O ακήρυχτος πόλεμος φθοράς και η ψευδαίσθηση της άμεσης νίκης στο Iράν
Η αμερικανο-ισραηλινή επίθεση, ο θάνατος του Χαμενεΐ και ο στρατηγικός εγκλωβισμός της Ουάσιγκτον απέναντι σε ένα κράτος που αρνείται να καταρρεύσει
Στα τέλη Φεβρουαρίου, οι κοινές αεροπορικές επιδρομές των ΗΠΑ και του Ισραήλ εναντίον του Ιράν, οι οποίες οδήγησαν στη δολοφονία του Ανώτατου Ηγέτη Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, έμοιαζαν στα μάτια της Δύσης ως το τελειωτικό χτύπημα. Πολλοί, με πρώτο τον Ντόναλντ Τραμπ, πίστεψαν ότι αυτό θα σήμαινε το τέλος του καθεστώτος όπως το γνωρίζαμε. Πίστεψαν πως, ακόμη κι αν η Ισλαμική Δημοκρατία επιβίωνε, θα αναδυόταν μια νέα ηγεσία, πρόθυμη να ευθυγραμμιστεί με τα συμφέροντα της Ουάσιγκτον. Δύο εβδομάδες μετά, η πραγματικότητα τους διαψεύδει οικτρά.
Το ιρανικό κράτος επιδεικνύει μια πρωτοφανή ανθεκτικότητα και διατηρεί στο ακέραιο την ικανότητά του να προβάλλει ισχύ εκτός των συνόρων του. Πώς όμως το Ιράν καταφέρνει να διαψεύδει τις προσδοκίες; Η απάντηση κρύβεται σε μια σειρά από στρατηγικές παρανοήσεις της Δύσης, τις οποίες αναλύει σε βάθος ο Vali Nasr, καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins.
Η Οφθαλμαπάτη της Ουάσιγκτον και η Ατζέντα του Ισραήλ
Ο πόλεμος αυτός δεν εξελίσσεται σύμφωνα με το σχέδιο της Ουάσιγκτον, ίσως όμως εξυπηρετεί καλύτερα τους μακροπρόθεσμους στόχους του Τελ Αβίβ. Ο Πρόεδρος Τραμπ φαντασιώθηκε έναν πόλεμο «αστραπή»: δολοφονία της ηγεσίας, βομβαρδισμός στρατηγικών στόχων και άμεση συνθηκολόγηση. Ήθελε να παρουσιαστεί ως ο ηγέτης που έλυσε οριστικά το «ιρανικό ζήτημα». Αντιθέτως, το Ισραήλ, υπό τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ήταν προετοιμασμένο για μια μακρά εκστρατεία φθοράς, με απώτερο σκοπό την πλήρη αποσύνθεση των στρατιωτικών δυνατοτήτων του Ιράν και, ενδεχομένως, τον κατακερματισμό του ίδιου του κράτους.
Η αμερικανική στρατηγική έπασχε από ένα θεμελιώδες δομικό κενό: την απουσία εναλλακτικών σεναρίων. Ο Τραμπ πήρε την απόφαση, πειθόμενος από έναν Νετανιάχου που εστίασε όλη του την επιρροή σε ένα μόνο πρόσωπο, χωρίς να υπάρξει ουσιαστική συζήτηση για τις συνέπειες. Το αποτέλεσμα; Η Ουάσιγκτον αιφνιδιάστηκε όταν το Ιράν μετέφερε τον πόλεμο στον Κόλπο, πλήττοντας τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές, ένα σενάριο που η Τεχεράνη είχε προαναγγείλει.
Η Αναπάντεχη Ανθεκτικότητα ενός «Αποκεφαλισμένου» Κράτους
Αυτό που πραγματικά εκπλήσσει δεν είναι η αντίδραση του Ιράν, αλλά η ταχύτητα και η αποτελεσματικότητα με την οποία προσαρμόστηκε. Αντλώντας διδάγματα από τις προηγούμενες συγκρούσεις, η Τεχεράνη αναδόμησε τον κρατικό και στρατιωτικό της μηχανισμό για να επιβιώσει από μια στρατηγική αποκεφαλισμού της ηγεσίας της.
Η λήψη αποφάσεων αποκεντρώθηκε. Η δομή των Φρουρών της Επανάστασης (IRGC) οργανώθηκε με τέτοιο τρόπο ώστε η απώλεια κορυφαίων στελεχών να μην παραλύει το σύστημα. Το Ιράν προετοιμάστηκε για πόλεμο φθοράς, βελτιώνοντας το πυραυλικό του οπλοστάσιο και αναπτύσσοντας ένα σμήνος drones που έπιασε τις ΗΠΑ στον ύπνο.
