά επισημαίνουν ινστιτούτα όπως το ACLED) δεν βασίζεται στην παθητική αποδοχή των πληγμάτων, αλλά στην αποτροπή μέσω της δραματικής αύξησης του κόστους για τον αντίπαλο. Αυτό πρακτικά μεταφράζεται σε ασύμμετρες απαντήσεις: ρουκέτες σε ισραηλινές πόλεις, πλήγματα σε αμερικανικές βάσεις, ενεργοποίηση των proxies και, κυρίως, ασφυξία στα στενά-κλειδιά του παγκόσμιου εμπορίου. Ένας λάθος υπολογισμός, μια επίθεση που θα ξεφύγει προκαλώντας μαζικές απώλειες αμάχων, ή ένα φλεγόμενο δεξαμενόπλοιο στο Στενό του Ορμούζ, αρκούν για να τινάξουν στον αέρα τον όρο «περιορισμένο χτύπημα». Όταν παίζεις με μαζικά πλήγματα και απειλές «συντριπτικής εκδίκησης», η λέξη έλεγχος είναι απλώς μια παραίσθηση.
Η ατζέντα Τραμπ και το φάντασμα του Ιράκ
Δεν μπορούμε να διαβάσουμε την κρίση αγνοώντας το αμερικανικό εσωτερικό. Η κίνηση Τραμπ κρύβει μια βαθιά πολιτική σκοπιμότητα. Μετά την τραυματική εικόνα της αποχώρησης από το Αφγανιστάν και τη γενικότερη αντίληψη περί αμερικανικής υποχώρησης από τη Μέση Ανατολή, η σκληρή γραμμή απέναντι στο Ιράν λειτουργεί ως εργαλείο αποκατάστασης της αυτοκρατορικής αξιοπιστίας.
Όμως το αφήγημα πάει επικίνδυνα πιο πέρα από την απλή καταστροφή εγκαταστάσεων. Οι αναφορές περί «απελευθέρωσης του ιρανικού λαού» αγγίζουν τον πυρήνα της νομιμοποίησης του καθεστώτος. Εδώ η Ευρώπη παγώνει, θυμούμενη το Ιράκ. Το αφήγημα περί όπλων μαζικής καταστροφής και απελευθέρωσης λαών στις αρχές του 2000 οδήγησε σε δεκαετίες απόλυτου χάους. Οι ειδικοί προειδοποιούν σαφώς: Ακόμα κι αν οι στόχοι βομβαρδιστούν με χειρουργική ακρίβεια, η «επόμενη μέρα» ενός ακέφαλου ή βαθιά πληγωμένου Ιράν μπορεί να αποδειχθεί πολύ πιο αποσταθεροποιητική. Έχουμε μπροστά μας μια επιχείρηση αποτροπής ή μια συγκαλυμμένη επιχείρηση καθεστωτικής αλλαγής;
Ο λογαριασμός για Ευρώπη και Ελλάδα: Ενέργεια και Γεωπολιτική
Ενώ οι Αμερικανοί αναλυτές βλέπουν πιόνια στη σκακιέρα, εμείς βλέπουμε τον λογαριασμό να έρχεται. Η ευρωπαϊκή (και κατ’ επέκταση η ελληνική) διάσταση της κρίσης είναι πρωτίστως ενεργειακή και ναυτιλιακή. Οι αγορές πετρελαίου έχουν ήδη αρχίσει να τρέμουν. Το 20% της παγκόσμιας θαλάσσιας διακίνησης πετρελαίου περνά από το Στενό του Ορμούζ. Μια κλιμάκωση εκεί σημαίνει άμεσο πληθωριστικό σοκ σε μια Ευρώπη που παλεύει να ορθοποδήσει οικονομικά και η οποία, παρά την πράσινη μετάβαση, είναι απόλυτα εξαρτημένη από τους υδρογονάνθρακες.
Την ίδια στιγμή, η Ανατολική Μεσόγειος επανέρχεται στο προσκήνιο ως το κρίσιμο γεωστρατηγικό σταυροδρόμι. Η Τουρκία καλείται να παίξει ξανά το επικίνδυνο παιχνίδι των ισορροπιών ανάμεσα στη Δύση και τη γειτονιά της, ενώ η αυξημένη αμερικανική παρουσία δημιουργεί νέα δεδομένα. Για την Ελλάδα, αυτή η συνθήκη είναι ένα εκκρεμές ανάμεσα σε σοβαρούς κινδύνους και στρατηγικές ευκαιρίες. Η περιφερειακή αποσταθεροποίηση είναι προ των πυλών, αλλά ταυτόχρονα, η αξία της χώρας μας ως ασφαλούς διαμετακομιστικού κόμβου για την ενέργεια και το εμπόριο αναβαθμίζεται κατακόρυφα. Αυτό, βέβαια, απαιτεί εξαιρετικά ψύχραιμη ανάγνωση και όχι σπασμωδικές κινήσεις.
Το μόνο σίγουρο είναι πως το επόμενο κεφάλαιο της σύγκρουσης δεν θα κριθεί μόνο από την επιτυχία των σημερινών βομβαρδισμών. Θα κριθεί από το αν οι ηγεσίες, ένθεν κακείθεν, έχουν τα φρένα για να σταματήσουν πριν το σημείο χωρίς επιστροφή. Και σε αυτό το πολιτικό στοίχημα, προς το παρόν, κανείς δεν νιώθει ασφαλής.

