Η Ρωσία «χτίζει» ισχύ στην Αρκτική και το ΝΑΤΟ καλείται να απαντήσει – Γιατί το 2035 μπορεί να είναι πολύ αργά

Η μαζική στρατιωτικοποίηση της Αρκτικής από τη Μόσχα, η στήριξη της Κίνας και οι εσωτερικές κρίσεις της Ρωσίας δημιουργούν ένα σύνθετο πεδίο αντιπαράθεσης – Η ανάλυση προειδοποιεί ότι η Συμμαχία δεν πρέπει ούτε να υποτιμήσει ούτε να υπερεκτιμήσει τη ρωσική απειλή

Η Ρωσία «χτίζει» ισχύ στην Αρκτική και το ΝΑΤΟ καλείται να απαντήσει – Γιατί το 2035 μπορεί να είναι πολύ αργά

Η Αρκτική αποκτά ολοένα μεγαλύτερη σημασία στον ανταγωνισμό μεταξύ της Ρωσίας και του ΝΑΤΟ, καθώς η Μόσχα έχει προχωρήσει σε εκτεταμένη στρατιωτικοποίηση της περιοχής, ενώ παράλληλα αναπτύσσει τον Διαρκτικό Διάδρομο Μεταφορών (Transarctic Transport Corridor – TTK). Στην εξίσωση προστίθεται και η Κίνα, η οποία στηρίζει τη Ρωσία και αυτοχαρακτηρίζεται πλέον ως «κράτος κοντά στην Αρκτική».

σχετικά άρθρα

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι χώρες του ΝΑΤΟ καλούνται να κάνουν περισσότερα τόσο σε εθνικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο για την προστασία της ασφάλειας και της κυριαρχίας τους, ιδιαίτερα στην Αρκτική αλλά και στην ευρύτερη ευρωπαϊκή περιοχή. Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι να υπολογιστεί σωστά το μέγεθος της ρωσικής απειλής: ούτε να υποτιμηθεί ούτε να διογκωθεί σε βαθμό που να οδηγήσει σε λανθασμένες στρατηγικές επιλογές.

Οι δημοκρατικές κοινωνίες βρίσκονται διαρκώς αντιμέτωπες με το πρόβλημα της κατανομής περιορισμένων πόρων. Ο Καναδάς δεν αποτελεί εξαίρεση, καθώς η αύξηση των δαπανών για την εκπαίδευση, την υγεία, τη στέγαση και την απασχόληση αποτελεί εύλογη πολιτική προτεραιότητα. Όλα αυτά, όμως, εξαρτώνται τελικά και από την ασφάλεια και την προστασία της εθνικής κυριαρχίας.

Η επιστροφή της γεωπολιτικής στο επίκεντρο συνοδεύεται πλέον και από την άνοδο της γεωοικονομίας, πεδίο στο οποίο η Κίνα εμφανίζεται ως ιδιαίτερα δραστήρια και αποτελεσματική δύναμη.

Ρωσία

Η σημερινή Ρωσία, από την άλλη πλευρά, δεν είναι η Σοβιετική Ένωση. Περιγράφεται ως ένα πολύ πιο αδύναμο, αλλά ταυτόχρονα επιθετικό κράτος υπό ένα προσωποκεντρικό καθεστώς, το οποίο έχει προκαλέσει τεράστια αναστάτωση με τον πόλεμο στην Ουκρανία και εξακολουθεί να αποτελεί απειλή στην Αρκτική, έχοντας την υποστήριξη της Κίνας.

Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, αρκετοί αναλυτές και υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής στη Δύση είχαν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η σοβιετική απειλή ενδεχομένως είχε υπερτιμηθεί. Η Ρωσία υπό τον Μπόρις Γέλτσιν, ο οποίος είχε εκφράσει την επιθυμία η χώρα του να ενταχθεί στην κοινότητα των «πολιτισμένων εθνών», φαινόταν να μην αποτελεί πλέον την ίδια απειλή.

Η συγκεκριμένη αντίληψη ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη στη Δυτική Ευρώπη, η οποία ήθελε να επικεντρωθεί στην οικονομική ανάπτυξη και την πολιτική σταθερότητα. Οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης που είχαν μόλις βγει από τον σοβιετικό έλεγχο ήταν πολύ πιο επιφυλακτικές απέναντι στις πραγματικές προθέσεις της Μόσχας.