Η στρατηγική τους είναι σαφής και ψυχρά υπολογισμένη: ο πόλεμος δεν θα κριθεί από τα επιθετικά όπλα της Δύσης, αλλά από την εξάντληση των αμυντικών τους συστημάτων. Το Ιράν απορροφά τα χτυπήματα, περιμένοντας τη στιγμή που τα αποθέματα των πυραύλων Patriot και των αναχαιτιστικών συστημάτων στον Κόλπο θα στερέψουν. Τότε, σύμφωνα με την Τεχεράνη, θα ξεκινήσει ο πραγματικός πόλεμος.
Το Παράδοξο του Χαμενεΐ: Πώς η Δολοφονία του Ριζοσπαστικοποίησε το Ιράν
Εδώ κρύβεται ίσως η μεγαλύτερη ιστορική ειρωνεία αυτής της σύγκρουσης. Ο Αγιατολάχ Χαμενεΐ, ένας άνθρωπος που η Δύση πανηγύρισε τον θάνατό του, λειτουργούσε στην πραγματικότητα ως «χειρόφρενο» στις πιο ακραίες στρατιωτικές φιλοδοξίες του Ιράν.
Ήταν ο Χαμενεΐ που, μέσω φετφά, απαγόρευσε την ανάπτυξη πυρηνικών όπλων, διατηρώντας το πρόγραμμα σε θεωρητικά πολιτικό πλαίσιο. Ήταν εκείνος που περιόρισε το βεληνεκές των ιρανικών πυραύλων κάτω από τα 5.000 χιλιόμετρα, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των σκληροπυρηνικών του IRGC. Οι διοικητές που επέλεγε –πολλοί εκ των οποίων δολοφονήθηκαν από το Ισραήλ– ήταν συγκριτικά πιο μετριοπαθείς.
Ο «αποκεφαλισμός» της παλαιάς φρουράς δεν έφερε τους πραγματιστές στην εξουσία, όπως ήλπιζε ο Τραμπ. Αντιθέτως, άνοιξε τον δρόμο σε μια νέα, πολύ πιο επιθετική γενιά στρατιωτικών διοικητών. Πρόκειται για αξιωματικούς σφυρηλατημένους στα πεδία των μαχών της Συρίας και του Ιράκ, πρόθυμους να αναλάβουν τεράστια ρίσκα και να κλιμακώσουν τη σύγκρουση. Το Ισραήλ, στοχεύοντας στην καταστροφή, πέτυχε απλώς να καταστήσει τον αντίπαλό του πολύ πιο επικίνδυνο.
Το Χάσμα: Εθνική Επιβίωση vs. Εικονική Πραγματικότητα της Διασποράς
Στο εσωτερικό του Ιράν, η δυναμική έχει αλλάξει δραματικά. Η δυσαρέσκεια απέναντι στο καθεστώς είναι δεδομένη, όμως όταν βομβαρδίζονται ιστορικά μνημεία στο Ισφαχάν και η συζήτηση στρέφεται στον κατακερματισμό της χώρας μέσω της εξοπλισμένης απόσχισης μειονοτήτων, το ένστικτο της εθνικής επιβίωσης κυριαρχεί. Το δίλημμα δεν είναι πλέον «καθεστώς ή αλλαγή», αλλά «επιβίωση ή καταστροφή της πατρίδας».
Στον αντίποδα, ένα θορυβώδες κομμάτι της ιρανικής διασποράς πρωταγωνιστεί σε σκηνές που προκαλούν παγκόσμια αμηχανία: πανηγυρισμοί για τον βομβαρδισμό της ίδιας τους της χώρας, υπό τις ιαχές “Thank you Trump, thank you Bibi”. Πρόκειται για ένα φαινόμενο πρωτοφανές στην παγκόσμια ιστορία, το οποίο εξηγείται εν μέρει από μια βαθιά κρίση ταυτότητας και την επιθυμία πλήρους αφομοίωσης στη δυτική, «λευκή» κανονικότητα, αλλά και από την πολυετή εργαλειοποίηση των social media. Μια εικονική πραγματικότητα που έχει αποκοπεί πλήρως από τον πόνο και τις ανάγκες των ανθρώπων που ζουν κάτω από τις βόμβες στην Τεχεράνη.
Η σύγκρουση αυτή διαμορφώνει ένα νέο Ιράν. Πιο σκληρό, πιο αποφασισμένο και απόλυτα πεπεισμένο ότι αυτός είναι ο τελευταίος πόλεμος που θα δώσει με τις ΗΠΑ. Και όσο η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ συνεχίζουν να σχεδιάζουν πάνω σε ψευδαισθήσεις, τόσο πιο επώδυνη θα γίνεται η σύγκρουση με την πραγματικότητα.
