Το νέο «διευθυντήριο» άμυνας της Ευρώπης δοκιμάζεται πριν καν στεριώσει – Οι ρωγμές πίσω από το E5
Γερμανία, Γαλλία, Βρετανία, Πολωνία και Ιταλία θέλουν να εμφανιστούν ως ο πυρήνας της ευρωπαϊκής επανεξοπλιστικής προσπάθειας, όμως οι βιομηχανικές συγκρούσεις, οι πολιτικές αναταράξεις και η συνεχιζόμενη εξάρτηση από αμερικανικά όπλα περιορίζουν τις φιλοδοξίες τους
Το E5, το σχήμα που συγκροτήθηκε από τις πέντε μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης, φιλοδοξεί να αποτελέσει τον βασικό μηχανισμό συντονισμού της ευρωπαϊκής άμυνας σε μια περίοδο ταχείας αύξησης των εξοπλιστικών δαπανών. Ωστόσο, πίσω από τις κοινές δηλώσεις για στενότερη συνεργασία, κοινές προμήθειες και ανάπτυξη νέων οπλικών συστημάτων, παραμένουν βαθιές διαφορές ως προς την ισχύ, τις προτεραιότητες και τη βιομηχανική στρατηγική των χωρών που συμμετέχουν.
Το σχήμα δημιουργήθηκε τον Νοέμβριο του 2024 με πρωτοβουλία των υπουργών Άμυνας της Γερμανίας και της Βρετανίας. Σε αυτό συμμετέχουν η Γερμανία, η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Πολωνία και η Ιταλία, ενώ χώρες με χαμηλότερες αμυντικές δαπάνες, όπως η Ισπανία, έμειναν εκτός.
Έκτοτε, το E5 έχει συνεδριάσει επτά φορές και έχει αναβαθμιστεί σταδιακά από ένα φόρουμ υπουργών σε σχήμα που περιλαμβάνει πλέον και τους ηγέτες των πέντε κρατών. Παρά την κοινή τους παρουσία, όμως, οι χώρες προσέρχονται στο τραπέζι με πολύ διαφορετικές δυνατότητες και επιδιώξεις.
Η Γερμανία έχει εξελιχθεί στον μεγαλύτερο αμυντικό δαπανητή της Ευρώπης σε απόλυτους αριθμούς, ξεπερνώντας για πρώτη φορά τη Βρετανία μετά τις αυξήσεις του προϋπολογισμού που ακολούθησαν τη λεγόμενη Zeitenwende, τη στρατηγική στροφή του Βερολίνου μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Η Γαλλία, πέρα από το Ηνωμένο Βασίλειο, είναι η μοναδική χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης που διαθέτει ανεξάρτητη πυρηνική αποτροπή και αεροσκάφη που μπορούν να επιχειρούν από αεροπλανοφόρο. Για το 2026 αύξησε τον αμυντικό της προϋπολογισμό στα 66,7 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 2,22% του ΑΕΠ.
Η Πολωνία βρίσκεται στην κορυφή του ΝΑΤΟ ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ που διαθέτει στην άμυνα, με τις δαπάνες της να πλησιάζουν το 4,48%, ενώ επιδιώκει να εδραιώσει τον ρόλο της ως βασικού κόμβου εφοδιασμού και στρατιωτικής υποστήριξης της Ουκρανίας.
Η Ιταλία έχει πολύ πιο περιορισμένη σχετική συνεισφορά, καθώς οι δαπάνες της ξεπέρασαν μόλις πρόσφατα το 2% του ΑΕΠ. Το Ηνωμένο Βασίλειο, από την πλευρά του, προβλέπει αμυντικές δαπάνες στο 2,56% του ΑΕΠ για το 2026, ενώ το πολυαναμενόμενο Σχέδιο Αμυντικών Επενδύσεων δημοσιεύθηκε με σημαντική καθυστέρηση και υπό έντονη κριτική.

Η συνολική ισχύς των πέντε κρατών δείχνει εντυπωσιακή όταν αποτυπώνεται σε μια κοινή ανακοίνωση. Σε επίπεδο επιμέρους δυνατοτήτων, όμως, οι ανισορροπίες είναι μεγάλες και επηρεάζουν άμεσα τη λειτουργία του σχήματος.