Η ανάλυση αναγνωρίζει ότι ακόμη και η θέση πως δεν υπήρχε επείγουσα ανάγκη διεύρυνσης του ΝΑΤΟ κατά τη δεκαετία του 1990 αποδείχθηκε λανθασμένη, καθώς οι μεταγενέστερες εξελίξεις έδειξαν ότι η επέκταση της Συμμαχίας ήταν πράγματι επείγουσα. Παραμένουν, πάντως, προβληματισμοί σχετικά με τη θέση των ανατολικοευρωπαϊκών κρατών στο εσωτερικό της Συμμαχίας.

Το λάθος της Δύσης μετά τη Γεωργία και την Ουκρανία

Η ανάγκη σωστής αποτίμησης της Ρωσίας δεν σημαίνει απλώς ότι η Δύση δεν πρέπει να υποτιμήσει τις δυνατότητές της. Σύμφωνα με την ανάλυση, η υπερβολική εκτίμηση της ρωσικής ισχύος μπορεί επίσης να αποδειχθεί επικίνδυνη, επειδή μπορεί να δημιουργήσει μια κουλτούρα υποχωρητικότητας απέναντι στη ρωσική επιθετικότητα.

Αυτό φάνηκε μετά τις ρωσικές ενέργειες στη Γεωργία το 2008 και στην Ουκρανία το 2014.

Το 2009, η τότε υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χίλαρι Κλίντον επιχείρησε το περίφημο «reset» των αμερικανορωσικών σχέσεων. Μετά τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν το 2014, κορυφαία στελέχη ευρωπαϊκών επιχειρήσεων, μεταξύ των οποίων της γαλλικής Total και της ιταλικής ENI, έσπευσαν στη Μόσχα και μετέφεραν ουσιαστικά το μήνυμα ότι οι επιχειρηματικές σχέσεις μπορούσαν να συνεχιστούν κανονικά.

Η αντίληψη για το μέγεθος της ρωσικής ισχύος και το κόστος που θα συνεπαγόταν η αντιμετώπισή της οδήγησε, κατά την ανάλυση, τις δυτικές δημοκρατίες να επιλέξουν περισσότερο την υποχωρητικότητα παρά την άμυνα και την αποτροπή.

Το ίδιο λάθος, υποστηρίζεται, δεν μπορεί να επαναληφθεί σήμερα ούτε στην Ουκρανία ούτε στην Αρκτική.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να υποτιμηθούν η στρατιωτική ισχύς της Ρωσίας, η αποφασιστικότητα του Βλαντίμιρ Πούτιν να επιτύχει νίκες στο εξωτερικό ή η σημασία της κινεζικής υποστήριξης. Απαιτείται όμως ταυτόχρονα κατανόηση των πραγματικών περιορισμών της ρωσικής ισχύος και των κινήτρων που καθορίζουν την επιθετική εξωτερική πολιτική της Μόσχας.

Το ζητούμενο είναι, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, να βρεθεί «η σωστή ισορροπία μεταξύ σύνεσης και παράνοιας».

Κεντρικό ρόλο σε αυτή την προσέγγιση έχουν οι σοβαρές εσωτερικές πιέσεις που αντιμετωπίζει η Ρωσία. Η ανάλυση διακρίνει τέσσερις αλληλένδετες κρίσεις: πολιτικής νομιμοποίησης, οικονομίας, ταυτότητας και διαδοχής.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στην κρίση πολιτικής νομιμοποίησης. Ο Πούτιν, εκτός από την εξουδετέρωση της αντιπολίτευσης, καλλιέργησε επί χρόνια την εικόνα ενός σχεδόν ανίκητου ηγέτη. Οι δημόσιες εικόνες του να συμμετέχει σε πολεμικές τέχνες και να κερδίζει, να ανακαλύπτει προτοποθετημένους θησαυρούς στον βυθό, να πιάνει τεράστια ψάρια ή να πετά με μηχανοκίνητο αιωρόπτερο για να καθοδηγήσει σπάνιους γερανούς παρουσιάζονται ως μέρος αυτού που η ανάλυση χαρακτηρίζει μια πολιτική εκδοχή του «μαγικού ρεαλισμού».

