Παγώνει ο πόλεμος στην Ουκρανία ή ανοίγει ο δρόμος για τα σύνορα του 1991; Τα δύο σενάρια που εξετάζουν οι αναλυτές
Η σταθεροποίηση του μετώπου χωρίς ειρηνευτική συμφωνία, η πιθανότητα ενός «παγωμένου» πολέμου και το σενάριο ανάκτησης όλων των ουκρανικών εδαφών συνθέτουν τα δύο βασικά ενδεχόμενα για την επόμενη φάση της σύγκρουσης
Οι εξελίξεις των τελευταίων μηνών στον πόλεμο της Ουκρανίας έχουν επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ενδεχόμενο που μέχρι πρότινος συζητούνταν κυρίως σε θεωρητικό επίπεδο: τη δημιουργία ενός «παγωμένου» πολέμου.
Ο όρος περιγράφει μια κατάσταση κατά την οποία οι ενεργές εχθροπραξίες σταματούν, χωρίς όμως να επιτυγχάνεται πολιτική συμφωνία για τον τερματισμό της σύγκρουσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, η γραμμή του μετώπου σταθεροποιείται, η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο πλευρών παραμένει και το καθεστώς των αμφισβητούμενων εδαφών αφήνεται να αποφασιστεί σε απροσδιόριστο χρόνο στο μέλλον.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ένα τέτοιο σενάριο δεν αποτελεί μόνιμη ειρήνη ούτε δημιουργεί συνθήκες διαρκούς ασφάλειας. Αντίθετα, οδηγεί σε μια παρατεταμένη περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος παραμένει ουσιαστικά άλυτος, ενώ τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία συνεχίζουν να προετοιμάζονται για πιθανή επανέναρξη των επιχειρήσεων.
Ένα «πάγωμα» της σύγκρουσης μπορεί να προκύψει από στρατιωτική κόπωση, πολιτικούς περιορισμούς ή εξωτερικές πιέσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, λειτουργεί ως προσωρινός μηχανισμός διατήρησης της ισορροπίας δυνάμεων και όχι ως οριστική διευθέτηση.
Για να καταστεί εφικτό ένα τέτοιο ενδεχόμενο, θα πρέπει να συντρέξουν ταυτόχρονα στρατιωτικοί, πολιτικοί και διεθνείς παράγοντες.
Σε στρατιωτικό επίπεδο, η παύση των επιχειρήσεων μπορεί να συμβεί μόνο όταν καμία από τις δύο πλευρές δεν είναι σε θέση να μεταβάλει γρήγορα τη γραμμή του μετώπου. Αυτό μπορεί να οφείλεται στην εξάντληση των διαθέσιμων πόρων, στην ανάγκη ανασύνταξης των δυνάμεων ή σε αλλαγή επιχειρησιακών προτεραιοτήτων.
Σε τέτοιες περιόδους, τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία επιδιώκουν να διατηρήσουν τις θέσεις τους και να περιορίσουν την ένταση των συγκρούσεων, δημιουργώντας περιθώριο για συζήτηση προσωρινών μηχανισμών σταθεροποίησης.

Σημαντικό ρόλο παίζουν και οι πολιτικές συνθήκες.
Οι κυβερνήσεις των δύο χωρών καλούνται να διαχειριστούν τις προσδοκίες της κοινής γνώμης, τις οικονομικές πιέσεις, τις θέσεις των πολιτικών και στρατιωτικών ελίτ, αλλά και την ανάγκη διατήρησης της σταθερότητας των κρατικών θεσμών.
Παράλληλα, καθοριστική θεωρείται η στάση των εξωτερικών δυνάμεων.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Ευρωπαϊκή Ένωση και η Ρωσία επηρεάζουν άμεσα τη δυναμική του πολέμου. Η δυτική στρατιωτική υποστήριξη καθορίζει την ικανότητα της Ουκρανίας να συνεχίσει τις επιχειρήσεις και να ενισχύσει την άμυνά της, ενώ η Μόσχα καλείται να αντιμετωπίσει τις διεθνείς κυρώσεις, τις οικονομικές πιέσεις και τους περιορισμούς στους διαθέσιμους πόρους της.
Σύμφωνα με την ανάλυση, ένα «πάγωμα» του πολέμου μπορεί να γίνει πραγματικότητα μόνο εφόσον και οι εξωτερικοί παράγοντες το θεωρήσουν μια αποδεκτή προσωρινή λύση που περιορίζει τον κίνδυνο περαιτέρω κλιμάκωσης.
Παρότι οι σημερινές συνθήκες δεν καθιστούν ένα τέτοιο σενάριο ιδιαίτερα πιθανό στο άμεσο μέλλον, δημιουργούν το πλαίσιο μέσα στο οποίο και οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να εξετάσουν μια προσωρινή σταθεροποίηση του μετώπου, προκειμένου να κερδίσουν χρόνο και να αναπροσαρμόσουν τη στρατηγική τους.
Γιατί ένας «παγωμένος» πόλεμος δεν σημαίνει ειρήνη
Η ανάλυση επισημαίνει ότι μια παγωμένη σύγκρουση παραμένει από τη φύση της ασταθής.
Ο βασικός λόγος είναι ότι δεν αντιμετωπίζει τις αιτίες που προκάλεσαν τον πόλεμο. Χωρίς πολιτική συμφωνία που να καθορίζει το καθεστώς των εδαφών και το νέο πλαίσιο ασφαλείας, η κατάπαυση των επιχειρήσεων αποτελεί ουσιαστικά μια προσωρινή παύση.
Η ίδια η γραμμή του μετώπου εξακολουθεί να αποτελεί περιοχή υψηλού κινδύνου, όπου μικρής κλίμακας συγκρούσεις, προκλήσεις ή τοπικές επιχειρήσεις μπορούν ανά πάσα στιγμή να οδηγήσουν σε νέα κλιμάκωση.
Επιπλέον, η παρατεταμένη αβεβαιότητα επιβαρύνει τις οικονομίες και των δύο χωρών, περιορίζει τις αναπτυξιακές δυνατότητες και διατηρεί τους πληθυσμούς που ζουν κοντά στη γραμμή επαφής υπό συνεχή απειλή.
Η διάρκεια μιας τέτοιας κατάστασης επηρεάζεται επίσης από το διεθνές περιβάλλον. Κάθε αλλαγή στις ισορροπίες ή στις πιέσεις που ασκούνται από το εξωτερικό μπορεί να οδηγήσει σε επανεξέταση των στρατηγικών επιλογών των δύο πλευρών.