Το E5 παρουσιάστηκε αρχικά ως διεύρυνση του παλαιότερου E3, στο οποίο συμμετείχαν η Γαλλία, η Γερμανία και η Βρετανία. Ωστόσο, η δημιουργία του νέου σχήματος δεν έβαλε τέλος στις εσωτερικές ιεραρχίες.
Στις αρχές Ιουνίου, οι ηγέτες του E3 συναντήθηκαν με τον πρόεδρο της Ουκρανίας Βολοντίμιρ Ζελένσκι για να συζητήσουν τις εγγυήσεις ασφαλείας προς το Κίεβο, χωρίς τη συμμετοχή της Πολωνίας και της Ιταλίας.
Ο Πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ αντέδρασε στην εξαίρεση, δηλώνοντας ότι είχε επικοινωνήσει με την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι, η οποία επίσης δεν ήταν ικανοποιημένη από τη διατήρηση του σχήματος E3.
Η εξέλιξη αυτή έδειξε ότι η δημιουργία του E5 δεν έχει εξαλείψει τις διαφωνίες για το ποιοι συμμετέχουν στις κρίσιμες αποφάσεις και ποια κράτη έχουν τον πρώτο λόγο. Παράλληλα, οι πέντε χώρες δεν λειτουργούν ακόμη ως ισότιμοι εταίροι, ακόμη και αν αξιωματούχοι, όπως ο επίτροπος Άμυνας της ΕΕ Άντριους Κουμπίλιους, έχουν προτείνει τη μετεξέλιξη του σχήματος σε ένα άτυπο «Συμβούλιο Ασφαλείας» που θα μπορούσε να αποτελέσει τον πρόδρομο μιας μελλοντικής Ευρωπαϊκής Αμυντικής Ένωσης.
Προς το παρόν, ωστόσο, η συγκεκριμένη ιδέα παραμένει περισσότερο πολιτική φιλοδοξία παρά θεσμική πραγματικότητα.
Η κατάρρευση του FCAS και οι αμφιβολίες για την κοινή αμυντική βιομηχανία
Σε αντίθεση με τις πολιτικές ισορροπίες, η πρόθεση για στενότερη συνεργασία στον χώρο της αμυντικής βιομηχανίας εμφανίζεται, τουλάχιστον στα επίσημα κείμενα, πιο συγκεκριμένη.
Από τον Φεβρουάριο του 2026, οι πέντε χώρες υλοποιούν κοινή πρωτοβουλία για χαμηλού κόστους μη επανδρωμένα συστήματα, το πρόγραμμα Low-Cost Effectors and Autonomous Platforms (LEAP). Παράλληλα, η κοινή δήλωση του Βερολίνου προβλέπει την επιτάχυνση των προμηθειών σε συστήματα πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς και μέσα αντιαεροπορικής άμυνας.
Η συγκυρία ευνοεί τέτοιες κινήσεις. Οι συνολικές αμυντικές δαπάνες των ευρωπαϊκών χωρών του ΝΑΤΟ έφτασαν περίπου τα 559 δισ. δολάρια το 2025, με το SIPRI να καταγράφει τη μεγαλύτερη ετήσια αύξηση στην Ευρώπη από το 1953.
Σε αυτό το περιβάλλον, το E5 επιδιώκει να εμφανιστεί όχι ως ακόμη ένα φόρουμ συζητήσεων, αλλά ως ο πολιτικός και διακυβερνητικός μηχανισμός που θα βρίσκεται πάνω από έναν πραγματικό κύκλο επανεξοπλισμού.
Η αξιοπιστία αυτής της φιλοδοξίας, όμως, δέχθηκε ισχυρό πλήγμα λίγες ημέρες πριν από τις νέες δεσμεύσεις του Βερολίνου.
Στις 9 Ιουνίου, η Γερμανία και η Γαλλία ουσιαστικά έβαλαν τέλος στο πρόγραμμα Future Combat Air System (FCAS), το σημαντικότερο κοινό ευρωπαϊκό εξοπλιστικό εγχείρημα της τελευταίας δεκαετίας. Το πρόγραμμα για την ανάπτυξη ενός μαχητικού έκτης γενιάς είχε ξεκινήσει το 2017 από τον Εμανουέλ Μακρόν και την Άνγκελα Μέρκελ και παρουσιαζόταν ως η μελλοντική ραχοκοκαλιά της ευρωπαϊκής αεροπορικής ισχύος.