Σταδιακά, όμως, η συγκεκριμένη εικόνα χρειαζόταν πραγματικές επιτυχίες για να συντηρηθεί. Οι γρήγορες νίκες στη Γεωργία το 2008 και στην Ουκρανία το 2014 μπορούσαν να λειτουργήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Η χρήση εξωτερικών επιτυχιών ως μέσου ενίσχυσης της εσωτερικής πολιτικής νομιμοποίησης δημιούργησε, ωστόσο, την ανάγκη για ολοένα μεγαλύτερα επιτεύγματα. Σύμφωνα με την ανάλυση, ο Πούτιν πείστηκε ότι μπορούσε να αποφεύγει τις θεμελιώδεις αλλαγές στο εσωτερικό της χώρας, στρέφοντας την προσοχή της κοινωνίας στις επιτυχίες στο εξωτερικό.

Με τον πόλεμο στην Ουκρανία να βρίσκεται πλέον στον πέμπτο χρόνο, η «μαγεία» αυτών των εξωτερικών επιτυχιών έχει εξασθενήσει και η συγκεκριμένη φόρμουλα έχει μετατραπεί σε παγίδα για το Κρεμλίνο. Σε αυτό το πλαίσιο, η Αρκτική εμφανίζεται ως μια περιοχή στην οποία ο Πούτιν θεωρεί ότι πρέπει να κερδίσει με κάθε κόστος.

Η αυξανόμενη σημασία της Αρκτικής για τη Μόσχα αποτυπώνεται στην εξέλιξη της πολιτικής της: από τη σχετικά συγκρατημένη προσέγγιση του 2008, στην πολύ μεγαλύτερη βαρύτητα της Αρκτικής Πολιτικής του 2020 και τελικά στην ακόμη ισχυρότερη εστίαση στην περιοχή μετά την εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Η ρωσική στρατιωτική ανάπτυξη στην Αρκτική παρουσιάζεται πλέον ως μια απειλή με πέντε διαφορετικές διαστάσεις: πολιτική, οικονομική, στρατιωτική, νομική και περιβαλλοντική.

Παράλληλα, όμως, η Ρωσία βρίσκεται αντιμέτωπη με μια μεγάλη «δημογραφική βόμβα», σημαντικές εθνοτικές εντάσεις, εκτεταμένη διαφθορά και οικονομική φθορά. Η οικονομία της χαρακτηρίζεται ανεπαρκώς ανεπτυγμένη και μονοδιάστατη, με ονομαστικό ΑΕΠ που, σύμφωνα με το κείμενο, δεν είναι ουσιαστικά μεγαλύτερο από εκείνο της Ιταλίας.

Το ΝΑΤΟ, το 2035 και ο κρίσιμος ρόλος των ΗΠΑ

Η ύπαρξη αυτών των αδυναμιών δεν σημαίνει ότι η Συμμαχία έχει την πολυτέλεια να κινηθεί αργά. Αντιθέτως, ο συνδυασμός της μεγάλης ρωσικής στρατιωτικής ανάπτυξης στην Αρκτική με τα κίνητρα και τις πιέσεις που αντιμετωπίζει το Κρεμλίνο οδηγεί στην εκτίμηση ότι η σταδιακή οικοδόμηση δυνατοτήτων άμυνας και αποτροπής δεν είναι αρκετή.

Το ΝΑΤΟ παραμένει, σύμφωνα με την ανάλυση, το βασικό εργαλείο για την αντιμετώπιση των επικίνδυνων ρωσικών φιλοδοξιών, συμπεριλαμβανομένων εκείνων στην Αρκτική. Η Σύνοδος της Άγκυρας έδειξε ότι η Συμμαχία μπορεί να βρίσκεται υπό πίεση, αλλά εξακολουθεί να είναι ανθεκτική. Ο Καναδάς διαθέτει επιπλέον και το πλεονέκτημα της συμμετοχής του στο NORAD.

Η πρώτη βασική θέση είναι ότι η ρωσική απειλή πρέπει να αντιμετωπιστεί ως επείγουσα πρόκληση. Οι υποσχέσεις για σημαντική αύξηση των δυνατοτήτων μέχρι το 2035 δεν θεωρούνται επαρκείς, ακριβώς επειδή το ζήτημα απαιτεί ταχύτερη αντίδραση.