Το δεύτερο σενάριο: Επιστροφή της Ουκρανίας στα σύνορα του 1991
Παράλληλα με το ενδεχόμενο ενός «παγωμένου» πολέμου, η ανάλυση εξετάζει και ένα δεύτερο σενάριο: την αποκατάσταση των συνόρων της Ουκρανίας του 1991.
Το ενδεχόμενο αυτό, σύμφωνα με το κείμενο, έχει αποκτήσει μεγαλύτερο ενδιαφέρον μετά από μια σειρά εξελίξεων που άλλαξαν τη δυναμική της σύγκρουσης.
Οι επιθέσεις κατά στρατιωτικών εγκαταστάσεων στην Κριμαία, τα πλήγματα βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος και η σταδιακή επέκταση των επιχειρησιακών δυνατοτήτων της Ουκρανίας δημιούργησαν συνθήκες στις οποίες η ανάκτηση του συνόλου της ουκρανικής επικράτειας θεωρείται πλέον ένα σενάριο που αξίζει να αναλυθεί.
Κατά την αξιολόγηση αυτή, οι επιχειρήσεις δείχνουν ότι το Κίεβο μπορεί να πλήξει κρίσιμα στοιχεία της ρωσικής στρατιωτικής υποδομής, διαμορφώνοντας νέα επιχειρησιακά και στρατηγικά δεδομένα.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται και στην ανακοίνωση του προέδρου Βολοντίμιρ Ζελένσκι για μια επιχείρηση διάρκειας 40 ημερών, η οποία, σύμφωνα με την ανάλυση, αποσκοπεί στην αύξηση του κόστους για τη Ρωσία και στη δημιουργία ευνοϊκότερων συνθηκών για μελλοντικές διαπραγματεύσεις.
Η ανακοίνωση αυτή ερμηνεύεται ως μετάβαση από μεμονωμένα πλήγματα βαθιά στο ρωσικό έδαφος και στις κατεχόμενες περιοχές σε μια πιο οργανωμένη εκστρατεία, μέσω της οποίας το Κίεβο επιδιώκει όχι μόνο να διευρύνει την επιχειρησιακή του εμβέλεια αλλά και να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο στον ρυθμό εξέλιξης του πολέμου.
Για να καταστεί εφικτή η επιστροφή στα σύνορα του 1991, η ανάλυση θεωρεί απαραίτητη τη συνεχή ανάπτυξη δυνατοτήτων μέσου και μεγάλου βεληνεκούς, τη βελτίωση των πληροφοριών, τον καλύτερο συντονισμό των μονάδων κρούσης και τη σταδιακή αποδυνάμωση των ρωσικών δυνάμεων σε επιλεγμένους τομείς.
Οι παράγοντες αυτοί δεν εγγυώνται την πλήρη αποκατάσταση των συνόρων, όμως καθιστούν το συγκεκριμένο σενάριο στρατηγικά υπολογίσιμο.

Παράλληλα, απαιτείται η διατήρηση της πολιτικής βούλησης της ουκρανικής ηγεσίας και της δημόσιας υποστήριξης προς τον στόχο της εδαφικής ακεραιότητας.
Το σενάριο συνοδεύεται, ωστόσο, από σημαντικούς κινδύνους.
Η πλήρης ανάκτηση του ελέγχου όλων των ουκρανικών εδαφών θα απαιτήσει μεγάλους οικονομικούς και στρατιωτικούς πόρους, σημαντικό χρόνο και την ικανότητα αποκατάστασης της κρατικής διοίκησης στις περιοχές που θα επανέλθουν υπό τον έλεγχο του Κιέβου.
Η ανάλυση επισημαίνει επίσης ότι η δυνατότητα επιστροφής στα σύνορα του 1991 συνδέεται άμεσα και με την εσωτερική σταθερότητα της Ρωσίας, καθώς και με τους περιορισμούς που θα αντιμετωπίσει σε ανθρώπινο δυναμικό και υλικούς πόρους.
Καταλήγοντας, υπογραμμίζεται ότι τα δύο βασικά σενάρια — ένας «παγωμένος» πόλεμος ή η σταδιακή αποκατάσταση των συνόρων του 1991 — αποτελούν το στρατηγικό σταυροδρόμι που θα καθορίσει τη μελλοντική αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ουκρανίας.
Ο καθοριστικός παράγοντας, σύμφωνα με την ανάλυση, θα είναι η ικανότητα του ουκρανικού κράτους να διατηρήσει την ανθεκτικότητά του σε έναν παρατεταμένο πόλεμο και να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που θα προκύψουν ταχύτερα από ό,τι θα μπορέσει να προσαρμοστεί η Ρωσία.