Η Dassault και η Airbus δεν κατάφεραν να επιλύσουν τις μακροχρόνιες διαφωνίες τους για τον επιμερισμό του έργου. Η σύγκρουση δεν αφορούσε μόνο τη βιομηχανική κατανομή, αλλά και τις διαφορετικές επιχειρησιακές ανάγκες των δύο χωρών.

Η Γαλλία ήθελε ένα αεροσκάφος ικανό να μεταφέρει πυρηνικά όπλα και να επιχειρεί από το μελλοντικό της αεροπλανοφόρο. Για τον λόγο αυτό, η Dassault επέμενε να έχει τον αποκλειστικό έλεγχο του σχεδιασμού. Η Γερμανία, αντίθετα, στήριζε την πρόταση της Airbus για μια πιο ισορροπημένη συνεργασία, παρόμοια με το μοντέλο του Eurofighter.
Έτσι, ένα πρόγραμμα αξίας περίπου 100 δισ. ευρώ κατέρρευσε λόγω της ίδιας γαλλογερμανικής βιομηχανικής αντιπαλότητας που το E5 υποτίθεται ότι φιλοδοξεί να υπερβεί.
Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες για τη δέσμευση των πέντε χωρών να αναπτύξουν από κοινού νέες δυνατότητες βαθιών και ακριβών πληγμάτων. Εάν το Παρίσι και το Βερολίνο δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν στον σχεδιασμό ενός μαχητικού, είναι αβέβαιο πόσο εύκολο θα είναι να επιτύχουν ευρύτερες συμφωνίες σε ακόμη πιο σύνθετα πολυεθνικά προγράμματα.
Πρόσθετη αβεβαιότητα προκαλεί και η κατάσταση στη Βρετανία. Λίγες ημέρες πριν από τη σύνοδο του Βερολίνου, ο υπουργός Άμυνας Τζον Χίλι και ο υπουργός Ενόπλων Δυνάμεων Αλ Καρνς παραιτήθηκαν λόγω διαφωνιών με τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρμερ σχετικά με τον τρόπο υλοποίησης των δεσμεύσεων για τις αμυντικές δαπάνες.
Οι παραιτήσεις αποτέλεσαν μέρος μιας ευρύτερης κρίσης στους Εργατικούς, η οποία οδήγησε στην παραίτηση του Στάρμερ στις 22 Ιουνίου, δύο ημέρες πριν υπογράψει τη δήλωση του E5 ως απερχόμενος πρωθυπουργός.
Ο πιθανός διάδοχός του, Άντι Μπέρναμ, έχει αφήσει να εννοηθεί ότι επιθυμεί να επανεξετάσει συνολικά το βρετανικό Σχέδιο Αμυντικών Επενδύσεων. Αναλυτές του Atlantic Council σημειώνουν ότι ο Μπέρναμ προκρίνει διαφορετικό χρονοδιάγραμμα προμηθειών και διαφορετική δημοσιονομική προσέγγιση από τον Στάρμερ, γεγονός που εγείρει ερωτήματα για το αν οι δεσμεύσεις του Βερολίνου θα παραμείνουν σε ισχύ μετά την αλλαγή κυβέρνησης.
Οι δομικές αδυναμίες δεν περιορίζονται στις πολιτικές εξελίξεις. Σύμφωνα με αναλυτές της Oxford Economics, περίπου το 40% των στρατιωτικών προμηθειών εξοπλισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξακολουθεί να εισάγεται από χώρες εκτός της Ένωσης.
Οι εισαγωγές αυτές συγκεντρώνονται κυρίως στα πεδία που το E5 θέλει να ενισχύσει: συστήματα πλήγματος μεγάλου βεληνεκούς, αεράμυνα και αεροσκάφη χαμηλής παρατηρησιμότητας.