Η δεύτερη αφορά τις εσωτερικές εντάσεις στο ΝΑΤΟ. Κατά την ανάλυση, θα ήταν λάθος να ερμηνευθούν οι πιέσεις που προκαλούνται στη Συμμαχία – μεταξύ άλλων και από την ασυνήθιστη στάση του Αμερικανού προέδρου – ως «ρήξη». Πρόκειται περισσότερο για ένα «reset» της διατλαντικής σχέσης, με τη διάκριση αυτή να θεωρείται καθοριστική.

Μια πραγματική ρήξη θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναζήτηση μη ρεαλιστικών εναλλακτικών λύσεων απέναντι στον κεντρικό ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών. Σε αυτές περιλαμβάνεται η προσδοκία ότι μια ομάδα μεσαίων δυνάμεων θα μπορούσε να υποκαταστήσει την αμερικανική υπερδύναμη ή ότι η Γαλλία και η Βρετανία θα μπορούσαν να παρέχουν από μόνες τους επαρκή εκτεταμένη πυρηνική αποτροπή απέναντι στη Ρωσία.

Εάν, αντίθετα, πρόκειται για επαναπροσδιορισμό των σχέσεων, τότε οι αυξημένες αμερικανικές απαιτήσεις προς τους συμμάχους μπορούν να αντιμετωπιστούν μέσα από διαφορετική κατανομή των βαρών.

Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η θέση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ: «Η Αμερική καλωσορίζει τους εταίρους της και είμαστε ισχυρότεροι χάρη σε αυτούς. Αλλά η συνεργασία μας πλέον συνοδεύεται από προσδοκίες. Και, σε ορισμένες περιπτώσεις, από μη διαπραγματεύσιμες υποχρεώσεις».

Χώρες όπως η Γερμανία και η Πολωνία, τα κράτη της Βαλτικής, αλλά και εταίροι στην Αρκτική όπως η Νορβηγία και η Φινλανδία, αυξάνουν ήδη με ταχύ ρυθμό τις αμυντικές τους δαπάνες και δυνατότητες. Παράλληλα, φαίνεται να αντιλαμβάνονται τη σημασία της παραμονής των Ηνωμένων Πολιτειών στη Συμμαχία με κεντρικό ρόλο, αν και, σύμφωνα με την ανάλυση, αυτή η αντίληψη ενδεχομένως να μην είναι καθολική εντός του ΝΑΤΟ.

Για τον Καναδά, η πρόκληση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα λόγω της γεωγραφίας του και της δεύτερης μεγαλύτερης ακτογραμμής στην Αρκτική. Η διακήρυξη «Our North, Strong and Free» δεν αρκεί από μόνη της, αλλά πρέπει να υποστηρίζεται από συγκεκριμένη και αποτελεσματική πολιτική.

Το βασικό μήνυμα είναι ότι οι υποσχέσεις δεν πρέπει να συγχέονται με τις πολιτικές ούτε οι φιλοδοξίες με τα πραγματικά επιτεύγματα. Η Ρωσία αντιμετωπίζει σοβαρές δημογραφικές, οικονομικές και πολιτικές αδυναμίες, αλλά την ίδια στιγμή έχει επενδύσει σημαντικά στη στρατιωτική παρουσία της στην Αρκτική και εμφανίζεται αποφασισμένη να προστατεύσει τις φιλοδοξίες της στην περιοχή.

Για το ΝΑΤΟ, επομένως, το ζητούμενο δεν είναι να αντιμετωπίσει τη Ρωσία ως μια πανίσχυρη δύναμη χωρίς αδυναμίες, ούτε να θεωρήσει ότι οι εσωτερικές της κρίσεις την καθιστούν ακίνδυνη. Η πρόκληση είναι να αποτιμηθεί η ρωσική ισχύς στις πραγματικές της διαστάσεις και η Συμμαχία να αποκτήσει τις απαιτούμενες δυνατότητες αποτροπής πριν οι σημερινές δεσμεύσεις με ορίζοντα το 2035 αποδειχθούν πολύ αργές για τις εξελίξεις στην Αρκτική.