Παράλληλα, υπάρχει μεγάλη απόσταση ανάμεσα στο ποσοστό του ΑΕΠ που διαθέτει κάθε χώρα και στην πραγματική βιομηχανική της ικανότητα. Η Πολωνία μπορεί να διαθέτει σχεδόν το 4,5% του ΑΕΠ της στην άμυνα, όμως ο συνολικός της προϋπολογισμός παραμένει μικρότερος από το μισό του γερμανικού σε απόλυτους αριθμούς.
Αυτό σημαίνει ότι οι χώρες που εμφανίζονται πιο αποφασισμένες να αναλάβουν μεγαλύτερο βάρος δεν είναι απαραίτητα εκείνες που έχουν την ικανότητα να κατασκευάσουν τα απαιτούμενα οπλικά συστήματα.
Ευρωπαϊκές υποσχέσεις για το μέλλον, αμερικανικά όπλα για το παρόν
Ακόμη και αναλυτικά κέντρα που αντιμετωπίζουν θετικά την ευρωπαϊκή αμυντική συνεργασία εμφανίζονται επιφυλακτικά απέναντι στις μεγάλες διακηρύξεις.
Το European Council on Foreign Relations εκτιμά ότι ένας ρεαλιστικός ευρωπαϊκός στόχος δεν είναι η αντικατάσταση του ΝΑΤΟ, αλλά η αξιοποίηση της διοικητικής και επιχειρησιακής δομής της Συμμαχίας, με την Ευρωπαϊκή Ένωση να επικεντρώνεται στη χρηματοδότηση και στη βιομηχανική πολιτική.
Πρόκειται για σαφώς πιο περιορισμένη φιλοδοξία από την ιδέα ενός αυτόνομου ευρωπαϊκού αμυντικού πυλώνα. Αντίστοιχα, αναλυτές του Carnegie έχουν επισημάνει ότι η έννοια της ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας παραμένει ασαφής και σε μεγάλο βαθμό ρητορική, καθώς συχνά υποτιμά τις πραγματικές θεσμικές και βιομηχανικές αδυναμίες της Ευρώπης.
Το E5 αποτυπώνει, πάντως, μια υπαρκτή αλλαγή. Οι πέντε μεγαλύτερες στρατιωτικές δυνάμεις της Ευρώπης συναντώνται πλέον τακτικά, σε υψηλότερο πολιτικό επίπεδο και με μεγαλύτερη έμφαση στη βιομηχανική συνεργασία από οποιαδήποτε άλλη περίοδο μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Ωστόσο, μια κοινή δήλωση δεν ισοδυναμεί με κοινή αμυντική βιομηχανία. Λίγο πριν από την τελευταία δήλωση του E5, τα δύο βασικά κράτη του σχήματος άφησαν να καταρρεύσει το σημαντικότερο κοινό τους αεροπορικό πρόγραμμα.
Η αντίφαση έγινε ακόμη πιο εμφανής δύο εβδομάδες μετά τη δήλωση του Βερολίνου, όταν ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επιβεβαίωσε ότι η Γερμανία θα αγοράσει αμερικανικούς πυραύλους Tomahawk, αντί να περιμένει την ανάπτυξη ευρωπαϊκής εναλλακτικής λύσης.
Η απόφαση ήρθε λίγες ημέρες μετά τη Σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα, όπου το Βερολίνο συμμετείχε σε νέα ευρωπαϊκή πρωτοβουλία ύψους 50 δισ. δολαρίων και διάρκειας δέκα ετών για την ανάπτυξη ακριβώς αυτής της κατηγορίας οπλικών συστημάτων.
Το συγκεκριμένο παράδειγμα συνοψίζει τη βασική αντίφαση του E5: οι ευρωπαϊκές λύσεις εξαγγέλλονται για το μέλλον, ενώ τα αμερικανικά συστήματα αγοράζονται για τις άμεσες ανάγκες.
Μέχρι το σχήμα να αποδείξει ότι μπορεί να επιβιώσει από μια κυβερνητική αλλαγή στο Λονδίνο, μια σύγκρουση μεταξύ αμυντικών βιομηχανιών ή την τάση των μελών του να στρέφονται στην Ουάσιγκτον όταν πιέζει ο χρόνος, θα παραμένει κυρίως ένα χρήσιμο φόρουμ συντονισμού δίπλα στο ΝΑΤΟ και όχι ένας αυτόνομος ευρωπαϊκός αμυντικός πυλώνας.

